Κυριακή 19 Μαΐου 2019

ΓΙΑΤΙ ΜΟΥ ΚΡΥΒΕΣΑΙ ΘΕΕ ΜΟΥ ?



Τραγικὴ ἐρώτηση ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεό.

Ἐρώτηση ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὰ τρίσβαθα ψυχῆς ὀδυνω­μένης, ψυχῆς ποὺ νιώθει μόνη, ἐγκατα­λειμμένη ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Ψυχῆς ποὺ πιστεύει στὸ Θεό, ποὺ Τὸν ἀγαπᾶ, ποὺ θέλει νά ’ναι μαζὶ μὲ τὸν Θεό, ποὺ Τὸν ἀναζητᾶ ἐπίμονα, ἀλλά... – τί παρά­δοξο! – πουθενὰ δὲν Τὸν βρίσκει!

Γιὰ πρώτη φορὰ ἀκοῦμε στὴν Ἁγία Γραφὴ τὸν λόγο αὐτὸ περίπου 2.000 χρόνια πρὶν ἀπὸ τὸν Χριστό, ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ἐναρέτου καὶ θεοσεβοῦς Ἰώβ: «Διατί ἀπ’ ἐμοῦ κρύπτῃ;» (Ἰὼβ ιγ΄ 24).

Γιατί μοῦ κρύβεσαι, Κύριε; Ποῦ εἶσαι; Σὲ φωνάζω καιρὸ τώρα καὶ ἀπόκριση δὲν παίρνω. Ψάχνω νὰ σὲ βρῶ, μοῦ ἔχεις χαθεῖ. Μοῦ κρύφτηκες, καὶ τώρα τί θὰ κάνω; Πῶς θὰ μπορέσω νὰ ζήσω χωρὶς τὴν παρουσία σου; Πῶς θὰ ἀντέξω ὅλα αὐτὰ ποὺ μὲ ἔχουν βρεῖ;

Τὴν κραυγὴ αὐτὴ τὴν ἀφήνει ὁ πολύ­αθλος Ἰώβ, ἀφοῦ ἤδη ἔχει περάσει και­ρὸς ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Θεὸς παραχώρη­σε νὰ τοῦ ἔρθουν πειρασμοὶ καὶ θλίψεις στὴ ζωή του πολλὲς καὶ δεινές:

Καὶ ὅλη τὴν περιουσία του τὴν ἔχασε, καὶ τὰ παι­διά του, δέκα, μεμιᾶς ὅλα μαζί, καὶ ἀπὸ φρικτή, φοβερὰ βασανιστικὴ ἀσθένεια ὁ ἴδιος ταλαιπωρεῖται, ποὺ τοῦ τρώει τὶς σάρκες, μετατρέποντας ὅλο του τὸ σῶ­μα σὲ μιὰ τεράστια πληγὴ ἀνοιχτή...

Καὶ ἔπειτα ἀπ’ ὅλα αὐτὰ ἔχει καὶ τοὺς φίλους του νὰ τοῦ λένε ὅτι δικαίως ὑφίσταται ὅλες αὐτὲς τὶς δοκιμασίες, γιατὶ ἁμάρ­τησε ἀπέναντι στὸ Θεό (τὴ στιγμὴ μάλι­στα ποὺ ἡ συνείδησή του δὲν τοῦ παρέ­χει καμιὰ πληροφορία ἐνοχῆς), καὶ ἐπι­ πλέον τὴ γυναίκα του νὰ τὸν προτρέπει: «Ἐπιτέλους, βλαστήμα τὸν Θεὸ καὶ τέ­λειωνε».

Σὲ τί βάραθρο ὀδύνης, σωματικῆς καὶ ψυχικῆς, βρίσκεται ὁ Ἰώβ! Σὲ ποιὸν ἄλ­λον τώρα μπορεῖ νὰ ἐλπίζει ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Θεό; Ἀλλὰ καὶ τὸν Θεὸ φωνάζει, καὶ Θεὸ δὲν βλέπει. Πάει, κρύφτηκε ὁ Θεός!... –Γιατί μοῦ κρύφτηκες, Κύριε; Ἐρώτηση τραγική, ποὺ ἀπὸ τότε καὶ ἔπειτα θὰ ἀκουστεῖ καὶ ἀπὸ ἄλλες ἀ­κόμα, πολλὲς ψυχές. Ἤ, δὲν ἀκούγεται, ἀλλὰ σὰν κρυφὸς στεναγμὸς βγαίνει μέ­σα ἀπὸ τὰ φυλλοκάρδια, σὰν μαράζι, παράπονο εὐγενικό:

Ποῦ εἶσαι, Κύριε; Γιατί μοῦ κρύβεσαι καὶ δὲν Σὲ βρίσκω στὴ ζωή μου καὶ ταλαιπωροῦμαι ἀπὸ τὰ βάσανά μου καὶ τοὺς πειρασμοὺς καὶ τὶς δοκιμασίες ποὺ περνῶ; Κρύβεται λοιπὸν ὁ Θεός;

Οἱ θεοφώτιστοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησί­ας ἀπαντοῦν στὸ ἐρώτημα λέγοντας ὅτι κάποτε ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, αὐτὴ ἡ ὁποία παρέχει στὴν ψυχὴ τὴ θεία γλυκύτητα καὶ τὴ θέρμη κατὰ τὶς ὧρες τῆς προσ­ευχῆς καὶ τὴν εἰρήνη καὶ γενικῶς ὅλα τὰ πνευματικὰ ἀγαθά, «οἰκονομικῶς», δη­λαδὴ γιὰ ἕνα συγκεκριμένο χρονικὸ δι­ άστημα καὶ μὲ εἰδικὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐκπόνησε γι’ αὐτὴν καὶ μόνο τὴν ψυχὴ προκειμένου νὰ τὴν ὠφελήσει, ἀ­ποτραβιέται κάπως, συστέλλεται, ἐλατ­τώνεται, φαίνεται νὰ χάνεται ἀπὸ τὴν ψυχή, ἔτσι ὥστε ὁ ἄνθρωπος νὰ θεωρεῖ ὅτι τὸν ἔχασε τὸν Θεὸ ἀπὸ κοντά του καὶ ὅτι ἔχει μείνει μόνος καὶ ἐγκαταλειμμέ­νος, πράγμα ποὺ παράλληλα τοῦ προ­ξενεῖ καὶ βαθὺ ψυχικὸ πόνο καὶ ὀδύνη.

Ὁ Θεὸς στὴν πραγματικότητα δὲν ἔφυ­γε, εἶναι δίπλα στὴν ψυχή, μάλιστα ἀκό­μα πιὸ κοντά της τώρα, ἀλλὰ ἡ ψυχὴ δὲν τὸ καταλαβαίνει αὐτὸ καὶ ἔχει τὴν ἐντύπωση ὅτι ἔφυγε ὁ Θεός, ὅτι κρύ­φτηκε, ὅτι δὲν ἀκούει πιά.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἑρ­μηνεύοντας τὴν ἔκλειψη τοῦ ἄστρου ποὺ ὁδηγοῦσε τοὺς Μάγους στὴ Βη­θλεὲμ μόλις αὐτοὶ ἔφθασαν στὰ Ἱερο­σόλυμα, ὅταν δηλαδὴ τὸ ἔχασαν ἀπὸ μπροστά τους καὶ ἐπιπλέον οὔτε καὶ κάποιον μποροῦσαν νὰ βροῦν ποὺ νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὸν νεογέννητο Χριστό, ἀλλὰ καὶ τὴν μετέπειτα ἐπανεμφάνισή του καὶ τὴν τρανὴ χαρὰ ποὺ τοὺς προ­ξένησε ὅταν βγῆκαν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυ­μα, γράφει τὰ ἑξῆς: «Τοιουτοτρόπως καὶ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ συνειθίζει νὰ κάμνῃ μὲ τοὺς δούλους καὶ φίλους της, ὡς λέγουσιν οἱ θεῖοι πατέ­ρες οἱ καλούμενοι νηπτικοί...

Καὶ ποτὲ μέν (=ἄλλοτε μέν) αὕτη ὡσὰν φιλότε­κνος μήτηρ παρηγορεῖ καὶ εὐφραίνει τὰ τέκνα της... φωτίζουσα τὸν νοῦν τους, κατανύγουσα γλυκύτατα τὴν καρδίαν τους καὶ θερμαίνουσα καὶ πρὸς ἀγάπην τοῦ Θεοῦ διεγείρουσα· ποτὲ δέ (=ἄλλο­ τε δέ) κρύπτεται ἀπ’ αὐτοὺς καὶ τραβίζε­ται, ἤγουν ἀφήνει τοὺς πειρασμοὺς νὰ ἔρχωνται εἰς αὐτούς, καθὼς κάμνει καὶ ἡ μήτηρ πολλαῖς φοραῖς κρυπτομένη ἀπὸ τὰ τέκνα της διὰ νὰ δοκιμάσῃ τὴν ὑπομονὴν καὶ γενναιοκαρδίαν τους, διὰ νὰ γένουν ἄνδρες μὲ τοὺς πειρασμοὺς καὶ τὰς θλίψεις καὶ ὄχι νὰ ᾖναι πάντο­τε νήπια· καὶ διὰ νὰ κλαύσουν καὶ ζητή­σουν θερμῶς τὴν θείαν χάριν ὅπου ἔχα­ σαν».

Προβαίνει λοιπὸν κάποτε ὁ Θεὸς σ’ αὐτὸ τὸ «τέχνασμα» γιὰ τοὺς φίλους του, ὅπως λέει ὁ ἅγιος, τοὺς δικούς του δηλαδὴ ἀνθρώπους, γιατὶ θέλει νὰ τοὺς κάνει πιὸ ἀνδρείους, πιὸ γενναιόφρονες, πιὸ δόκιμους στὴν ὑπομονὴ καὶ γενικό­τερα στὴν ἀρετή. Καὶ ἐπιπλέον γιὰ νὰ ταπεινωθοῦν αὐτοὶ ἀκόμη περισσότερο καὶ νὰ ἀναζητήσουν πιὸ θερμά, πιὸ ἐπί­μονα τὸν Θεό, τὴ Χάρη του. Ἔτσι, ὅταν αὐτὴ ἐπανέλθει αἰσθητῶς, θὰ τοὺς προ­ξενήσει ἀκόμα μεγαλύτερη καὶ μονιμό­τερη χαρὰ ἀπὸ αὐτὴ ποὺ εἶχαν κατὰ τὸ παρελθόν.

«Καὶ οὕτως, ἀφ’ οὗ πάλιν τὴν ἀπολαύσουν, νὰ χαροῦν περισσό­τερον, καθὼς καὶ τὸ παιδίον, ὅταν χάσῃ τὴν μητέρα του, ζητεῖ νὰ τὴν εὕρῃ μὲ κλαυθμοὺς καὶ δάκρυα, καὶ εὐθὺς ὅπου τὴν ἰδῇ νὰ φανῇ ἀπὸ κανένα μέρος, τρέ­χει μὲ ἀνεκδιήγητον χαράν, καὶ κλαῖον ἐν ταὐτῷ καὶ γελῶν τὴν ἐναγκαλίζεται». Πλέον καὶ ἡ ψυχὴ θὰ εἶναι τώρα πιὸ ἄξια νὰ κρατήσει μέσα της τὴ θεία Χάρη καὶ νὰ μὴ χάσει ἀπὸ ἀμέλεια τὸ μέγιστο αὐτὸ πνευματικὸ ἀγαθό.

Αὐτὸ συνέβη καὶ μὲ τὸν γενναῖο Ἰώβ, ὅταν οἱ εὐλογίες τοῦ Θεοῦ οἱ ὑστερι­νὲς ὑπῆρξαν ἐπάνω του πολλαπλάσιες ἀπὸ τὶς πρῶτες. Αὐτὸ καὶ μὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἡ Χά­ρις τὸν κρίνει ἄξιο γιὰ ἀκόμα περισσότε­ρες εὐλογίες...

Ο ΣΩΤΗΡ2044

3 σχόλια: