Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2020

Ποιὸς εἶναι ὁ Θεός καί ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος - Πρωτοπρ. Ἰωάννου Σ. Ρωμανίδου (♱)


Μεταξὺ αὐτῆς τῆς ἀκτίστου δόξης τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν κτισμάτων δὲν ὑπάρχει καμμία ὁμοιότης. Ὅταν οἱ Πατέρες λένε ὅτι δὲν γνωρίζομε τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ γνωρίζομε μόνο ὡρισμένες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, χρησιμοποιοῦν ἐδῶ τὴν λέξι γνωρίζω, ἀλλὰ ὄχι ἀναλογικά, ὄχι δηλαδὴ μὲ τὴν συνήθη ἔννοια τῆς λέξεως γνωρίζω. 

Ὅταν λέμε οἱ Ὀρθόδοξοι ὅτι γνωρίζομε τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, δὲν σημαίνει αὐτὸ ὅτι γνωρίζομε τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ὅπως γνωρίζομε τὴν ἐνέργεια τῶν κτισμάτων. 

Ἡ γνῶσις τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ὅπως ἡ γνῶσις τῶν φυσικῶν ἐνεργειῶν (θερμικῆς, πυρηνικῆς, φωτιστικῆς, κινητικῆς, βαρυτικῆς, κλπ.) ποὺ ἔχει ἕνας βιολόγος, ἕνας φυσικός, ἕνας ἀστρονόμος, ἕνας ἀρχαιολόγος κλπ., διότι, ὅταν λέμε σ᾿ αὐτὲς τὶς ἐπιστῆμες γνωρίζω, σημαίνει ὅτι ἔχω γνῶσι κάποιου ἀντικειμένου ἢ φαινομένου, ποὺ μπορῶ νὰ περιγράψω. 

Καὶ γιατί μπορῶ νὰ τὸ περιγράψω; Ἐπειδὴ μοιάζει μὲ κάτι ἄλλο, ποὺ ἤδη γνωρίζω. Ὑπάρχει δηλαδὴ ὁμοιότης ἐκείνου ποὺ θέλω νὰ περιγράψω μὲ κάτι ἄλλο.

Μετὰ ὑπάρχει καὶ ἡ διαφορά. Δηλαδὴ ἡ βάσις τῆς ἀνθρώπινης κτιστῆς γνώσεως εἶναι ἡ ὁμοιότης καὶ ἡ διαφορά. Ὅταν ὑπάρχουν αὐτὰ τὰ δύο, τότε κάτι μπορεῖ νὰ γίνει περιγραπτό, ὑπόκεινται δηλαδὴ σὲ περιγραφὴ καὶ ταξινόμησι, κατὰ γένη, εἴδη κλπ. Αὐτὰ τὰ κατηγορήματα, δηλαδὴ ἡ ὁμοιότης καὶ ἡ διαφορά, εἶναι τὸ θεμέλιο τῶν ἀνθρωπίνων γνώσεων.

Κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη ὅμως ἰσχύει καὶ ὁ νόμος τῆς λογικῆς, τῶν ἀντιθέσεων, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι συγχρόνως καὶ τὸ ἀντίθετό του. Δὲν μπορεῖ δηλαδὴ π.χ. κάτι νὰ εἶναι συγχρόνως ἄσπρο καὶ μαῦρο. Ἢ ἄσπρο θὰ εἶναι ἢ μαῦρο. Ὁμοίως δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι συγχρόνως μεγάλο καὶ μικρό, βαρὺ καὶ ἐλαφρύ, ὑπαρκτὸ καὶ ἀνύπαρκτο, καλὸ καὶ κακὸ κλπ.

Οἱ Πατέρες ὅμως δὲν ἀκολουθοῦν τὸν νόμο αὐτὸν τοῦ Ἀριστοτέλους προκειμένου νὰ θεολογήσουν. Δηλαδὴ στὴν Πατερικὴ Θεολογία καταργεῖται αὐτὸς ὁ νόμος. Οἱ αἱρετικοὶ ὅμως τὸν ἀποδέχοντο καὶ τὸν χρησιμοποιοῦσαν. Γιατί ὅμως οἱ Πατέρες δὲν ἀκολουθοῦν τὸν νόμον αὐτὸν τῶν ἀντιθέσεων τοῦ Ἀριστοτέλους, τὸν νόμο δηλαδὴ τῆς λογικῆς τοῦ Ἀριστοτέλους; Διότι μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου οὐδεμία ὁμοιότης ὑπάρχει. Καί, ἐφ᾿ ὅσον οὐδεμία ὁμοιότης ὑπάρχη, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξη οὐδεμία περιγραφὴ τοῦ ἀκτίστου. Οὔτε καὶ διαφορά μπορεῖ νὰ ὑπάρξη, ἐφ᾿ ὅσον δὲν ὑπάρχη ὁμοιότης.

Στὰ κτιστὰ ὑπάρχει σχετικὴ ὁμοιότης καὶ διαφορά. Εἰς τί συνίσταται ὅμως ἡ ὁμοιότης στὰ κτιστά; Συνίσταται πρῶτον εἰς τὴν αὐτὴν οὐσία. Ὅλα τὰ κτιστὰ καὶ ὑλικά, γῆ, ἀέρας, ἄστρα, πέτρες, ζῶα, φυτά, φῶς, θερμότης, νερό, ἀτμός, σύννεφα ὅλα τὰ ὁρατὰ δηλαδὴ καὶ ὑλικά, καθὼς καὶ ὅλα τὰ ἀόρατα καὶ ὑλικά, ὅπως οἱ διάφορες μορφὲς φυσικῆς ἐνεργείας, συνίστανται ἀπὸ τὴν ἴδια οὐσία, ὅπως ἀπέδειξε ὁ Einstein μὲ τὸν νόμο τῆς ἰσοδυναμίας μάζης καὶ ἐνεργείας. Ἡ παγκόσμιος αὐτὴ οὐσία λέγεται στὴν φιλοσοφία ὕλη, ἐνῶ στὴν θεολογικὴ γλῶσσα λέγεται χοῦς (χῶμα), πηλὸς καὶ γῆ.

Δεύτερον στὰ ὑλικὰ καὶ ὁρατὰ ὑπάρχει ὁμοιότης ὡς πρὸς τὴν δομή. Ὅλα τὰ ὑλικὰ σώματα ἀποτελοῦνται ἀπὸ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἔχουν μεταξὺ τους μία σχετικὴ ὁμοιότητα. Ὁπότε ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ὑπάρχει μία σχετικὴ ὁμοιότης ὅλων τῶν ὑλικῶν κτισμάτων.

Ἡ διαφορά τους συνίσταται στὸ ἂν ἡ παγκόσμιος αὐτὴ οὐσία εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν μορφὴν μιᾶς φυσικῆς ἐνεργείας ἢ τῆς συμπεπυκνωμένης μορφῆς της, δηλαδὴ τῆς ὕλης, καθὼς καὶ στὴν σύνθεσι τῶν δομικῶν ἀτόμων τῶν ὑλικῶν κτισμάτων μεταξὺ τους.

Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὰ κύτταρα τῶν ζωντανῶν ὀργανισμῶν. Καὶ ἐδῶ ὑπάρχει ἀντιστοίχως σχετικὴ ὁμοιότης καὶ σχετικὴ διαφορά. Ἡ σχετικὴ ὁμοιότης μεταξὺ τῶν ἀλόγων ζωντανῶν ὀργανισμῶν (φυτικῶν καὶ ζωϊκῶν) καὶ τῶν ἀνθρώπων συνίσταται στὴν ἴδια ὑλικὴ δομὴ ἐξ ἐπόψεως δομικῶν μονάδων (ἀτόμων δηλαδὴ καὶ κυττάρων), ἐνῶ ἡ διαφορὰ τους εἰς τὴν ἀνυπαρξίαν εἰς τὰ μέν, καὶ εἰς τὴν ὕπαρξιν εἰς τοὺς δέ, κατ᾿ οὐσίαν ψυχῆς ἀθανάτου, κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πλασμένης, καθὼς καὶ νοερᾶς ἐνεργείας αὐτῆς τῆς ψυχῆς.

Ἡ σχετικὴ ὁμοιότης μεταξὺ ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων συνίσταται εἰς τὴν ἀθανασίαν, τὸ λογικόν, τὸ περιγραπτόν, τὸ αὐτεξούσιον κλπ., ἐνῶ ἡ σχετικὴ διαφορὰ συνίσταται εἰς τὴν δόξαν, τὸ ἄϋλον τῶν ἀγγέλων κλπ. Ἡ σχετικὴ ὁμοιότης μεταξὺ ἀγγέλων καὶ δαιμόνων, συνίσταται εἰς τὴν φύσιν, ἡ δὲ διαφορὰ τους εἰς τὴν δόξαν (οἱ ἄγγελοι εἶναι δεδοξασμένοι διὰ τῆς Χάριτος, ἐνῶ οἱ δαίμονες στεροῦνται τῆς Θείας δόξης).

Μεταξὺ ὅμως Θεοῦ καὶ κτισμάτων δὲν ὑπάρχει ἀπολύτως καμμία ὁμοιότης. Ὁπότε, ὅταν λέμε ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου, δὲν πρόκειται γιὰ τὴν διαφορὰ τῆς ἐπιστήμης ἢ τῆς φιλοσοφίας (δηλαδὴ γιὰ σχετικὴ διαφορά), ἀλλὰ γιὰ ἀπόλυτη διαφορά71. Γι᾿ αὐτὸ φθάνουν νὰ λένε οἱ Πατέρες: «Ἐὰν τὰ κτιστὰ εἶναι ὄντα, τότε ὁ Θεὸς εἶναι μὴ ὧν. Καὶ ἐὰν ὁ Θεὸς εἶναι ὧν, τότε τὰ κτιστὰ εἶναι μὴ ὄντα». Καὶ τοῦτο διότι, ὅπως εἴπαμε, δὲν ὑπάρχει ἀπολύτως καμμία ὁμοιότης μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου.

Αὐτὸ ὅμως σημαίνει ὅτι, ἐφ᾿ ὅσον δὲν ὑπάρχη ὁμοιότης μεταξὺ Θεοῦ καὶ κτισμάτων, ἡ ἴδια ἡ Ἁγία Γραφὴ καθ᾿ ἑαυτὴν δὲν μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθῆ ὡς γέφυρα πρὸς τὸν Θεόν. Διότι ἡ Ἁγία Γραφὴ χρησιμοποιεῖ νοήματα. Ὅλα δὲ ἀνεξαιρέτως τὰ νοήματα ποὺ χρησιμοποιεῖ εἶναι παρμένα ἀπὸ τὰ περιγραπτὰ κτίσματα τοῦ κόσμου. Δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα κτίσμα ποὺ νὰ μὴν εἶναι περιγραπτόν.

Ὅλα τὰ ὀνόματα τοῦ Θεοῦ στὴν Ἁγία Γραφὴ εἶναι παρμένα ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τοῦ ἀνθρώπου. Ὅλα εἶναι περιγραπτὰ ὀνόματα. Ὅταν ὅμως φθάση κανεὶς στὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως, διαπιστώνει ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀνώνυμος! Διότι δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα ἀνθρώπινο ἢ ἀγγελικὸ ὄνομα ἢ νόημα ποὺ μπορῆ νὰ ἀποδοθῆ εἰς τὸν Θεόν, ποὺ νὰ μπορῆ νὰ ἀποδώση τὴν ὕπαρξι τὴν ὀντότητα τοῦ Θεοῦ. Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς δὲν μοιάζει μὲ τίποτε ποὺ γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος. Γι᾿ αὐτὸ μπροστὰ στὴν θέα τοῦ Θεοῦ ὅλα τὰ ὀνόματα καὶ νοήματα καταργούνται72.

Ὑπάρχει ἕνα πολὺ ὡραῖο χωρίο στὸν ἅγιο Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη, τὸ ὁποῖο χρησιμοποιοῦν οἱ Πατέρες, καὶ τὸ ὁποῖο λέγει ὅτι τελικὰ ὁ Θεὸς οὔτε Μονὰς εἶναι οὔτε Τριὰς εἶναι73. Διότι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἐκεῖνο, ποὺ σκέπτεται ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὸν Θεό, ἢ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ σκεφθῆ.

Ἐμεῖς π.χ. λέμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἕνας. Βέβαια, ὅταν ὁ ἄνθρωπος λέγει ἕνας, τότε φαντάζεται ἕνα νούμερο, τὴν μονάδα. Δηλαδὴ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἕνας, ὅπως ἕνας εἶναι καὶ ὁ ὁποιοσδήποτε ἄνθρωπος. Τὸ ἴδιο συμβαίνει, ὅταν λέμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι τρία Πρόσωπα. Ἀλλὰ οὔτε τρεῖς εἶναι ὁ Θεὸς οὔτε τρία ὑποκείμενα ἢ ἀντικείμενα εἶναι ὁ Θεὸς οὔτε ἕνα ὑποκείμενο ἢ ἀντικείμενο εἶναι ὁ Θεός.

Ὅταν σκέπτεται ὁ ἄνθρωπος, σκέπτεται πάντοτε μὲ τὸ σχῆμα: Ὑποκείμενο - ἀντικείμενο. Ὑποκείμενο εἶναι ἐκεῖνο ποὺ παρατηρεῖ καὶ ἀντικείμενο εἶναι ἐκεῖνο ποὺ παρατηρεῖται.

Ὅταν ὅμως λέμε ὅτι ὁ Πατὴρ ἀγαπᾶ τὸν Υἱόν, ἐδῶ δὲν ἔχομε σχέσι ὑποκειμένου - ἀντικειμένου. Δὲν εἶναι δηλαδὴ ἐδῶ ὁ ἕνας, ὁ Πατήρ, τὸ ὑποκείμενο τῆς ἀγάπης καὶ ὁ ἄλλος, ὁ Υἱός, τὸ ἀντικείμενο τῆς ἀγάπης, ὅπως ἐσφαλμένα νόμισε ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος, ποὺ ὠνόμασε τὸν Θεὸν Αὐτοαγάπη, γιὰ νὰ κάνη μία Θεολογία περὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος. Διότι, ἐφ᾿ ὅσον στὸν Θεὸν δὲν ὑπάρχη οὔτε ὑποκείμενο οὔτε ἀντικείμενο, δὲν εἶναι ὁ Θεὸς οὔτε τὸ ὑποκείμενο τῆς ἀγάπης Του οὔτε τὸ ἀντικείμενο τῆς ἀγάπης Του.

Ὁπότε δὲν ὑπάρχουν στὸν Θεὸ τρία Πρόσωπα, ὅπως ὑπάρχουν σὲ μία οἰκογένεια τρία πρόσωπα.

Ὑπάρχουν Ὀρθόδοξοι θεολόγοι, Ρωσικῆς προελεύσεως, ποὺ λένε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι προσωπικὸς Θεός. Ὅτι δὲν εἶναι δηλαδὴ ὁ Θεὸς τῆς φιλοσοφίας, ποὺ εἶναι ἕνα ἀνθρώπινο στοχαστικὸ κατασκεύασμα, ἀλλὰ ὅτι εἶναι ἕνας προσωπικὸς Θεός74. Τὸ ἴδιο λένε καὶ στὴν δυτικὴ παράδοσι.

Στὴν Πατερικὴ ὅμως παράδοσι δὲν εἶναι ὁ Θεὸς προσωπικὸς Θεός. Μάλιστα ὁ Θεὸς οὔτε Θεὸς εἶναι! Ὁ Θεὸς δηλαδὴ δὲν ἀνταποκρίνεται σὲ τίποτε ποὺ μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ σκέπτεται ἢ θὰ μποροῦσε νὰ σκεφθῆ. Οὔτε οἱ σχέσεις μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου εἶναι προσωπικές. Οὔτε εἶναι σχέσεις ὑποκειμένου -ἀντικειμένου.

Ὁπότε, ὅταν μιλᾶμε γιὰ προσωπικὲς σχέσεις μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, σφάλλομε. Δὲν ὑπάρχουν τέτοιου εἴδους σχέσεις μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. Κατ᾿ ἐπέκτασιν αὐτῶν, ποὺ λέμε τώρα, μερικοὶ μιλοῦν γιὰ διαπροσωπικὲς σχέσεις ἢ γιὰ κοινωνία προσώπων, κατὰ τὸ πρότυπο τῶν σχέσεων τῶν Προσώπων τῆς Τριάδος. Αὐτὲς εἶναι ἐσφαλμένες συσχετίσεις. Οἱ σχέσεις μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων δὲν εἶναι ὅπως οἱ σχέσεις μεταξὺ ἀνθρώπων. Γιατί; Διότι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἕνας συνάδελφος.

Τὰ παραπάνω ἴσχυαν μέχρι τὴν Ἐνσάρκωσι. Μετὰ ὅμως τὴν Ἐνσάρκωσι τοῦ Θεοῦ Λόγου, μέσῳ καὶ λόγῳ τῆς Ἐνσαρκώσεως, ἔχομε προσωπικὲς σχέσεις μὲ τὸν Θεόν. Μὲ τὸν Θεὸν ὅμως ὡς Θεάνθρωπον (ὡς Υἱὸν Θεοῦ καὶ υἱὸν ἀνθρώπου). Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος.

Ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ Ἐνσάρκωσις ἐπέφερε μία εἰδικὴ σχέσι μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, μεταξὺ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων, ἡ ὁποία ὅμως σχέσις δὲν ὑπάρχει ἐξ ἐπόψεως Ἁγίας Τριάδος μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. Δὲν ἔχομε μὲ τὴν Ἁγία Τριάδα, μὲ τὴν ἄκτιστη Θεότητα τὴ σχέση ποὺ ἔχομε μὲ τὸν Χριστόν. Δηλαδὴ δὲν ἔχομε μὲ τὸν Πατέρα οὔτε μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα τὴν σχέσι ποὺ ἔχομε μὲ τὸν Χριστόν, μὲ τὸν ὁποῖον καὶ μόνον ἔχομε προσωπικὴ σχέσι. Ἡ Ἁγία Τριὰς ἦλθε σὲ προσωπικὴ σχέσι μὲ τὸν ἄνθρωπο μόνο διὰ τῆς Ἐνσαρκώσεως, μόνο διὰ τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ ἡ σχέσις δὲν ὑπῆρχε πρὶν τὴν Ἐνσάρκωσι. Διότι, πρὶν ἀπὸ τὴν Ἐνσάρκωσι, δὲν εἴχαμε σχέσεις μὲ τὸν Θεὸν ὡς μὲ ἄνθρωπον.

Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἄνθρωπος κατὰ τὸ ἄκτιστον. Εἰς τὴν ἀκτιστότητά Του δηλαδὴ ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἄνθρωπος οὔτε μοιάζει μὲ ἄνθρωπο. Ὁπότε, ὅταν ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος, δὲν ἔγινε ὁ Θεὸς κάτι ποὺ ἔμοιαζε μὲ τὸν ἑαυτὸν Του. Ἐνσάρκωσις δὲν σημαίνει ὅτι ὁ Θεὸς ἔλαβε μία φύσι ποὺ εἶχε κάποια ὁμοιότητα μὲ τὴν δικὴ Του φύσι. Δὲν ὑπάρχει ἀπολύτως καμμία ὁμοιότης μεταξὺ τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς φύσεως τοῦ Θεοῦ.

Γι᾿ αὐτὸν τὸν λόγο οἱ Πατέρες τονίζουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἀπαράλλακτος εἶναι μόνον ὁ Λόγος, ὁ Υἱός. Ὁ Λόγος εἶναι ἡ εἰκὼν τοῦ Πατρός. Γι᾿ αὐτό, ἐπειδὴ ὁ Λόγος εἶναι ἡ εἰκὼν τοῦ Πατρός, ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Πατρὸς ὡς Λόγος. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἀντίδοσι τῶν ἰδιωμάτων καὶ ὁ σαρκωμένος Λόγος, δηλαδὴ ἡ ἀνθρώπινη φύσι τοῦ Χριστοῦ εἶναι καὶ αὐτὴ ἡ εἰκὼν τοῦ Πατρός. Δηλαδὴ καὶ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις τοῦ Χριστοῦ εἶναι εἰκόνα τοῦ Πατρὸς ἐξ αἰτίας τῆς Ἐνσαρκώσεως.

Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Λέγεται βέβαια ὁ ἄνθρωπος εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, καταχρηστικῶς ὅμως. Κυριολεκτικῶς ὁ ἄνθρωπος εἶναι κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πλασμένος καὶ ὄχι εἰκόνα τοῦ Θεού75. Τὸ τί ἀκριβῶς εἶναι τὸ κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀναφέρεται στὴν Ἁγία Γραφὴ ὅτι ἐπλάσθη ὁ ἄνθρωπος, ἀπεκαλύφθη πλήρως μόνον εἰς τὴν Ἐνσάρκωσι76

Διότι ὁ προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ἀπ᾿ ἀρχῆς νὰ γίνη σὰν τὸν Χριστόν, δηλαδὴ κατὰ χάριν θεός. Νὰ φθάση εἰς τὸ καθ᾿ ὁμοίωσιν. Ἐνεργείᾳ τὸ κατ᾿ εἰκόνα σημαίνει ὁμοίωσιν μὲ τὸν Χριστὸν κατὰ τὴν εὐσπλαγχνίαν. Ὁπότε ὁ ἄνθρωπος ὡς μιμητὴς πλέον τοῦ Χριστοῦ γίνεται καὶ ἐκεῖνος εἰκόνα τοῦ Πατρὸς κατὰ χάριν μετέχων τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ.

Ἔτσι, ὅταν κάποιος φθάση στὴν θέωσι (δηλαδὴ στὸ καθ᾿ ὁμοίωσιν), τότε γίνεται κατὰ χάριν Χριστός, δηλαδὴ κατὰ χάριν θεός. Τότε γίνεται ὅμοιος μὲ τὸν Χριστὸν καὶ δὲν διαφέρει ἀπὸ τὸν Χριστὸν παρὰ μόνον κατὰ τὴν φύσιν. Ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι Θεὸς κατὰ χάριν, ἀλλὰ Θεὸς κατὰ φύσιν.

Ὁ Λόγος, ὅταν ἐσαρκώθη, ἔγινε κατὰ φύσιν ἄνθρωπος. Δὲν ἔγινε ὁ Λόγος κατὰ χάριν ἄνθρωπος, ἀλλὰ ἔγινε κατὰ φύσιν ἄνθρωπος. Δὲν ἔγινε δηλαδὴ κατὰ τὴν Ἐνσάρκωσι μία ἁπλὴ υἱοθεσία. Δὲν υἱοθέτησε κατὰ τὴν Ἐνσάρκωσι ὁ Θεὸς Πατὴρ ἕναν ἄνθρωπο γιὰ νὰ κατοικήση μέσα του καὶ κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ κάνη τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον Θεόν, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Λόγος, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἔγινε διὰ τῆς Ἐνσαρκώσεως κατὰ φύσιν ἄνθρωπος.

Ἔτσι στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἑνώθηκαν ἡ Θεία μὲ τὴ ἀνθρώπινη φύσι. Στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ συνυπάρχουν ἡ Θεία φύσις τοῦ Λόγου καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύσις ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως καὶ ἀδιαιρέτως ἑνωμένες. Ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ εἶναι Θεάνθρωπος, Θεὸς καὶ ἄνθρωπος ταυτοχρόνως, μὲ διακεκριμένα τὰ ἰδιώματα τῶν δύο φύσεων. Ἀντικρύζοντας τὸν Χριστό, ἀντικρύζομε τὸν σαρκωμένο Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Ὁ Λόγος, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, μετὰ τὴν Ἐνσάρκωσι εἶναι διὰ παντὸς ἑνωμένος μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύσι στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ77.

Ὁ ἄνθρωπος γίνεται κατὰ χάριν ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅταν φθάση στὴν κατάστασι τοῦ φωτισμοῦ, ἐνῶ, ὅταν φθάση στὴν θέωσι, γίνεται κατὰ χάριν θεός. Ὅμοιος μὲ τὸν Χριστὸν κατὰ χάριν. Οὐδέποτε κατὰ φύσιν. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ ἕνωσις τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸν δὲν εἶναι ὑποστατική, ὅπως συμβαίνει εἰς τὸν Χριστόν. Ὑπάρχει μόνο μία ὑποστατικὴ ἕνωσις τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύσι στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ ἄνθρωπος ἑνώνεται μόνον μὲ τὴν ἐνέργεια (τὴν Χάρι) τοῦ Θεοῦ. Οὔτε μὲ τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ ἑνώνεται ποτὲ ὁ ἄνθρωπος οὔτε μὲ τὴν ὑπόστασι τοῦ Λόγου. Ἑνώνεται μόνον μὲ τὴν ἀνθρωπίνη φύσι τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν Θεία Μετάληψι. Δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος ἑνώνεται μὲ τὴν τεθεωμένη, ἀναστημένη καὶ δεδοξασμένη ἀνθρωπίνη φύσι τοῦ Χριστοῦ καὶ δι᾿ Αὐτῆς, μὲ τὴν ἄκτιστη ἐνέργεια τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τοῦ Χριστοῦ78, ποὺ εἶναι ἡ ἄκτιστη Θεία Χάρις. Αὐτὴ εἶναι ποὺ σώζει, αὐτὴ εἶναι ποὺ ἀνασταίνει, αὐτὴ ποὺ θεραπεύει τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου.

Σημειώσεις
_________________

71. Βλ. Μητρ. Ἱεροθέου (Βλάχου), ένθ' ανωτ., σ. 228: «... Μεταξὺ ἀκτίστου καὶ κτιστοῦ μία εἶναι ἡ γέφυρα, ἕνα εἶναι τὸ σημεῖο ποὺ τὰ ἑνώνει. Αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός, στὸ Πρόσωπο τοῦ ὁποίου ἑνώθηκε ἀτρέπτως, ἀχωρίστως, ἀδιαιρέτως, ἡ θεία μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση ἢ γιὰ νὰ ἐκφρασθῶ καλύτερα ἡ θεία φύση προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση στὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου. Γι᾿ αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος, ποὺ εἶναι κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ, τὸ ὁποῖο κατ᾿ εἰκόνα εἶναι δυνάμει ὁμοίωση, ζῶντας μέσα στήν Ἐκκλησία καὶ ἑνωμένος μὲ τὸν Χριστὸ μπορεῖ νὰ γίνη ἐνεργείᾳ πρόσωπο. Βέβαια ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴ γέννησή του εἶναι δυνάμει πρόσωπο, ἀλλὰ πρέπει μὲ τὴν δύναμη τοῦ Χριστοῦ νὰ ἐνεργοποιήση τὴν ὑποστατικὴ αὐτὴ ἀρχή. Γίνεται πρόσωπο ἐν κοινωνίᾳ μὲ τὸν Θεό.... Μὲ τὴν ἀσκητικὴ καὶ μυστηριακὴ ζωὴ ἐνεργοποιεῖται ἡ ὑποστατικὴ ἀρχὴ στὸν ἄνθρωπο».

72. Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, Περὶ Μυστικῆς Θεολογίας, Εἰσαγωγή: Vladimir Lossky, Φιλόσοφος λόγος, ἔκδοσις Πολύτυπο, 1983, σ. 23: «Ὅσο γιὰ τὰ ὀνόματα, ποὺ ἀποδίδομε στὸν Θεό, μᾶς ἀποκαλύπτουν τὶς ἐνέργειές Του ποὺ κατέρχονται πρὸς ἐμᾶς, ἀλλὰ δὲν μᾶς φέρνουν κοντὰ στὴν ἀπρόσιτη οὐσία Του. Γιὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης κάθε ἔννοια ποὺ ἀναφέρεται στὸν Θεὸ εἶναι ὁμοίωμα, ἀπατηλὴ εἰκόνα, εἴδωλο. Οἱ ἔννοιες ποὺ σχηματίζουμε ἀκολουθῶντας τὴν φυσική μας κρίση καὶ γνώμη, κάνοντάς μας νὰ βασιστοῦμε σὲ μία νοητὴ ἀναπαράσταση, δημιουργοῦν εἴδωλα Θεοῦ, ἀντὶ νὰ μᾶς ἀποκαλύπτουν τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Δὲν ὑπάρχει παρὰ μονάχα ἕνα ὄνομα γιὰ νὰ ἐκφράση τὴν Θεία φύση- εἶναι ὁ θαυμασμὸς ποὺ κυριεύει τὴν (πιστὴ) ψυχή, ὅταν συλλογίζεται τὸν Θεό».

73. Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, ένθ' ανωτ., σ. 45: «Λέμε λοιπὸν ὅτι ἡ τῶν πάντων αἰτία, ποὺ ὅλα τὰ ὑπερβαίνει, οὔτε οὐσία εἶναι οὔτε χωρὶς ζωὴ οὔτε χωρὶς λόγο οὔτε χωρὶς νοῦ οὔτε σῶμα εἶναι. Οὔτε σχῆμα ἔχει ἢ εἶδος (μορφὴ) ἢ ποιότητα ἢ ποσότητα ἢ ὄγκο. Οὔτε βρίσκεται σὲ ὡρισμένο τόπο οὔτε βλέπεται οὔτε ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ οὔτε αἰσθάνεται οὔτε γίνεται αἰσθητὴ οὔτε συγχύζεται οὔτε ταράζεται οὔτε ἐνοχλεῖται ἀπὸ ὑλικὰ πάθη οὔτε ἀπὸ ἀδυναμία ὑπόκειται σὲ πάθη τῶν αἰσθήσεων, οὔτε ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ φῶς οὔτε παθαίνει ἀλλοίωση ἢ φθορὰ ἢ μερισμὸ ἢ στέρηση ἢ ροὴ οὔτε τίποτε ἄλλο ἀπ᾿ ὅσα παθαίνουν τὰ αἰσθητὰ οὔτε εἶναι τίποτε ἀπὸ αὐτά.

Καὶ ἀνερχόμενοι λέμε ὅτι οὔτε ψυχή εἶναι οὔτε νοῦς. Οὔτε εἶναι λόγος οὔτε εἶναι νόηση. Οὔτε λέγεται οὔτε νοεῖται. Οὔτε εἶναι ἀριθμὸς ἢ τάξη ἢ μέγεθος ἢ σμικρότητα ἢ ἰσότητα ἢ ἀνισότητα ἢ ὁμοιότητα ἢ ἀνομοιότητα. Οὔτε στέκεται οὔτε κινεῖται οὔτε ἡσυχάζει οὔτε ἔχει δύναμη οὔτε εἶναι δύναμη οὔτε εἶναι φῶς. Οὔτε ζεῖ οὔτε εἶναι ζωή. Οὔτε εἶναι οὐσία οὔτε εἶναι αἰῶνας οὔτε εἶναι χρόνος. Οὔτε νοητικὰ (γνωστικὰ) μπορεῖ κανεὶς νὰ ἔχη ἐπαφὴ μαζὶ Της οὔτε εἶναι ἐπιστήμη (γνώση) οὔτε εἶναι ἀλήθεια.

Οὔτε εἶναι βασιλεία οὔτε εἶναι σοφία. Οὔτε εἶναι ἕνα ἢ ἑνότητα ἢ θεότητα ἢ ἀγαθότητα οὔτε εἶναι πνεῦμα ὅπως ἐμεῖς ξέρουμε. Οὔτε υἱότητα οὔτε πατρότητα οὔτε τίποτε ἄλλο ἀπὸ ὅσα ἀφοροῦν ἐμᾶς ἢ κάποιο ἄλλο ἀπὸ τὰ γνωστὰ ὄντα. Οὔτε ἀνήκει στὰ μὴ ὄντα, ἀλλὰ οὔτε καὶ στὰ ὄντα καὶ οὔτε τὰ ὄντα γνωρίζουν τί εἶναι. Οὔτε αὐτή γνωρίζει μὲ τὴν γνώση τί εἶναι τὰ ὄντα. Οὔτε ὑπάρχει λόγος γι᾿ αὐτὴν οὔτε ὄνομα οὔτε γνώση. Οὔτε εἶναι σκοτάδι οὔτε εἶναι φῶς. Οὔτε πλάνη οὔτε ἀλήθεια. Οὔτε μπορεῖ καθόλου νὰ ὁρισθῆ μὲ τὴν κατάφαση ἢ τὴν ἀφαίρεση. Ἀλλὰ καὶ ὅταν τὰ προερχόμενα ἀπὸ αὐτὴν προσθέτουμε οὔτε ἀφαιροῦμε τίποτε. Ἐπειδὴ ἡ τέλεια καὶ ἑνιαία Αἰτία τῶν πάντων ξεπερνᾶ κάθε ὁρισμὸ καὶ κάθε πρόθεση καὶ ξεπερνᾶ κάθε ἀφαίρεση ἢ ὑπεροχὴ Ἐκείνου ποὺ ἁπλᾶ ἔχει ἀποδεσμευθῆ ἀπὸ ὅλα, ποὺ τὰ πάντα ὑπερβαίνει».

74. Θεωρία τοῦ Personalismus.

75. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Δηλ. ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκὼν εἰκόνος, ἐκείνης τοῦ Χριστοῦ.

76. Εἰς τὴν Ἐνσάρκωσι δηλαδὴ τελικὰ ἀπεκαλύφθη ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶχε δημιουργηθῆ κατ᾿ εἰκόνα τοῦ μεταγενεστέρου τοῦ χρονικὰ πρωτοτύπου, δηλαδὴ τοῦ Χριστοῦ.

77. Βλ. σχετικῶς Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου: Ἑορτοδρόμιον, Τόμος Γ', Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/κη, 1987, σ. 234 ἔ.

78. Καθ᾿ ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη φύσις τοῦ Χριστοῦ εἶναι, λόγῳ τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως μὲ τὸν Θεὸν Λόγον, ἡ κατὰ φύσιν πηγὴ τῆς ἀκτίστου δόξης.

«Πᾶνος» 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου