Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2021

Ἀριστείδης Δασκαλάκης: «Τό χέρι τοῦ παπᾶ»


(Σύντομο διήγημα ἐμπνευσμένο ἀπὸ πραγματικὲς περιστάσεις - Τὰ ὀνόματα εἶναι τυχαῖα)

«Σὰν συναντήσεις ἕναν ἱερέα καὶ ἕναν Ἄγγελο 
θὰ χαιρετήσεις πρῶτα τὸν ἱερέα καὶ μετὰ τὸν 
Ἄγγελο» (Γεροντικό)

Καθισμένος στὸ κεφαλόσκαλο  τοῦ ναοῦ ὁ παπᾶ Θόδωρος, λογίζονταν τὴ δοκιμασία ποὺ περνοῦσε, τὶς μεθοδεῖες τοῦ διαβόλου, τὴν ἀδιαφορία τῶν χωριανῶν, τὶς κατάρες τοῦ δασκάλου.
Δὲν τὸν πλησίαζαν σὰν νὰ ᾿χε χολέρα. Ποῦ εἶναι οἱ ἐποχὲς ποὺ ἔκαναν οὐρὰ τὰ παιδιά - σὰν σπουργίτια -  μπρὸς ἀπ᾿ τὸ χέρι του, ὄχι γιὰ νὰ πάρουν σπόρους ἀλλὰ  νὰ πάρουν τὴν εὐχή του. Κι ἔβαζε τὸ δεξί του χέρι πάνω στὰ κεφαλάκια τους καὶ τὰ βλογοῦσε. Ἄχ, ἂς ὄψεται αὐτὴ ἡ ἐπιδημία σκέφτηκε. Ἔργο διαβόλου,  μὲ συνεργὸ τὸν ἄνθρωπο.

Βασιλάκη μὴν πλησιάζεις τὸν παππούλη- φώναξε κάποτε μιὰ μαμά - μὴν τὸν κολλήσεις τίποτα. Ὅμως ὁ παππούλης, ἤξερε καλὰ πὼς αὐτὸς θεωροῦνταν κίνδυνος ἀπὸ τοὺς ἄλλους.

Θυμᾷται μιὰ γειτόνισσα ποὺ τοῦ παρήγγειλε  ἀρτοκλασία, μὲ τὴν προϋπόθεση νὰ μὴν ἀγγίξει τοὺς ἄρτους καὶ πιθανὸν μεταφέρει κανένα ἰό, στὴν περίπτωση ποὺ εἶναι φορέας.
Μᾶς πὼς θὰ ἀλλάξω τὸ μυστήριο παιδί μου; εἶχε ἀπαντήσει,  ἀρνούμενος τὴν ἀσέβεια. 
Ἤξερε ὅτι ὁ Θεός τὸν εἶχε ὁρίσει διαφορετικὸ ἀπ᾿ τοὺς ἄλλους. Ἦταν κληρικός.
Καὶ ὁ  ἱερέας, δὲν εἶναι ὁ ὁποιοσδήποτε τὸν ὁποῖον συναντᾶμε καὶ μὲ τὸν ὁποῖον συναλλασσόμαστε  στὴν καθημερινή μας ζωή. «Συναλλασσόμαστε» μὲ τὴν ἱεροσύνη του, τὸ λειτούργημά του. Τὸ σχῆμα του. Τὴν ἀποστολή του.
Τί τὰ θὲς ὅμως αὐτὰ σκέφτηκε. Ὁ κόσμος δὲν ἐνδιαφερόταν πιά. Ὄχι γι᾿ αὐτόν.
Μὰ γιὰ τὴν σωτηρία του. Κι ὁ παπᾶ Θόδωρος πονοῦσε. Πονοῦσε κι ἔκλαιγε.

Κοιτοῦσε τὸ δεξί του χέρι. Πῶς ἔγινε ἔτσι; Μοιάζει κουλὸ μαθές. Ποῦ βρέθηκαν τόσες φλέβες, τόσα σημάδια  καὶ ρυτίδες;
Ὀγδόντα χρόνια τὸ κουβαλάει, ἀλλὰ πρώτη φορὰ τὸ παρατηρεῖ μὲ τόση ἀκρίβεια.
Τώρα βλέπεις εἶχε τὸ χρόνο. 
Οὔτε τότε ποὺ ἦταν χλωρὸ καὶ φρέσκο δὲν τοῦ ἔδωσε ποτὲ σημασία, οὔτε τότε ποὺ τὸ ἔσπασε στὸ χωράφι δὲν γύρισε νὰ τὸ κοιτάξει. Μέχρι ποὺ μέστωσε, μαράθηκε,  ξεράθηκε.
Κοιτάζει τὸ χέρι του σὰν νὰ τὸ βλέπει πρώτη φορά. Ξένο τοῦ φαίνεται. Ἄεργο, ἄπραγο, καθόταν πάνω στὰ  πόδια του, σὰν καταδιωγμένο, σὰν κυνηγημένο.
Βγῆκε πιὰ στὴ σύνταξη. Μὰ βγαίνουν καὶ τὰ χέρια στὴ σύνταξη; Σκέφτηκε.

 
Τοῦ ἱερέως ποτέ. Μὰ ποῦ Ἁγία Πρόθεση γιὰ Προσκομιδή; Ποῦ Ἅγια Σκεύη γιὰ τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, ποῦ μικρὰ κεφαλάκια νὰ εὐλογήσει.  Θυμᾷται ποὺ ὅταν ἔβγαινε στὴν πλατεῖα τοῦ χωριοῦ γιὰ ψώνια, οὐρὰ ἔκαναν νὰ τοῦ φιλήσουν τὸ χέρι. Νὰ πάρουν εὐλογία. Λίγη ἀπ᾿ τὴν Χάρη. 
Ζητοῦσαν τὴν εὐχή του («Τὴν εὐχή σας, πάτερ») γιὰ ἕνα καλὸ κατευόδωμα, ἀλλὰ  καὶ τὴν «προσευχή» του, γιατί αὐτὸ σημαίνει ἡ λέξη «εὐχὴ» στὴν Ἁγία Γραφή.
Γιατί  ἡ προσευχὴ τῶν χριστιανῶν πρέπει νὰ περνάει ἀπὸ τὴν προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὴν προσευχὴ τῶν ἱερέων, γιὰ νὰ γίνει εἰσακουστὴ στὸ Θεό.
 
Θυμᾷται κόσμο ποὺ μὲ μιὰ ἐλαφρὰ κλίση τῆς κεφαλῆς πρὸς τὰ κάτω, («διὰ καταδύσεως ἡ πρὸς Θεὸν ἡμῶν ἄνοδος γίνεται»), ἀπεύθυνε μὲ ταπείνωση καὶ μὲ εὐλάβεια τὸ  Εὐλογεῖτε πάτερ  κι ἐκεῖνος μὲ συνείδηση τῆς ὑψηλῆς, τῆς ἁγίας καὶ ἱερῆς ἀποστολῆς του, ὡς πνευματικὸς φάρος Φωτὸς Χριστοῦ, ὡς λειτουργὸς τῶν ἁγίων μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Ἐσταυρωμένου καὶ Ἀναστημένου Ἰησοῦ, ὡς Ὀρθόδοξη παρουσία - μαρτυρία, ὡς πατέρας ὅλων, μὲ σεμνότητα καὶ παρρησία ἀπαντοῦσε : «Ὁ Κύριος». 
Δὲν  ζητοῦσαν ἀπὸ τὸν ἱερέα τὴν εὐλογία του μόνο, ἀλλὰ βαθύτερα  ζητοῦσαν ἀπ᾿ αὐτὸν τὸ λόγο, ποὺ ἔχει ἰδιαίτερα ὁ ἱερέας μὲ τὴν ἱεροσύνη του.
«Λόγος» δέ, εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ποὺ λέγεται «Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ».

Ἡ Χριστιανικὴ ἀγωγή, ἡ Ἑλληνορθόδοξη Πατερικὴ Παράδοση, ὁ πολιτισμός μας, ἡ ἱστορία μας, ἡ εὐγένεια ψυχῆς δὲν ἐπέτρεπαν τότε  ν᾿ ἀπευθυνθοῦν  στὸν κληρικό τους μὲ  στερεότυπους κοσμικοὺς χαιρετισμούς: «Καλημέρα», «Καλησπέρα», «Καληνύχτα». Ἤ, «νὰ ᾿σαι πάντα καλά», «νὰ περνᾶμε καλά», «ἄντε γειά», «τὰ λέμε». 
Τοὺς ἔβλεπε πλέον, νὰ τρέχουν μὲ σκυφτὸ τὸ κεφάλι ὅσο πιὸ μακριὰ γίνεται, γιὰ νὰ ἀποφύγουν τὴν ὑποχρέωση τοῦ χειροφιλήματος.
Τώρα πιὰ ἡ ψυχὴ ἀγρίεψε. Φοβᾷται γιὰ τὸ σῶμα. Δὲν θέλει ἐπ᾿ οὐδενὶ νὰ τὸ χάσει. Τρέμει τὸν ἰό.....κι ἀποφεύγει τὸν Υἱό.
 
Ξέχασαν μὲ μιᾶς, ὅτι αὐτὸ τὸ χέρι ποὺ τώρα ἀποφεύγουν μὲ τρόμο ὡς μολυσματικό, αὐτὸ τὸ χέρι τοὺς βάφτισε, αὐτὸ τὸ χέρι τοὺς πάντρεψε, αὐτὸ τοὺς μύρωσε, τοὺς φώτισε, τοὺς ἅγιασε, τοὺς μετέφερε τὴ συγχώρηση τοῦ Χριστοῦ, αὐτὸ τοὺς κοινώνησε πολλάκις τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Κι αὐτὸ τὸ χέρι ἔθαψε τοὺς ἀγαπημένους τους. Καὶ πιθανὸν αὐτὸ τὸ χέρι κάποιους ἀπ᾿ αὐτοὺς νὰ τοὺς βάλει μὲς στὸ μνῆμα. Δὲν φαντάζονται ὅμως πόσο ἔχει ροζιάσει ἀπ᾿ τὸ κομποσκοίνι, νὰ μετρᾷ κόμπους γιὰ  τὶς ψυχές τους. Αὐτὸ τὸ γέρικο καὶ ἁγιασμένο χέρι.

Κοιτάζει πάλι τὸ χέρι του. Τί νὰ τὸ κάνει; Νὰ τὸ κρύψει κάτω ἀπὸ τὸ ρασάκι του;  Νὰ μὴν τὸ βλέπει, ἔτσι ποὺ κατάντησε ἄεργο. Ἄχρηστο. Ἄπραγο.
Τόσα χρόνια δὲν γύρισε νὰ τὸ κοιτάξει καὶ τώρα δὲν μπορεῖ νὰ πάρει τὰ μάτια του ἀπὸ πάνω του. Ὑπηρέτησε πενῆντα ὁλάκερα ἔτη τὸ Ἱερὸ Θυσιαστήριο. 
Τώρα πιὰ τοῦ ἀπαγορεύεται ἀπ᾿ τὸν προϊστάμενο τοῦ ναοῦ. Ἄλλαξε καὶ κλειδαριὰ νὰ ᾿ναι σίγουρος πὼς ὁ παππούλης δὲν θὰ μπεῖ κρυφίως σὰν κρυπτοχριστιανὸς νὰ ὑπηρετήσει τὸν Κύριο.
Μὰ τί εἶναι αὐτό;  μονολογεῖ ὁ παπᾶ Θόδωρος. Εἶδε νερὰ πάνω στὸ χέρι του.
Ποῦ βρέθηκαν ἐκεῖ; Μὰ λὲς νὰ κλαίει; Μὰ κλαῖνε τὰ χέρια; σκέφτηκε.
 
Μὰ τὰ δάκρυα ποὺ κυλοῦσαν ἀπ᾿ τὰ μάτια εἶχαν βρέξει καὶ τὸ ράσο του.
Καὶ δὲν ἦταν δάκρυα λύπης ἢ θλίψης. Οὔτε δάκρυα ἀπογοήτευσης.
Μὰ δάκρυα χαρᾶς. Δάκρυα μετανοίας κι εὐγνωμοσύνης. Γιὰ ὅλες τὶς δοκιμασίες ποὺ παραχώρησε  ὁ καλὸς Θεός.
Γνώριζε καλὰ πὼς  δίχως θλίψεις δὲν μπορεῖ ὁ Χριστιανὸς νὰ εἰσέλθει   στὴ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου