Κυριακή, 26 Μαΐου 2019

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΚΥΡΙΑΚΗ 26 ΜΑΪΟΥ 2019

Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος (Ἁγίας Φωτεινής)

 
Ὕδωρ λαβεῖν ἐλθοῦσα τὸ φθαρτὸν γύναι,
Τὸ ζῶν ἀπαντλεῖς, ᾧ ῥύπους ψυχῆς πλύνεις.

Ὅλη αὐτὴ τὴ περίοδο ποὺ διανύουμε τώρα, ἐπεκτεινομένη σὲ πενήντα μέρες, ἑορτάζομε τὴν ἀπὸ τοὺς νεκροὺς ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, δεικνύοντας μὲ αὐτὴ τὴν παράταση τὴν ὑπεροχὴ τῆς ἀπέναντι στὶς ἄλλες ἑορτές.

Πραγματικὰ ὅλοι ὅσοι ἀναστήθηκαν ἀπὸ τοὺς νεκροὺς ἀναστήθηκαν ἀπὸ ἄλλους καί, ἀφοῦ πέθαναν πάλι, ἐπέστρεψαν στὴ γῆ. Ὁ δὲ Χριστός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, δὲν κυριεύεται πλέον καθόλου ἀπὸ τὸ θάνατο, γιατί δὲν ἐπέστρεψε πάλι στὴ γῆ, ἀλλὰ ἀνέβηκε στὸν οὐρανό, καθιστώντας τὸ φύραμά μας ποὺ εἶχε λάβει ὁμόθρονο μὲ τὸ Πατέρα ὡς ὁμόθεο.
Εἶναι ὁ μόνος ποὺ ἔγινε ἀρχὴ τῆς μελλοντικῆς ἀναστάσεως ὅλων καὶ πρωτότοκος ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ πατέρας τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.

Καὶ ὅπως ὅλοι ἁμαρτωλοὶ καὶ δίκαιοι, πεθαίνουν στὸν Ἀδάμ, ἔτσι στὸ Χριστὸ θὰ ζωοποιηθοῦν ὅλοι, ἁμαρτωλοὶ καὶ δίκαιοι, ἀλλὰ ὁ καθένας στὴ τάξη του. Ὅταν καταργήσει κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία καὶ δύναμη καὶ θέσει ὅλους τους ἐχθρούς του κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του, τελευταῖος ἐχθρὸς ποὺ θὰ καταργηθεῖ εἶναι ὁ θάνατος, κατὰ τὴ κοινὴ ἀνάσταση.

Ὁ Κύριος κηρύττοντας τὸ εὐαγγέλιο τῆς βασιλείας πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος, δεικνύει στοὺς μαθητὲς ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀξίων τῆς πίστεως δὲν θὰ γίνει μόνο ἀνάμεσα στοὺς Ἰουδαίους, ἀλλὰ καὶ ἀνάμεσα στοὺς Ἐθνικούς, στὴ σημερινὴ περικοπὴ τοῦ εὐαγγελίου.

Ἔρχεται ὁ Κύριος σὲ μία πόλη τῆς Σαμάρειας ποὺ λέγεται Σιχάρ. (Σαμάρεια ὀνομάσθηκε ἡ πόλη ποὺ ἔκτισε τὸ 880 π.Χ. ὁ βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ, Ἀμβρί, ἔπειτα τὸ ὄρος Σομὸρ ποὺ ἦταν ἡ ἀκρόπολή της καὶ τέλος ὅλο τὸ βόρειο βασίλειο τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ καταλύθηκε ἀπὸ τοὺς Ἀσσυρίους τὸ 721 π.Χ. καὶ ὁ ἡγεμόνας τους ἐγκατέστησε ἐκεῖ ἐθνικοὺς ἀπὸ πολλὰ μέρη).

Ἐκεῖ ἦταν ἡ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ, τὸ πηγάδι ποὺ ἐκεῖνος εἶχε ἀνοίξει. Κουρασμένος ὁ Κύριος ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία κάθισε μόνος του δίπλα ἀπὸ τὸ πηγάδι καὶ κάτω ἀφελῶς, γιατί οἱ μαθητές του πῆγαν νὰ ἀγοράσουν τροφές. Ἔρχεται ἐκεῖ μιὰ γυναίκα ἀπὸ τὴ Σαμάρεια νὰ πάρει νερὸ καὶ ὁ Κύριος διψώντας ὡς ἄνθρωπος, τῆς ζήτησε νερό.

Αὐτὴ ἀντιλήφτηκε ἀπὸ τὴν ἐμφάνισή του ὅτι ἦταν Ἰουδαῖος καὶ θαύμασε πῶς ἕνας Ἰουδαῖος ζητᾶ νερὸ ἀπὸ τὴν ἐθνικὴ Σαμαρείτιδα. Ἂν γνώριζες, τῆς εἶπε, τὴ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ σοῦ ζητᾶ νὰ πιεῖ νερό, ἐσὺ θὰ τοῦ ζητοῦσες καὶ θὰ σοῦ ἔδινε ζωντανὸ νερό. Ὁ Κύριος ἐπιβεβαίωσε ὅτι ἂν γνώριζε θὰ γινόταν μέτοχος πραγματικὰ ζωντανοῦ νεροῦ, ὅπως ἔπραξε καὶ ἀπόλαυσε ἀργότερα ὅταν τὸ ἔμαθε, ἐνῶ τὸ συνέδριο τῶν Ἰουδαίων ποὺ ἔμαθαν σαφῶς, ἔπειτα ἐσταύρωσαν τὸν Κύριο τῆς δόξης. Δωρεὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι, ἐπειδὴ θεωρεῖ ἀγαπητοὺς ὅλους ἀκόμα καὶ τοὺς μισητοὺς ἀπὸ τοῦ Ἰουδαίους ἐθνικοὺς καὶ προσφέρει τὸν ἑαυτό του καὶ καθιστᾶ τοὺς πιστοὺς σκεύη δεκτικά της Θεότητός του.

Ἡ Σαμαρείτιδα δὲν κατάλαβε τὸ μεγαλεῖο τοῦ ζωντανοῦ νεροῦ, ἀπορεῖ ποὺ θὰ βρεῖ νερὸ χωρὶς κουβὰ σὲ ἕνα βαθὺ πηγάδι. Ἔπειτα ἐπιχειρεῖ νὰ τὸν συγκρίνει μὲ τὸν Ἰακώβ, ποὺ τὸν ἀποκαλεῖ πατέρα, ἐξυμνώντας τὸ γένος ἀπὸ τὸν τόπο καὶ ἐξαίρει τὸ νερὸ μὲ τὴ σκέψη ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ βρεθεῖ καλύτερο. Ὅταν ὅμως ἄκουσε ὅτι τὸ «νερό ποὺ θὰ σοῦ δώσω» θὰ γίνει πηγὴ ποὺ τρέχει πρὸς αἰώνια ζωή, ἄφησε λόγο ψυχῆς ποὺ ποθεῖ καὶ ὁδηγεῖται πρὸς τὴ πίστη καὶ ζήτησε νὰ τὸ λάβει γιὰ νὰ μὴ ξαναδιψάσει. Ὁ Κύριος θέλοντας νὰ ἀποκαλύπτεται λίγο – λίγο, τῆς λέγει νὰ φωνάξει τὸν ἄνδρα της, γνωρίζοντάς της πόσους ἄνδρες εἶχε καὶ αὐτὸν ποὺ ἔχει τώρα δὲν εἶναι δικός της. Ἐκείνη ὅμως δὲν στενοχωρεῖται ἀπὸ τὸν ἔλεγχο, ἀλλὰ ἀμέσως καταλαβαίνει ὅτι ὁ Κύριος εἶναι προφήτης καὶ τοῦ ζητᾶ ἐξηγήσεις σὲ ψηλὰ ζητήματα.

Βλέπετε πόση εἶναι ἡ μακροθυμία καὶ ἡ φιλομάθεια αὐτῆς τῆς γυναίκας; Πόση συλλογὴ καὶ γνώση εἶχε στὴ διάνοιά της, πόση γνώση τῆς θεόπνευστης Γραφῆς; Καὶ ἀμέσως τὸν ρωτᾶ ποῦ πρέπει νὰ λατρεύεται σωστὰ ὁ Θεός, ἐδῶ σ’ αὐτὸ τὸν τόπο ἢ στὰ Ἱεροσόλυμα; Καὶ τότε παίρνει τὴν ἀπάντηση, ὅτι ἔρχεται ἡ ὥρα, ὁπότε οὔτε στὸ ὄρος αὐτὸ οὔτε στὰ Ἱεροσόλυμα θὰ προσκυνᾶτε τὸν Πατέρα. Τῆς γνωρίζει μάλιστα ὅτι ἡ σωτηρία εἶναι ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, δὲν εἶπε θὰ εἶναι, στὸ μέλλον, γιατί ἦταν αὐτὸς ὁ ἴδιος. Ἔρχεται ὤρα καὶ εἶναι τώρα ποὺ οἱ ἀληθινοὶ προσκυνητὲς θὰ προσκυνοῦν τὸ Πατέρα κατὰ Πνεῦμα καὶ ἀλήθεια.

Γιατί ὁ ὕψιστος καὶ προσκυνητὸς Πατέρας, εἶναι Πατέρας αὐτοαληθείας, δηλαδὴ τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ καὶ ἔχει Πνεῦμα ἀληθείας, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο καὶ αὐτοὶ ποὺ τὸν προσκυνοῦν, τὸ πράττουν ἔτσι διότι ἐνεργοῦνται δι’ αὐτῶν. Ὁ Κύριος ἀπομακρύνει κάθε σωματικὴ ἔννοια τόπο καὶ προσκύνηση, λέγοντας: «Πνεῦμα ὁ Θεὸς καὶ αὐτοὶ ποὺ τὸν προσκυνοῦν πρέπει νὰ τὸν προσκυνοῦν κατὰ Πνεῦμα καὶ ἀλήθεια». Ὡς πνεῦμα ποὺ εἶναι ὁ Θεὸς εἶναι ἀσώματος, τὸ δὲ ἀσώματο δὲν εὑρίσκεται σὲ τόπο οὔτε περιγράφεται μὲ τοπικὰ ὅρια. Ὡς ἀσώματος ὁ Θεὸς δὲν εἶναι πουθενά, ὡς Θεὸς δὲ εἶναι παντοῦ, ὡς συνέχων καὶ περιέχων τὸ πᾶν.

Παντοῦ εἶναι ὁ Θεὸς ὄχι μόνο ἐδῶ στὴ γῆ ἀλλὰ καὶ ὑπεράνω τῆς γῆς, Πατὴρ ἀσώματος καὶ κατὰ τὸν χρόνο καὶ σὲ τόπο ἀόριστος.

Βέβαια καὶ ἡ ψυχὴ καὶ ὁ ἄγγελος εἶναι ἀσώματα, δὲν εἶναι ὅμως σὲ τόπο, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ παντοῦ, γιατί δὲν συνέχουν τὸ σύμπαν ἀλλὰ αὐτὰ ἔχουν ἀνάγκη τοῦ συνέχοντος.

Ἡ Σαμαρείτιδα καθὼς ἄκουσε ἀπὸ τὸ Χριστὸ αὐτὰ τὰ ἐξαίσια καὶ θεοπρεπὴ λόγια, ἀναπτερωμένη, μνημονεύει τὸν προσδοκώμενο καὶ ποθούμενο Μεσσία, τὸν λεγόμενο Χριστὸ ποὺ ὅταν ἔρθει θὰ μᾶς τὰ διδάξει ὅλα. Βλέπετε πῶς ἦταν ἐτοιμότατη γιὰ τὴν πίστη; Ἀπὸ ποῦ θὰ γνώριζε τοῦτο, ἂν δὲν εἶχε μελετήσει τὰ προφητικὰ βιβλία μὲ πολλὴ σύνεση; Ἔτσι προλαβαίνει περὶ τοῦ Χριστοῦ ὅτι θὰ διδάξει ὅλη τὴν ἀλήθεια. Μόλις τὴν εἶδε ὁ Κύριος τόσο θερμή, τῆς λέγει ἀπροκάλυπτα: Ἐγὼ εἶμαι ὁ Χριστός, ποὺ σοῦ μιλῶ. Ἐκείνη γίνεται ἀμέσως ἐκλεκτὴ εὐαγγελίστρια καὶ ἀφήνοντας τὴ ὑδρία καὶ τὸ σπίτι της τρέχει καὶ παρασύρει ὅλους τους Σαμαρεῖτες πρὸς τὸ Χριστὸ καὶ ἀργότερα μὲ τὸν ὑπόλοιπο φωτοειδὴ βίο της (ὡς Ἁγία Φωτεινή) σφραγίζει μὲ τὸ μαρτύριο τὴν ἀγάπη της πρὸς τὸν Κύριο.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.

Τὸ φαιδρὸν τῆς Ἀναστάσεως κήρυγμα, ἐκ τοῦ Ἀγγέλου μαθοῦσαι, αἱ τοῦ Κυρίου Μαθήτριαι, καὶ τὴν προγονικὴν ἀπόφασιν ἀπορρίψασαι, τοῖς Ἀποστόλοις καυχώμεναι ἔλεγον· Ἐσκύλευται ὀ θάνατος, ἠγέρθη Χριστὸς ὁ Θεός, δωρούμενος τῷ κόσμῳ τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον τῆς Μεσοπεντηκοστῆς.

Μεσούσης τῆς ἑορτῆς διψῶσάν μου τήν ψυχήν εὐσεβείας πότισον νάματα· ὅτι πᾶσι, Σωτήρ ἐβόησας· Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω. Ἡ πηγή τῆς ζωῆς, Χριστέ ὁ Θεός, δόξα σοι.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὸ ὕδωρ ὡς ἤντλησας, τῆς αἰωνίου ζωῆς, εὑροῦσα καθήμενον, παρὰ τὸ φρέαρ σεμνή, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν, λόγοις σου θεηγόροις, καὶ ἐν ἄθλοις ἀνδρείοις, ᾔσχυνας τὴν ἀπάτην, Ἰσαπόστολε Μάρτυς· διὸ σὲ Ἀθληφόρε Φωτεινή, ὕμνοις γεραίρομεν.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Πίστιν Χριστοῦ.
Πίστειν ἐλθοῦσα ἐν τῷ φρεάτι, ἡ Σαμαρεῖτις ἐθεάσατο, τὸ τῆς σοφίας ὕδωρ σε, ᾧ ποτισθεῖσα δαψιλῶς, βασιλείαν τὴν ἄνωθεν ἐκληρώσατο αἰωνίως ἡ ἀοίδιμος.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἰσαπόστολε Φωτεινή, ἡ ἐκ Σαμαρείας, ἀνατείλασα ὡς ἀστήρ· χαῖροις ἡ τοῖς ῥείθροις, τοῦ νάματος τοῦ θείου, καὶ ἄθλοις μαρτυρίου, κόσμον εὐφράνασα.

Σύναξη πάντων των εν Αγίοις Πατέρων ημών Αρχιεπισκόπων και Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως


Την Κυριακήν της Σαμαρείτιδος, κατ’ έτος, τελείται εν τω Οικουμενικώ Πατριαρχείω η εορτή της «συνάξεως» επί τη ιερά μνήμη «πάντων των εν Αγίοις Πατέρων ημών Αρχιεπισκόπων και Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως». 

Το πρώτον η εορτή αύτη εθεσπίσθη προτάσει του νυν ευκλεώς Πατριαρχούντος Αυθέντου και Δεσπότου ημών κ.κ. Βαρθολομαίου του Α΄. Ούτως η Α.Θ.Π., ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, άμα τη εκλογή Του εν έτει 1991 μ.Χ., προέτεινεν εις την Ενδημούσαν Σύνοδον κατά την συνεδρίαν της 24ης Οκτωβρίου 1991 μ.Χ. την θέσπισιν κοινής εορτής πάντων των προκατόχων Αυτού Αγίων Πατριαρχών, από του ιδρυτού της Βυζαντίδος Εκκλησίας, Πρωτοκλήτου Ανδρέου, και του υπ’ αυτού κατασταθέντος πρώτου επισκόπου αυτής Στάχυος (38 – 54 μ.Χ.) έως και του Οικουμενικού Πατριάρχου Κυρίλλου του ΣΤ΄ (1813 – 1818 μ.Χ.) απαγχονισθέντος παρά την θύραν της Μητροπόλεως Ανδριανουπόλεως την 18ην Απριλίου 1821 μ.Χ. - «Ούτω θα έχομεν την ευκαιρίαν ίνα επικαλούμεθα την χάριν και την προς Κύριον μεσιτείαν αυτών υπέρ της Μητρός Εκκλησίας και υπέρ ημών αυτών» είπεν ο Πατριάρχης ημών εις εκείνην την συνεδρίαν. 

Συνοδική δε αποφάσει, κατά την συνεδρίαν της Αγίας και Ιεράς Συνόδου της 19ης Νοεμβρίου 1991 μ.Χ., εθεσπίσθη η εορτή αύτη και έκτοτε εορτάζεται πανηγυρικώς και εκκλησιοπρεπώς εις την καθέδραν του Οικουμενικού Πατριαρχείου και δη δια τελέσεως Πατριαρχικής και Συνοδικής Λειτουργίας, εν τω Πανσέπτω Πατριαρχικώ Ναώ του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του τροπαιοφόρου. 

Συνετάγη δε επί τούτω και ιερά ακολουθία, υπό του αοιδίμου υμνογράφου της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, Γερασίμου του Μικραγιαννανίτου, συμψαλλομένη κατά την Κυριακήν της Σαμαρείτιδος, μετά της του Πεντηκοσταρίου ακολουθίας, καθά το Τυπικόν της Μεγάλης Εκκλησίας διακελεύει. Ο δε, εκ των μελών της σεβασμίας Ιεραρχίας του Οικουμενικού Θρόνου, Μητροπολίτης Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου, υπέρτιμος και έξαρχος πάσης Χαλκιδικής, κ. Νικόδημος, εχάρισε εις την Μεγάλην Εκκλησίαν Ιεράν Εικόνα των Αγίων.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Βυζαντίου ποιμένες καὶ περίδοξοι πρόεδροι, ὤφθητε σοφοὶ Ἱεράρχαι διαφόροις ἐν ἔτεσι· διὸ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὑμῶν τὴν πολιτείαν εὐφημεῖ· δι’ αὐτῆς γὰρ φωστῆρες περιφανεῖς, πυρσεύετε τοὺς κράζοντας· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ βεβαιοῦντι δι’ ὑμῶν, πίστιν τὴν Ὀρθόδοξον.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χορείαν τὴν ἔνθεον, Ἱεραρχῶν τοῦ Χριστοῦ, συμφώνως τιμήσωμεν, ὡς Πατριάρχας σοφούς, καὶ θείους ἐκφάντορας· οὗτοι γὰρ δεδεγμένοι, τὴν τοῦ Πνεύματος αἴγλην, ὤφθησαν Ἐκκλησίας, ἀληθεῖς ποιμενάρχαι, πρεσβεύοντες τῷ Κυρίῳ, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τοῦ Βυζαντίου τοὺς ἁγίους ποιμένας, ὡς Ἱεράρχας τῆς Χριστοῦ Ἐκκλησίας, καὶ ἀρετῶν δοχεῖα πολυτίμητα, πάντες εὐφημήσωμεν, ἐν μιᾷ συμφωνίᾳ, πρὸς αὐτοὺς κραυγάζοντες· ἀπὸ πάσης ἀνάγκης, καὶ ἐπηρείας ρύσασθε ἡμᾶς, Ἀρχιεράρχαι Χριστοῦ ἐνθεώτατοι.

Μεγαλυνάριον
Κωνσταντινουπόλεως τοὺς σοφούς, καὶ κλεινοὺς Ποιμένας, εὐφημήσωμεν, οἱ πιστοί, τοὺς ἐν διαφόροις, ἐκλάμψαντας τοῖς χρόνοις, ὡς Ἐκκλησίας στύλους καὶ ἑδραιώματα.

Άγιος Κάρπος ο Απόστολος από τους Εβδομήκοντα


Καρποὺς ἐνεγκών, Κάρπε, δεκτοὺς Κυρίῳ,
Φέρεις καθ' ὥραν τὴν τελευτὴν ὡς τρύγην.
Εἰκάδι ἕκτῃ Κάρπος ἀπὸ χθονὸς ἵπτατο μακρῆς.

Ο Απόστολος Κάρπος έζησε στα χρόνια του βασιλιά Νέρωνα (52 μ.Χ.), και συναριθμείτε με τους εβδομήκοντα μαθητές του Κυρίου. Επίσης, ήταν συνεργάτης του Αποστόλου Παύλου και απ' ότι μαθαίνουμε από τη Β' προς Τιμόθεον επιστολή του (δ' 13), εργάσθηκε για τη διάδοση του Ευαγγελίου στην Τρωάδα. Έπειτα, έγινε επίσκοπος στη Βάρνα της Θράκης (ο δε Σ. Ευστρατιάδης, αναφέρει Βέρροια της Θράκης), όπου με την αγία του ζωή και το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, έγινε πνευματικός αστέρας πρώτου μεγέθους και φώτισε με τις θείες διδασκαλίες του όλη την επικράτεια της επισκοπής του.

Στο έργο του ο Κάρπος υπέστη πολλούς πειρασμούς και θλίψεις, που τις αντιμετώπισε με μεγάλη γενναιότητα και υπομονή. Δε φοβόταν τους πόνους και τις κακοπάθειες, αλλά έμπαινε δυναμικά στη μάχη, χωρίς να υπολογίζει το θυμό και την οργή των τυράννων. Είχε κατασταλάξει μέσα του ο λόγος του Κυρίου: «ἐν τῷ κοσμῷ θλίψιν ἔξετε» (Ευαγγέλιο Ιωάννου, ιστ' 33.).

Δηλαδή, εφόσον είστε μέσα στον κόσμο, θα έχετε θλίψη. Ο δρόμος για την ένωση με τον Κύριο δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, αλλά με δοκιμασίες, που με συνεχή αγώνα πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε, σύμφωνα με το άγιο θέλημά Του.

Ο Άγιος Κάρπος πέθανε ειρηνικά, φωτίζοντας με το παράδειγμά του πολλούς ανθρώπους.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’.
Ἀπόστολε Ἅγιε Κάρπε, πρέβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ , ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος γ’. Θείας Πίστεως.
Θείας χάριτος, τῇ κοινωνίᾳ, ἐκοινώνησας, δεσμῶν τῷ Παύλῳ, θεομακάριστε Κάρπε Ἀπόστολε, καὶ κοινωνοὺς θείας δόξης ἀνέδειξας, τοὺς δεξαμένους τὸ φέγγος τῶν λόγων σου. Ὅθεν πρέσβευε, Χριστῷ τῷ Θεῷ πανεύφημε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Καρποφόρος πέφηνας, τῇ μυστικῇ γεωργίᾳ, ὡς κλεινὸς Ἀπόστολος, καὶ ὑπηρέτης τοῦ Λόγου· ὅθεν σου, ὁ τῶν ἀγώνων καρπὸς ὁ θεῖος, κάρπωμα, τερπνὸν προσήχθη τῷ Παντεπόπτῃ· ὃν ἱκέτευε ἀπαύστως, Κάρπε θεόφρον, ἐλεηθῆναι ἡμᾶς.

Κάθισμα
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείαν ἔλλαμψιν τοῦ Παρακλήτου, Κάρπε πάνσοφε εἰσδεδεγμένος, τοὺς σκοτισθέντας ἀγνωσίᾳ ἐφώτισας, καὶ μεταστὰς πρὸς τὰ ἄνω βασίλεια, τῷ Βασιλεῖ τῶν ἁπάντων παρίστασαι, ἐξαιτούμενος, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἑκάστοτε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Μεγαλυνάριον
Παύλῳ τῷ θεόπτῃ διακονῶν, διάκονος ὤφθης, μυστηρίων πνευματικῶν, ὧν διαπορθμεύων, τοῖς θέλουσι τὴν χάριν, θαυμάτων ἀναβλύζεις, ὦ Κάρπε χάριτας.

Άγιος Αλφαίος ο Απόστολος


Θεού Λόγου το θείον Aλφαίον στόμα,
Tάφος καλύπτει πικρόν εγχανών στόμα.

Δεν υπάρχουν σαφή βιογραφικά του στοιχεία, γι' αυτό δεν μπορούμε να αποφανθούμε με βεβαιότητα ποιος Αλφαίος είναι. Κατ' άλλους (μεταξύ των οποίων και ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης) πρόκειται για τον Ιάκωβο τον Αλφαίο, έναν από τους Δώδεκα Αποστόλους και αδελφό του Ευαγγελιστή Ματθαίου (βλέπε 16 Νοεμβρίου), και κατ' άλλους, το οποίο είναι και πιθανότερο, για τον Αλφαίο ή τον Κλεόπα, σύζυγο της Μαρίας, συγγενούς της Θεοτόκου, ο οποίος έζησε, με τη σύζυγο και τα τέκνα του, εργαζόμενος υπέρ της διαδόσεως του Ευαγγελίου.

Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ὁ Νεομάρτυρας ὁ Δερβίσης


Δος την κεφαλήν ω Aλέξανδρ’ ευθύφρον,
Kαι στέμμα λάβε χειρός εκ του Kυρίου.

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἀλέξανδρος καταγόταν ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη καὶ ἔμενε στὴν περιοχὴ τῆς Λαοδηγίας ἢ Λαγωδιανῆς (σημερινὴ Λαοδηγήτρια). Οἱ γονεῖς του, θέλοντας νὰ διαφυλάξουν τὴν σωφροσύνη τοῦ υἱοῦ τους ἀπὸ τὶς κακόβουλες ἐπιθυμίες κάποιου Τούρκου, ἀναγκάστηκαν νὰ τὸν φυγαδεύσουν στὴ Σμύρνη. Ἐκεῖ ὁ Ἀλέξανδρος βρῆκε ἐργασία στὸ σπίτι ἑνὸς Τούρκου πασᾶ, ὁ ὁποῖος εἴτε δι’ ἀπάτης εἴτε διὰ τῆς βίας, κατόρθωσε νὰ τὸν πείσει νὰ ἀλλαξοπιστήσει. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονός, ὁ Ἀλέξανδρος ἐγκατέλειψε τὴ Σμύρνη καί, ἀφοῦ περιπλανήθηκε σὲ διάφορα μέρη, ἔφθασε στὴ Μέκκα, ὅπου προσκύνησε τὸν τάφο τοῦ Μωάμεθ καὶ ἔλαβε τὸ σχῆμα τοῦ δερβίση.

Ὡς δερβίσης πλέον περόδευσε πόλεις καὶ χωριὰ τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας κηρύττοντας τὴ μωαμεθανικὴ θρησκεία. Ἡ συνείδησή του ὅμως, ποὺ δὲν εἶχε νεκρωθεῖ τελείως, ἄρχισε νὰ τὸν ἐλέγχει γιὰ τὸ ἁμάρτημά του, ὥσπου τέλος μετανόησε καὶ ἄρχισε νὰ καλλιεργεῖ μέσα του τὴν πραγματικότητα τοῦ μαρτυρίου. Ἔτσι ὁ Ἀλέξανδρος, ἔχοντας ἐξωτερικὰ τὸ σχῆμα τοῦ δερβίση, ἐσωτερικὰ ὅμως νιώθοντας Χριστιανός, ζοῦσε ὡς διὰ Χριστὸν σαλὸς καὶ ἔλεγχε μὲ σκληρὰ λόγια τοὺς Τούρκους.

Αὐτὴ ἡ συμπεριφορά του προβλημάτισε καὶ ἐξόργισε τόσο πολὺ τοὺς Τούρκους στὸ Ραχήτι τῆς Αἰγύπτου, ὥστε ἀποφάσισαν νὰ τὸν φονεύσουν, κάτι τὸ ὁποῖο θὰ ἔκαναν, ἂν ὁ Ἀλέξανδρος δὲν ἐπληροφορεῖτο τὸ γεγονὸς ἔγκαιρα καὶ δὲν ἔφευγε ἀπὸ ἐκεῖ.

Τὸ 1784 ἦλθε στὴ Θεσσαλονίκη, χωρὶς ὅμως νὰ δώσει σημεῖα ἀναγνωρίσεως. Ἐκεῖ παρέμεινε γιὰ μικρὸ χρονικὸ διάστημα καὶ κατόπιν συνέχισε τὴν περιπλάνησή του σὲ διάφορα μέρη. Δέκα χρόνια ἀργότερα, τὸ 1794, κατὰ την περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὁ Ἀλέξανδρος ἔφθασε στὴ Χίο καὶ πῆγε σὲ κάποια ἐκκλησία, γιὰ νὰ συμμετάσχει σὲ μία Ἀκολουθία. Ἔχοντας τὸ σχῆμα τοῦ δερβίση περιφερόταν ἄνετα ἀνάμεσα στοὺς Τούρκους, τοὺς ὁποίους ἔλεγχε γιὰ τὴν σκληρὴ καὶ ἀπάνθρωπη συμπεριφορά τους, ἐνῶ συγχρόνως τοὺς κήρυττε τὴ φιλανθρωπία, τὴ σωφροσύνη καὶ τὴν ἀρετή. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πάλι φερόταν μὲ πολλὴ γλυκύτητα καὶ πραότητα ἀπέναντι στοὺς Χριστιανοὺς μὲ τοὺς ὁποίους ἐρχόταν σὲ ἐπαφή.

Στὴ Χίο δὲν παρέμεινε γιὰ πολύ. Πέρασε ἀπέναντι στὴ Σμύρνη μὲ σκοπό, στὸν τόπο ὅπου ἀρνήθηκε τὴν πίστη του, ἐκεῖ νὰ ἀποπλύνει τὸ ἁμάρτημά του μὲ τὴν ὁμολογία του. Μία ἑβδομάδα πρὶν ἀπὸ τὴν Πεντηκοστὴ καὶ ἡμέρα Τρίτη, παρουσιάστηκε μπροστὰ στὸν κριτὴ τῆς πόλεως, ὅπου ὁμολόγησε μὲ παρρησία τὴν πίστη του στὸν Ἕνα καὶ Ἀληθινὸ Θεὸ καὶ κατόπιν πέταξε τὸ δερβίσικο κάλυμμα τῆς κεφαλῆς του καὶ φόρεσε τὸ Χριστιανικό. 

Τὸ θέαμα αὐτὸ προκάλεσε τὴν ἔκπληξη καὶ συνάμα τὴν ὀργὴ τῶν παρισταμένων Τούρκων, οἱ ὁποίοι στὴν ἀρχὴ ἐξέλεξαν τὸν Ἀλέξανδρο ὡς τρελὸ καὶ προσπάθησαν μὲ τὰ λόγια νὰ τὸν μεταπείσουν. Ὅταν ὅμως εἶδαν τὴν ἐμμονή του, διέτεξαν τὴν φυλάκισή του. Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα ὁ Ἀλέξανδρος ὁδηγήθηκε γιὰ δεύτερη φορὰ στὸ κριτήριο, ὅπου παρ’ ὅλες τὶς ἀπειλὲς τῶν Τούρκων χλεύασε καὶ πάλι τὴν πίστη στὸ Μωάμεθ καί, ἐπειδὴ οὔτε μὲ τὶς κολακεῖες μπόρεσαν νὰ τὸν δελεάσουν, τὸν ξαναοδήγησαν στὴ φυλακή.

Ἡ ἡμέρα τῆς Παρασκευῆς θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς Τούρκους ὡς ἐπίσημη καὶ σεβάσμια ἡμέρα, γι’ αὐτὸ καὶ συγκεντρώνονταν ὅλοι οἱ προύχοντες στὸν κριτὴ τῆς πόλεως καὶ μετέβαιναν ὅλοι μαζὶ στὸ τζαμί, γιὰ νὰ προσευχηθοῦν. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα λοιπὸν διάλεξαν γιὰ νὰ ὁδηγήσουν τὸν Ἅγιο Ἀλέξανδρο καὶ πάλι στὸ κριτήριο, γιὰ νὰ τὸν ἀνακρίνουν. Ὁ Ἅγιος γιὰ τρίτη φορὰ ὁμολόγησε ἐνώπιον ὅλων τὴν πίστη του καὶ τὴ διάθεσή του νὰ μείνει σταθερὸς σὲ αὐτήν.
Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ ἀποφασίσθηκε ἡ θανάτωσή του. Τὸ 1794 ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ἀποκεφαλίσθηκε καὶ εἰσῆλθε μὲ τὸν ἀμαράντινο στέφανο τῆς δόξας στὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου του.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἐν ἀθλήσει νομίμως Μάρτυς ἠρίστευσας, καὶ τὸν σὲ τρώσαντα πρῲην κατηγωνίσω ἐχθρὸν, καὶ Μαρτύρων κοινωνὸς ὤφθης Ἀλέξανδρε. Ὅθεν ὡς ἅγιον βλαστόν, Θεσσαλονίκη σε τιμᾷ, καὶ πόθῳ σοι ἀνακράζει· Μὴ διαλίπῃς πρεσβεύων, ἐλεηθῆναι τοὺς τιμῶντάς σε.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἑορτάζει σήμερον, Θεσσαλονίκη ἡ πόλις, τὴν ἁγίαν μνήμην σου, Ἀλέξανδρε Νεομάρτυς· ταύτης γὰρ, γόνος καὶ βλάστημα θεῖον πέλων, ἤθλησας, ἐν Σμύρνῃ γνώμῃ ἀνδρειοτάτῃ, δι’ ἀγάπην τοῦ Κυρίου· ὅν ἐκδυσώπει σώζεσθαι ἅπαντας.

Μεγαλυνάριον.
Ἤθλησας νομίμως ὑπὲρ Χριστοῦ, Ἀλέξανδρε Μάρτυς, καὶ καθεῖλες τὸν δυσμενῆ· ὅθεν σου τὴν μνήμην, Θεσσαλονίκη ἄγει, τιμῶσα τοὺς ἀγῶνας, τῆς σῆς ἀθλήσεως.

Ὁ Ἅγιος Συνέσιος ὁ Ἐπίσκοπος


Συνέσιε, σύνεσιν δός μοι θείαν,
ἵνα ὑμνῶ σε ὡς λειτουργὸν Κυρίου.

Πολὺ φτωχὲς δυστυχῶς εἶναι οἱ πληροφορίες ποὺ ἔχουμε γιὰ τὸν Κύπριο αὐτὸν Ἅγιο. Τόσο τὸ συναξάρι ὅσο κι ἡ ἀκολουθία του ἐλάχιστα πράγματα μᾶς προσφέρουν.

Σύμφωνα μ’ αὐτὲς ὁ Ἅγιος Συνέσιος γεννήθηκε στὴν Καρπασία. Ἦταν ἄνθρωπος πρᾶος κι ἀνεξίκακος καὶ διαδέχτηκε στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τὸν Ἅγιο Φίλωνα. Αὐτοῦ μάλιστα καὶ τὸ ἱερὸ ἔργο ζήλωσε καὶ συμπλήρωσε.

Ὅταν ἔγινε ἐπίσκοπος, τὴν Καρπασία μὰ καὶ ὁλόκληρο τὸ νησὶ λυμαίνονταν οἱ αἱρέσεις.

Ὁ διάβολος ποὺ ξέρει νὰ μεταμορφώνεται καὶ «εἰς ἄγγελον φωτός», ὅπως μᾶς λέει ὁ θεῖος ἀπόστολος, χρησιμοποίησε ἀπ’ τὴν πρώτη στιγμὴ τοῦτο τὸ μέσο, γιὰ νὰ προσβάλει τὴ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μὲ τὴν ἐργασία καὶ τοὺς κόπους τῶν μακαρίων Πατέρων καὶ πρὸ παντὸς τῶν Ἁγίων Ἱεραρχῶν Ἐπιφανίου καὶ Φίλωνος εἶχε ἤδη ἐπικρατήσει σὲ ὅλη τὴν Κύπρο, πρόβαλε τὶς αἱρέσεις. Καὶ τὶς πρόβαλε γιὰ νὰ σκοτίσει τὰ πνεύματα, νὰ ταράξει τὶς συνειδήσεις καὶ νὰ κομματιάσει τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία. Ὁ κίνδυνος ἦταν πολὺ μεγάλος.

Αὐτὸ ποὺ δὲν πέτυχαν οἱ Αὐτοκράτορες τῆς Ρώμης μὲ τοὺς διωγμοὺς ποὺ κίνησαν ἐνάντια στὴν Ἐκκλησία καὶ μὲ τὰ βασανιστήρια τὰ ἀνήκουστα ποὺ χρησιμοποίησαν, ζήτησαν νὰ τὸ πετύχουν οἱ αἱρέσεις. Νὰ σκανδαλίσουν τοὺς Χριστιανούς. Νὰ ψυχράνουν τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὸν ζῆλο τους γιὰ τὴν πίστη κι ἔτσι σιγά – σιγά νὰ σβήσουν ἀπὸ τὶς καρδιές, τὴν ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὴ θρησκεία του.

Στοὺς διωγμοὺς ἡ Ἐκκλησία ἀντιστάθηκε μὲ τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων της. Στὶς αἱρέσεις πρόβαλε μαζὶ μὲ τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων της καὶ «τὴν μάχαιραν τοῦ Πνεύματος, ὁ ἐστὶ ρῆμα Θεοῦ» δηλαδὴ καὶ τὴ μάχαιρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία εἶναι ὁ ἄδολος καὶ φωτεινὸς λόγος τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ἔγινε καὶ στὴν Κύπρο μας. Ἐνάντια στὶς αἱρέσεις ποὺ σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Ἐπιφάνιο ξεπερνοῦσαν σὲ ἀριθμὸ τὸν καιρὸ αὐτὸ τὶς ὀγδόντα, κινήθηκε μὲ φλόγα καὶ χριστιανικὴ σύνεση ὁ Ἅγιος Συνέσιος. Μὲ τὸ ραβδὶ τοῦ ἱεραποστόλου καὶ τὴ μάχαιρα τοῦ Πνεύματος, ποὺ εἶναι τομώτερη καὶ ἀπὸ τὸ πιὸ κοφτερὸ ἐργαλεῖο ἀνέλαβε ὁ οὐρανοπολίτης Ἱεράρχης τὸν σκληρὸ ἀγῶνα γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση καὶ διάλυση τῶν αἱρέσεων.

Ἡ πραότητά του, ἡ γλυκύτητα τῶν λόγων του καὶ τὰ πειστικὰ ἐπιχειρήματά του ἐνισχυμένα μὲ τὰ πολλά του θαύματα φέρνουν παντοῦ καὶ τὰ ἀνάλογα ἀποτελέσματα. Οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ζητοῦν νὰ ξεσχίσουν τὸν ἄρραφο χιτῶνα τοῦ Κυρίου, παραμερίζονται ἀπὸ παντοῦ καὶ παραπλανημένοι πιστοὶ μὲ δάκρυα μετανοίας ξαναγυρνοῦν στὴ μάνδρα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἐπιτυχία εἶναι ἀφάνταστη. Σὲ λίγα χρόνια ἡ Ἁγία Νῆσος ξαναβρίσκει τὴν εἰρήνη της καὶ τὸν δρόμο τῆς χριστιανικῆς πίστεως.

Ἡ ζωὴ τοῦ μεγάλου Πατρὸς ὑπῆρξεν ἀληθινὰ μία ζωὴ ἐκδαπανήσεως καὶ θυσίας. Ἀλλὰ καὶ μία ζωὴ ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας. Ἡ καρδιά του πυρακτωμένη ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων ἀγωνιζόταν μέρα νύκτα νὰ σκορπίσει καὶ νὰ μεταδώσει στοὺς γύρω του αὐτὴ τὴ φλόγα. Τῆς ἀγάπης τὴ φλόγα, τὸ ἐνδιαφέρον, τὴ στοργή. Τὰ λόγια ποὺ ἀπευθύνει ὁ Κύριος στοὺς ὀπαδούς του «οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. ε’ 14) στέκονται πάντα φωτεινὰ μπροστά του.

Δὲν μποροῦν οἱ χριστιανοί μου νὰ γίνουν φωτεινοί, σκέπτεται, ἂν δὲν δοῦν σ’ ἐμένα τὸ πρότυπο, τὸ φωτεινὸ πρότυπο, τὸ ὁποῖο νὰ ἀντιγράψουν. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀγωνίζεται σκληρὰ καὶ παλαίει κυριολεκτικὰ γιὰ νὰ εἶναι «τύπος τῶν πιστῶν ἐν λόγῳ, ἐν ἀναστροφῇ, ἐν ἀγάπῃ, ἐν πνεύματι, ἐν πίστει, ἐν ἁγνείᾳ» (Α’ Τιμοθ. δ’ 12). Ὅπως λάμπει τοῦ ἥλιου τὸ φῶς ἔτσι λάμπει γύρω καὶ τοῦ μακάριου ἐπισκόπου ἡ ψυχή.

Εἶναι παράδειγμα ζωντανὸ ἡ ζωή του γιὰ τοὺς χριστιανούς του. Παράδειγμα στὰ λόγια καὶ στὴ συμπεριφορά του μ’ αὐτούς. Παράδειγμα καὶ στὴν ἀγάπη καὶ στὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ στὴν πίστη καὶ στὴν ἁγνότητα, ποὺ καὶ ὅταν δὲν μιλοῦσε, ἐνέπνεε καὶ αἰχμαλώτιζε καὶ καθοδηγοῦσε στὴ χριστιανικὴ ζωή.

Στὸ πρόσωπό του τὰ πιστά του τέκνα βρίσκανε πάντα τὸν στοργικὸ πατέρα καὶ τὸν ἀνέξοδο γιατρό, ποὺ ἤξερε νὰ γίνεται «τοῖς πᾶσι τὰ πάντα ἵνα πάντως τινὰς σώσει» (Α’ Κορινθ. θ’ 22).

Μὰ καὶ ὅταν ὁ Ἅγιος κοιμήθηκε, δὲν σταμάτησε νὰ προσφέρει σ’ ἐκείνους ποὺ μὲ πίστη καταφεύγουν στὴ χάρη του τὶς θεραπεῖες καὶ τὶς δωρεές του.

Πολλὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου ἀναφέρονται ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς Καρπασίας μ’ εὐλάβεια καὶ εὐγνωμοσύνη. Ἰδιαίτερα τιμᾶται σὰν θεραπευτὴς τῆς δυσουρίας. Ἀλλὰ καὶ ὅτι τιμωρεῖ μὲ τὴν ἴδια ἀρρώστια ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τολμοῦν καὶ δοκιμάζουν νὰ καταχραστοῦν τὴν περιουσία του. Ἐπίσης μεταξὺ τῶν κατοίκων ἐπικρατεῖ ἡ γνώμη ὅτι ὁ φιλάνθρωπος ἐπίσκοπος προσφέρει θαυματουργικὰ τὶς δωρεές του χωρὶς ἀνταλλάγματα ἀκριβὰ ἢ πολύτιμα. Εἶναι πολὺ ὀλιγαρκής. Καὶ ἕνα κρεμμύδι εἶναι ἀρκετὸ νὰ ἱκανοποιηθεῖ ὁ Ἅγιος καὶ νὰ προσφέρει τὴ θαυματουργικὴ θεραπεία του.

Ἕνα πρᾶγμα ὅμως δὲν θέλει. Νὰ τοῦ πειράξουν ἢ νὰ τοῦ ἀφαιροῦν τὰ δικά του.

Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ εὐλάβεια τῶν χριστιανῶν τῆς Κύπρου μας μὰ ἰδιαίτερα τῆς Καρπασίας στὸν Ἅγιο Συνέσιο εἶναι πολὺ μεγάλη. Αὐτῆς τῆς ἀγάπης καρπὸς εἶναι καὶ ὁ «θαυμαστὸς καὶ παράδοξος» ναός, τὸν ὁποῖον ἀνήγειραν πρὸς τιμήν του τὰ πνευματικά του παιδιά. Μέσα στὸν ὄμορφο καὶ ἐπιβλητικὸ τοῦτο ναὸ βρίσκονται τοποθετημένα τὰ ἅγια λείψανά του.

Κοντὰ στὸν ναὸ αὐτὸ διασῴζεται καὶ σήμερα μία μεγάλη σπηλιά, ποὺ εἶναι γνωστὴ μὲ τὸ ὄνομα «ὁ σπήλιος τ’ Ἄη Συνέση». Ἡ σπηλιὰ αὐτὴ στὰ πρῶτα χριστιανικὰ χρόνια τὰ δύσκολα, τὰ χρόνια τῶν διωγμῶν χρησίμεψε σὰν κατακόμβη καὶ σὰν νεκροταφεῖο τῶν τότε χριστιανῶν.

Στὴ σπηλιὰ αὐτὴ μαζευόντουσαν τὶς νύκτες οἱ πιστοὶ γιὰ νὰ ἐκτελέσουν τὰ θρησκευτικά τους καθήκοντα. Ἐκεῖ μακριὰ ἀπὸ τὰ περίεργα μάτια τῶν διωκτῶν καὶ μέσα στὸ μισοσκόταδο ποὺ μάταια προσπαθοῦσαν νὰ διαλύσουν μερικὰ κεράκια – προσφορὰ εὐλαβῶν ψυχῶν – γονάτιζαν οἱ χριστιανοί, γιὰ νὰ ὑψωθοῦν μὲ τὰ λόγια τοῦ Μυστηρίου τῆς ζωῆς σ’ ἄλλους κόσμους, κόσμους γαλανοὺς καὶ ὡραίους, κόσμους ἀγγελικούς.

Στὴν ἴδια τὴ σπηλιὰ πάλι, ὅταν κάποιος ἀπέθνησκε, οἱ ζωντανοὶ λάξευαν σὲ μία πλευρά της τὸν τάφο μέσα στὸν ὁποῖο ἔθαπταν τὸν νεκρό τους.

Ἡ σπηλιὰ εἶναι πολὺ μεγάλη. Σήμερα ὅμως εἶναι ἐγκαταλειμμένη καὶ χρησιμοποιεῖται σὰν μάνδρα. Στὰ βραχώδη τοιχώματά της ὑπάρχουν διάφορα ἀρκοσόλια πρᾶγμα ποὺ φανερώνει πὼς ἡ σπηλιὰ εἶχε χρησιμοποιηθεῖ σὰν κατακόμβη. Στὰ ἀρκοσόλια θὰ πρέπει νὰ ἔβαζαν οἱ χριστιανοὶ τὶς εἰκόνες τους καὶ νὰ ἔκαμναν τὴν προσευχή τους.

Κατὰ τὰ 800 χρόνια τῆς μαύρης δουλείας, τότε ποὺ ὅλα τάσκιαζε ἡ φοβέρα καὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά, ἡ σπηλιὰ αὐτὴ πόσες φορὲς δὲν θ’ ἀπέκρυψε ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ μαύρου δυνάστη τὶς πονεμένες καὶ καταδιωγμένες καρδιὲς ποὺ κατάφευγαν ἐκεῖ, γιὰ νὰ σωθοῦν ἀπὸ τὸ ἄσπλαχνο μαχαῖρι τῶν διωκτῶν; Ἀλλὰ καὶ πόσες φορὲς ἐκεῖ τὰ δακρυσμένα μάτια δὲν σπογγίστηκαν καὶ δὲν ἔλαμψαν ἀπὸ κάποια κρυφὴ ἐλπίδα, ὅταν ὁ παπαδοδάσκαλος τοὺς μιλοῦσε γιὰ τὰ περασμένα μεγαλεῖα καὶ ἔκλειε τὰ ἁπλά του λόγια μὲ κάτι παρόμοιο σὰν ἐκεῖνο ποὺ ὁ ποιητὴς διατυπώνει στὸν ἐμπνευσμένο στίχο του:

Μὴ σκιάζεστε στὰ σκότη.

ἡ λευτεριὰ σὰν τῆς αὐγῆς τὸ φεγγοβόλο ἀστέρι

τῆς νύχτας τὸ ξημέρωμα θὰ φέρει.

Ἡ ἀγάπη τοῦ ἁγίου Συνεσίου στὸ ποίμνιό του ποὺ ἐκδηλωνόταν μὲ τόσες θαυματουργικὲς θεραπεῖες συνεχίζεται ἀκόμη καὶ σήμερα σὲ ὅσους μὲ εὐλάβεια καὶ σεβασμὸ καταφεύγουν στὸν ἱερὸ ναό του καὶ μὲ πίστη ζητοῦν τὴ χάρη του. Ἀπὸ τὰ πολλά του θαύματα θὰ ἀναφέρουμε ἐδῶ μόνον ἕνα, ποὺ ἀπ’ τὴν πρώτη στιγμὴ ἐντυπωσιάζει γιὰ τὴν πρωτοτυπία του.

Ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου Συνεσίου συμπίπτει κάθε χρόνο τὴν ἐποχὴ τοῦ θερισμοῦ (26 Μαΐου). Τὴν ἡμέρα αὐτὴ ὁ Ἅγιος θέλει νὰ τὴν ἀργοῦν οἱ χριστιανοί. Καὶ αὐτὸ ἴσως γιὰ νὰ συνηθίσουν οἱ πιστοὶ νὰ σέβονται τὶς μεγάλες γιορτὲς καὶ τὴν Κυριακὴ ποὺ εἶναι μέρες ἱερὲς καὶ ἀφιερωμένες στὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ.

Ἂν τὴν ἀργία τῆς ἡμέρας αὐτῆς τῆς γιορτῆς του, τὴν καταπατήσουν οἱ χριστιανοὶ καὶ πᾶνε στὸ θέρος, τότε, λέγεται πὼς ὅ,τι θερίσουν καὶ μαζέψουν τὴν ἡμέρα αὐτή, τοῦτο σήπεται καὶ χάνεται. Εἶναι καὶ αὐτὸ μία παραχώρηση τοῦ Οὐράνιου Πατέρα, γιὰ νὰ θυμοῦνται οἱ πιστοὶ νὰ σέβονται καὶ νὰ τιμοῦν τὸν Ἅγιό τους.

Ἄραγε οἱ σημερινοὶ χριστιανοί, οἱ χριστιανοὶ τοῦ 20ου αἰῶνος θὰ θελήσουν νὰ προσέξουν μερικὲς ἀλήθειες, ἀλήθειες ἁπλὲς σὰν καὶ αὐτή;

Στὴν ἐποχή μας σκληροὶ ἀγῶνες ἀνελήφθησαν καὶ συνεχίζονται σ’ ὅλο τὸν κόσμο γιὰ τὴν ἐλάττωση τῶν ὡρῶν ἐργασίας τοῦ ἐργάτη. Καλὰ καὶ ἅγια ὅλα αὐτά.

Μὰ τὶς ἡμέρες ποὺ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, στοργικὴ μητέρα αὐτή, ὅρισε σὰν ἡμέρες ἀργίας καὶ ξεκουράσματος σωματικοῦ καὶ ψυχικοῦ καὶ εἶναι οἱ μέρες αὐτὲς μία ἀπὸ τὶς πρῶτες ἐργατικὲς νομοθεσίες, θὰ θελήσουμε οἱ χριστιανοὶ τῆς διαστημικῆς ἐποχῆς νὰ τὶς τηρήσουμε καὶ νὰ τὶς σεβαστοῦμε;

Ἀλήθεια! Θὰ τὸ θελήσουμε;

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.
Καρπασέων τὸ κλέος καὶ Κυπρίων ἀγλάϊσμα, καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, Ἱεράρχα Πατὴρ ἡμῶν Συνέσιε· διὸ τὴν χάριν τῶν θαυμάτων ἐξ οὐρανοῦ ἐδέξω μακάριε, θεραπεύειν τοὺς νοσοῦντας, καὶ τὰς ψυχὰς τῶν πίστει προστρεχόντων σοι. Δόξα τῷ δεδοκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ´.
Κανόνα πίστεως καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας διδάσκαλον, ἀνέδειξε σὲ τῇ ποίμνῃ σου, ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια. Διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ, τὰ πλούσια, πάτερ Ἱεράρχα Συνέσιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τῇ ὑπερμάχῳ καὶ θερμῇ ἀντιλήψει σου, προσφεύγομεν οἱ πιστοὶ πάτερ Συνέσιε, τοῦ λυτρωθῆναι διά σοῦ τῶν θλίψεων καὶ κινδύνων, ἀλλ᾿ ὡς ἔχων παῤῥησίαν πρὸς τὸν Κύριον, ἐκ παντοίων ἡμᾶς σῷζε περιστάσεων, ἵνα κράζωμεν, χαίροις πάτερ Συνέσιε.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ΄. Τὴν Σοφίαν καί Λόγον.
Ἐκ γαστρὸς ἡγιάσθης ὡς ἀληθῶς, Ἱερότατε πάτερ καὶ ἐπὶ γῆς, ὡς ἄγγελος ἐβίωσας, ἱεράρχα Συνέσιε, Φίλωνος δὲ τὸν βίον ζηλώσας, ἀξίως τε τῆς Τριάδος ἐδείχθης θεράπων μακάριε, ὅθεν καὶ πρὸς ζῆλον, τοῦ ἐνθέου σου βίου, ἡ πόλις ἐξέλαμψε, τῶν Καρπασέων θεοπνευστε. Διὰ τοῦτο βοῶμεν σοι, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Ὁ Οἶκος
Ὢ πατέρων ἀκρότης, Ἱεραρχῶν δὲ σεμνότης, εὐσεβούντων πρὸς Χριστὸν παῤῥησία, Καρπασέων πολιοῦχε καὶ φυτουργέ, πῶς ὑμνήσω τὴν σὴν βιοτὴν Ὅσιε; Ἀστράπτεις γὰρ τοῖς πέρασιν ὡς ἥλιος, διὸ βοῶ σοι ταῦτα: Χαῖρε τερπνὸν Κυρίου κλέος, χαῖρε σεπτὸν οἰκουμένης γέρας, χαῖρε Καρπασέων τὸ κάλλιστον βλάστημα, χαῖρε Ἱεραρχῶν τὸ θεῖον ἐντρύφημα, χαῖρε ὅτι τὰ οὐράνια σὺν ἀγγέλοις κατοικεῖς, χαῖρε ὅτι τὰ ἐπίγεια οὐρανόθεν διοικεῖς, χαῖρε τῶν πατέρων εὐθύτης καὶ κανῶν, χαῖρε τῶν ῥαθυμούντων πρὸς Θεὸν ἐγγυητής, χαῖρε πηγὴ θαυμάτων θεόβρυτος, χαῖρε σεπτὸν τοῦ πνεύματος ὄργανον, χαῖρε δι’ οὖ ἡ πατρίς σου ηὐγάσθη, χαῖρε δι οὖ ἡ σὴ ποίμνη ἐκλάμπει, χαῖρε πάτερ Συνέσιε.

Ὁ Ἅγιος Ἀβέρκιος ὁ Μάρτυρας

Bρώσις μελίσσαις Aβέρκιος προυτέθη,
Ων βρώσις ώφθη Kυρίω το κηρίον.

Ὁ Ἅγιος Ἀβέρκιος ἦταν υἱὸς τοῦ Ἀποστόλου Ἀλφαίου καὶ τελειώθηκε, ἀφοῦ κατεκεντήθη ἀπὸ μέλισσες.

Ἡ Ἁγία Ἑλένη ἡ Μάρτυς

Σος κόσμος ήσαν Eλένη Mάρτυς λίθοι,
Δι’ ώνπερ ώφθης ευπρεπής τω Nυμφίω.

Ἡ Ἁγία Ἑλένη, θυγατέρα τοῦ Ἀποστόλου Ἀλφαίου καὶ ἀδελφὴ τοῦ Ἁγίου Ἀβερκίου, τελειώθηκε διὰ λιθοβολισμοῦ.

Ὁ Ἅγιος Αὐγουστίνος Ἀρχιεπίσκοπος Καντουαρίας


Οἱ Σάξονες, οἱ Ἄγγλοι, οἱ Τζιοὺτς καὶ οἱ εἰδωλολάτρες Γερμανοί, οἱ ὁποίοι ἄρχισαν νὰ ἐγκαθίστανται στὴ Βρετανία ἀπὸ τὸ 454 μ.Χ., ἀφοῦ ἀπώθησαν διὰ πυρός καὶ σιδήρου στοὺς ὀρεινοὺς τόπους καὶ στὰ νησιὰ τοὺς Βρετανούς, ἐξακολούθησαν νὰ ζοῦν μέσα στὸ σκοτάδι τῆς πλάνης καὶ τῆς εἰδωλολατρίας.

Ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης Γρηγόριος ὁ Μέγας († 12 Μαρτίου), ἐκπληρώνοντας παλαιὸ διακαὴ πόθο του νὰ ἐκχριστιανίσει τοὺς Ἀγγλοσάξονες, ἀπέστειλε ἐκεῖ τὸν Ἅγιο Αὐγουστίνο, μοναχὸ τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου τῆς ὁμώνυμης μονῆς στὴ Ρώμη, συνοδευόμενο ἀπὸ σαράντα μοναχούς, γιὰ νὰ ἀναλάβει τὸ ἔργο αὐτό.

Ἀφοῦ ἔφθασαν μετὰ ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες στὴ Βρετανία, ἀποβιβάσθηκαν στὸ νησὶ Τάνετ τὸ 596 μ.Χ. καὶ ἀμέσως εἰδοποίησαν τὸν βασιλέα τοῦ Κὲντ Ἐθελμπέρτο († 25 Φεβρουαρίου) σχετικὰ μὲ τὴν ἄφιξή τους στὴ χώρα του καὶ γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτῶν. Μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες ὁ βασιλέας μετέβη αὐτοπροσώπος στὸ νησί, γιὰ νὰ τοὺς συναντήσει. Ἀφοῦ τοὺς ἄκουσε, δέχθηκε νὰ τοὺς παράσχει διευκολύνσεις, χωρὶς ὅμως νὰ ὑποσχεθεῖ ἢ νὰ δεσμευθεῖ ὅτι θὰ πίστευε καὶ ὁ ἴδιος στὸν Χριστό.

Τοὺς παραχώρησε, λοιπόν, κατοικία στὸ Καντέρμπουρυ, ὅπως καὶ τὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Μαρτίνου, τὸν ὁποῖο εἶχαν ἀφήσει οἱ παλαιοὶ Βρετανοί. Τὸ ναὸ αὐτὸ χρησιμοποιοῦσε ἡ βασίλισσα Μπέρθα, Χριστιανὴ ἀπὸ τὴν Γαλλία, ἡ ὁποία εἶχε ὡς προσωπικό της ἐφημέριο κάποιον Ἐπίσκοπο ἀπὸ τὸ Παρίσι.

Ἔχοντας τὸ ναὸ αὐτὸ ὡς ὁρμητήριο οἱ ἱεραπόστολοι μοναχοὶ ἄρχισαν νὰ κηρύττουν, νὰ βαπτίζουν καὶ νὰ τελοῦν τὴ Θεία Λειτουργία. Πολλοὶ εἰδωλολάτρες προσειλκύσθησαν ἀπὸ αὐτοὺς στὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Μετὰ παρέλευση ἑνὸς ἔτους, ὁ Ἅγιος Αὐγουστίνος μετέβη στὴν Ἀρελάτη, ὅπου χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Βιργίλιο. Ἀφοῦ ἐπέστρεψε, ἀπέστειλε στὴ Ρώμη τὸν Λαυρέντιο καὶ τὸν Πέτρο, γιὰ νὰ ζητήσουν καὶ ἄλλους ἱεραποστόλους πρὸς ἐνίσχυση τοῦ ἔργου τους.

Ὁ Πάπας Γρηγόριος ἀπέστειλε πολλοὺς ἐκλεκτοὺς μαθητές του, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν ὁ Μελέτιος († 24 Ἀπριλίου) πρῶτος Ἐπίσκοπος τοῦ Λονδίνου, ὁ Ἰοῦστος († 10 Νοεμβρίου) πρῶτος Ἐπίσκοπος Ρότσεστερ, ὁ Παυλίνος († 10 Ὀκτωβρίου) πρῶτος Ἀρχιεπίσκοπος Ὑόρκης καὶ ὁ Ρουφινιανός, τρίτος ἡγούμενος τῆς μονῆς τῶν Ἁγίων Πέτρου καὶ Παύλου Καντουαρίας. Ὁ Ἅγιος Βεδέας († 27 Μαΐου) ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης Γρηγόριος ἀπέστειλε διὰ τῶν ἱεραποστόλων αὐτῶν πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Βρετανίας πολλὰ ἱερὰ σκεύη γιὰ τὴ λατρεία, καλύμματα τοῦ Θυσιαστηρίου, ἄμφια τῶν ἱερέων, ἱερὰ λείψανα Ἁγίων καὶ πολλὰ βιβλία. Τὸ 604 μ.Χ. ἀπέστειλε πρὸς τὸν Ἅγιο Αὐγουστίνο τὸ παλλίον (ἐπισκοπικὸ ὠμοφόριο) μὲ ἐντολὴ νὰ χειροτονήσει δώδεκα Ἐπισκόπους ὑπαγόμενους στὴ μητροπολιτική του ἕδρα. Ἡ ἐντολὴ αὐτὴ δὲν ἐκτελέσθηκε ἀμέσως λόγῳ διαφόρων ἐκκλησιαστικῶν δυσχεριῶν.

Ὁ Ἅγιος Αὐγουστίνος λίγο πρὶν τὴν κοίμησή του χειροτόνησε ὡς διάδοχό του τὸν Ἅγιο Λαυρέντιο († 3 Φεβρουαρίου), γιὰ νὰ μὴν ἀπομείνει χωρὶς ποιμένα ἡ νεαρὴ Ἐκκλησία.
Ὁ Ἅγιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 605 μ.Χ. καὶ ὑπῆρξε ἀναμφίβολα ὁ θεμελιωτὴς τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἀγγλοσαξόνων.
-
Ὁ Ἅγιος Σιμίτριος ὁ Μάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Σιμίτριος μαρτύρησε μαζὶ μὲ ἄλλους εἴκοσι τρεῖς Χριστιανοὺς τὸ 159 μ.Χ.

Ὁ Ἅγιος Ζαχαρίας ὁ Ἱερομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ζαχαρίας ἦταν δεύτερος Ἐπίσκοπος τῆς Βιέννης καὶ μαρτύρησε ὑπὲρ Χριστοῦ τὸ 160 μ.Χ.

Οἱ Ὅσιοι Φουγάτιος καὶ Δαμιανός

Οἱ Ὅσιοι Φουγάτιος καὶ Δαμιανὸς ἔζησαν τὸν 2ο αἰώνα μ.Χ. Ἦταν μοναχοὶ στὴ Ρώμη καὶ ἀπεστάλησαν ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Ρώμης Ἐλευθέριο στὴν Ἀγγλία, γιὰ νὰ διαδώσουν τὸ Εὐαγγέλιο.
Κοιμήθηκαν μὲ εἰρήνη.

Ὁ Ἅγιος Πρίσκος ὁ Μάρτυρας καὶ ἡ συνοδεία αὐτοῦ

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Πρίσκος ἦταν Ρωμαῖος ἀνώτερος ἀξιωματικὸς καὶ ἔζησε τὸν 3ο αἰώνα μ.Χ. Ὑπηρετοῦσε στὴν πόλη Μπεζανσὸν τῆς Γαλλίας ὑπὸ τὶς διαταγὲς τοῦ Αὐρηλιανοῦ, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανὸς συνελήφθη μαζί μὲ τοὺς συστρατιῶτες του καὶ βασανίσθηκε. Ὁλοι τελειώθηκαν μαρτυρικὰ τὸ 272 μ.Χ. καὶ τὰ ἱερὰ λείψανά τους ἀνακαλύφθηκαν ἀπὸ τὸν Ἅγιο Γερμανὸ τῆς Ὡξέρρης, ὁ ὁποῖος ἀνήγειρε ναὸ πρὸς τιμὴν τῶν Ἁγίων Μαρτύρων.

Ὁ Ἅγιος Ἰούλιος ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἰούλιος ἔζησε κατὰ τὸν 3ο καὶ 4ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ὑπηρετοῦσε ὡς στρατιώτης στὸν Ρωμαϊκὸ στρατό. Ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανός, διαβλήθηκε στὸν ἔπαρχο Μάξιμο καὶ συνελήφθη. Οἱ εἰδωλολάτρες προσπάθησαν μὲ τὸν φόβο καὶ τὶς ὑποσχέσεις νὰ τὸν κάνουν νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ὁ Ἅγιος ὅμως μὲ πνευματική ἀνδρεία ὁμολόγησε τὴν ἀκλόνητη πίστη του στὸν Χριστό. Διακήρυξε μάλιστα μὲ παρρησία ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι Ἀληθινὸς Θεός, ὁ Ὁποῖος ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν, γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ ἀνοίξει τὶς πύλες τοῦ παραδείσου. 

Μετὰ ἀπὸ πιέσεις τοῦ ἄρχοντος ὁ Ἅγιος εἶπε μὲ γενναιότητα ὅτι προτιμᾶ νὰ πεθάνει καὶ νὰ ζήσει μὲ τοὺς Ἁγίους, παρὰ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του. Ἔτσι καταδικάσθηκε στὸν δι’ ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο τὸ 302 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.), στὸ Δορύστολο τῆς Μυσίας.
Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἰούλιος συνδεόταν μὲ τοὺς ἁγίους Πασικράτη, Βαλεντίωνα καὶ Ἡσύχιο, ποὺ μαρτύρησαν νωρίτερα († 24 Ἀπριλίου).

Οἱ Ἅγιοι Φηλικίσσιμος, Ἡρακλῆς καὶ Παυλίνος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Φηλικίσσιμος, Ἡρακλῆς καὶ Παυλίνος μαρτύρησαν τὸ 303 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.), στὴν πόλη Τόντι τῆς περιοχῆς τῆς Ὀμβρικῆς τῆς Ἰταλίας.

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεομάρτυρας ἐκ Βουλγαρίας


Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Γεώργιος γεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς στὴ Σόφια τῆς Βουλγαρίας. Μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια ἀτεκνίας τῶν γονέων του, ὁ Θεὸς εἰσάκουσε τὴν προσευχή τους καὶ τοὺς χάρισε ἕνα τέκνο, τὸ ὁποῖο ἀνατράφηκε μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου. Κατὰ τὴν περίοδο τῆς νεότητας τοῦ Ἁγίου, οἱ Τοῦρκοι προσπαθοῦσαν διὰ τῆς βίας νὰ κάνουν τοὺς Χριστιανοὺς νὰ ἀλλαξοπιστήσουν.

Ὁ Γεώργιος ἀρνήθηκε, οἱ Τοῦρκοι τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ὁδήγησαν ἐνώπιον τοῦ κυβερνήτη, ὁ ὁποῖος ἔκπληκτος ἀπὸ τὸ θάρρος καὶ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ Γεωργίου τοῦ ὑποσχέθηκε πλούτη καὶ τιμὲς ἀπὸ τὸν σουλτάνο Σελίνα (1512 – 1520). Ὁ Ἅγιος μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ θάρρος ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ἔλεγξε τὴ μουσουλμανικὴ θρησκεία. Ὁ Τοῦρκος κυβερνήτης ἔδωσε ἐντολὴ νὰ βασανίσουν τὸν Ἅγιο καὶ τέλος νὰ τὸν ρίξουν στὴν φωτιά, ὅπου τελειώθηκε λαμβάνοντας τὸν ἀμαράντινο στέφανο τοῦ μαρτυρίου. Ὅμως ξαφνικὰ ἔπιασε δυνατὴ βροχή, ἡ ὁποία ἔσβησε τὴ φωτιά. 

Ὅταν νύχτωσε, ἕνα φῶς ἀκτινοβολοῦσε πάνω ἀπὸ τὰ ὑπολείμματα τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου. Ἕνας εὐλαβὴς ἱερέας τὰ περισυνέλεξε καὶ τὰ ἐνταφίασε μὲ τιμή. Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου βρέθηκε καὶ μεταφέρθηκε στὴν πόλη Σρέντσε τῆς Βουλγαρίας.

Εὕρεσις Τιμίων Λειψάνων Ὁσίου Μακαρίου


Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη του στις 17 Μαρτίου.

Ἡ εὕρεση τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ὁσίου Μακαρίου ἔγινε στὶς 26 Μαΐου τοῦ 1521. Ἕνας ἔμπορος ἀπὸ τὴν πόλη Δμητρώφ, ὁ Μιχαὴλ Βορονικώφ, προσέφερε χρήματα γιὰ τὴν κατασκευὴ μιᾶς πέτρινης ἐκκλησίας ἀντὶ τῆς παλαιᾶς ξύλινης, ποὺ ὑπῆρχε στὸ μοναστήρι τοῦ Κολγιαζίν. Ὁ ἡγούμενος τοῦ μοναστηριοῦ, ὁ Ἰωάσαφ, τοποθέτησε ἕνα Σταυρὸ στὸ σημεῖο ποὺ προοριζόταν νὰ κτισθεῖ τὸ Ἱερὸ Βῆμα καὶ εὐλόγησε τὸ σκάψιμο τοῦ ἐδάφους γιὰ τὴν διάνοιξη τῶν θεμελίων. 

Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν ἐργασιῶν προέκυψε ἕνα πολύτιμο εὕρημα. Βρέθηκε ἕνα ἄφθαρτο φέρετρο ποὺ μοσχοβολοῦσε. Ὁ ἡγούμενος Ἰωάσαφ ἀναγνώρισε ἀμέσως τὸ φέρετρο τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς μονῆς, τοῦ Ὁσίου Μακαρίου, ὁ ὁποῖος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1483. Ἡ ἀδελφότητα τῆς μονῆς, μὲ τὴν παρουσία τῶν πιστῶν, ἐπιτέλεσε μνημόσυνο ἐπάνω στὸ φέρετρο, τὸ ὁποῖο στὴν συνέχεια μεταφέρθηκε στὸ ναό. Ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα τὰ ἄφθαρτα τίμια λείψανα τοῦ Ὁσίου ἄρχισαν νὰ ἐπιτελοῦν θαύματα καὶ θεραπεῖες ἀσθενῶν.

Ἀργότερα τὰ ἱερὰ λείψανα μεταφέρθηκαν ἐπίσημα στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μέχρι τὸ 1547 ὁ Ὅσιος Μακάριος ἐτιμᾶτο μόνο τοπικά, στὴ μονή του. Στὴ Σύνοδο τῆς Μόσχας, τὸ 1547, ἐπὶ τοῦ Μητροπολίτου Μακαρίου (1543 – 1564), ὁ Ὅσιος Μακάριος κατετάγη στοὺς Ἁγίους τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας.

Σύναξη των Αγίων της Δημητριάδος


Η εορτή καθιερώθηκε περι το 1970 μ.Χ. από τον Μακαριστό Μητροπολίτη Δημητριάδος κυρό Ηλία και η πανήγυρις επανήρχισε και πάλι το 1994 μ.Χ., με την ευλογία του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου κυρού Χριστοδούλου και έκτοτε συνεχίζεται κατ’ έτος η τιμή προς του Αγίους που έζησαν, δίδαξαν, ασκήθηκαν και μαρτύρησαν στην περιοχή της Δημητριάδος.

Πρόκειται για τον πρώτο Επίσκοπο Δημητριάδος Άγιο Βησσαρίωνα (βλέπε 15 Σεπτεμβρίου), τους Οσιομάρτυρες Δαμιανό τον εν Κισσάβω (βλέπε 14 Φεβρουαρίου) και Γεδεών τον εκ Καπούρνης (βλέπε 30 Δεκεμβρίου), τους Οσίους Συμεών τον Ανυπόδητο (βλέπε 19 Απριλίου), Γεράσιμο τον Νέο (βλέπε 14 Σεπτεμβρίου), Λαυρέντιο (βλέπε 10 Μαΐου) και Διονύσιο, Κτήτορα της Ιεράς Μονής Σουρβιάς (βλέπε 23 Ιανουαρίου), τους Νεομάρτυρες Απόστολο τον Νέο (βλέπε 16 Αυγούστου), Τριαντάφυλλο τον εκ Ζαγοράς (βλέπε 8 Αυγούστου) και Σταμάτιο (βλέπε 16 Αυγούστου) και τις Οσίες Ζηναϊδα και Φιλονίλλα (βλέπε 11 Οκτωβρίου).

Μνήμη των Ευρυτάνων Νεομαρτύρων

Τη τελευταία Κυριακή του μηνός Μαΐου εν άπαση τη περιοχή της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπακτίας και Ευρυτανίας, μνήμη των Εύρυτάνων Νεομαρτύρων.

Μνήμη των συνεργών του Αποστόλου Παύλου

Τη τελευταία Κυριακή του Μαΐου (25 - 31), πάνδημος επιτελείται εορτή εν Κορίνθω των συνεργών του Αποστόλου Παύλου.


Πηγές:http://www.saint.gr/05/26/index.aspx
http://www.synaxarion.gr/gr/m/5/d/26/sxsaintlist.aspx 
«Πᾶνος»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου