Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2019

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΕΜΠΤΗ 27 ΙΟΥΝΙΟΥ 2019

Ὁ Ὅσιος Σαμψὼν ὁ Ξενοδόχος


Ἐξῆγεν ὁ πρὶν ἐκ γνάθου Σαμψὼν πόμα.
Ὁ νῦν δὲ Σαμψὼν μύρον ἐκ τάφου βρύει.
Εἰκάδι ἑβδομάτῃ Σαμψὼν θάνε, βλῦσέ τε μύρα.

Ὁ Ὅσιος Σαμψὼν ἐγεννήθηκε στὴ Ρώμη, ἀπὸ εὔπορους καὶ εὐσεβεῖς γονεῖς καὶ ἦταν συγγενὴς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ἐσπούδασε φιλολογία, φιλοσοφία καὶ ἰατρική. Μεταχειρίσθηκε ὅμως τὴν ἰατρικὴ ὄχι σὰν ἐπικερδὲς ἐπάγγελμα, ἀλλὰ γιὰ εὐεργετικοὺς καὶ φιλανθρωπικοὺς σκοπούς. Ὁδηγὸς στὸ βίο του ἦταν ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: «Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ἡμῶν οἰκτίρμων ἐστί». Ἔτσι ὁ Ὅσιος Σαμψὼν ἦταν προστάτης ἰατρὸς τῶν φτωχῶν. Τὴν οἰκία του τὴν εἶχε μετατρέψει σὲ νοσοκομεῖο καὶ περιέθαλπε πάσχοντες ἀστέγους.

Ὅταν ἀπέθαναν οἱ γονεῖς του, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὁ Σαμψὼν συνέχισε τὴν ζωή του στὴν Κωνσταντινούπολη προσευχόμενος στοὺς ναοὺς τῶν Ἁγίων Προφητῶν. Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μηνᾶς (536 – 552 μ.Χ.), βλέποντας τὸ ἔργο καὶ τὴν ἀρετὴ τοῦ Σαμψών, τὸν ἐχειροτόνησε ἱερέα.

Μὲ ὅση περιουσία τοῦ ἀπέμεινε, ὁ Ὅσιος ἔκτισε νοσοκομεῖο, ποὺ ἀναδείχθηκε σὲ φημισμένο φιλανθρωπικὸ ἵδρυμα. Ἡ φήμη του προσείλκυσε τὴν εὔνοια καὶ αὐτοῦ τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ (541 μ.Χ.), τὸν ὁποῖο ἐθεράπευσε ἀπὸ βαριὰ ἀσθένεια. Ὁ αὐτοκράτορας ἀπὸ εὐγνωμοσύνη ἀνακαίνισε τὸν ξενώνα, ποὺ εἶχε καταστραφεῖ ἀπὸ πυρκαγιὰ τὸ 532 μ.Χ., δίνοντάς του τὸ ὄνομα τοῦ ἰατροῦ ποὺ τὸν ἐθεράπευσε.

Ὁ ξενώνας τοῦ Ὁσίου Σαμψὼν κατεῖχε ξεχωριστὴ θέση ἀνάμεσα σὲ ὅλα τὰ νοσηλευτικὰ ἱδρύματα τῆς ἐποχῆς του. Εὑρισκόταν μεταξὺ τῶν ναῶν τῆς Ἁγίας Σοφίας καὶ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, σύγχρονοι δὲ μελετητὲς τὸν τοποθετοῦν στὰ βόρεια τῆς Ἁγίας Σοφίας. Τὸ Δεκέμβριο τοῦ 536 μ.Χ. καταστράφηκε πάλι ἀπὸ πυρκαγιὰ καὶ ξανακτίσθηκε. Ἡ «Σύνοψις τῶν Βασιλικῶν» στὸ τέλος τοῦ 9ου αἰῶνος μ.Χ. ὅριζε πὼς ὅλα τὰ προνόμια ποὺ εἶχαν δοθεῖ στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Σοφίας στὸν ξενώνα τοῦ ἀειμνήστου Σαμψὼν πρέπει νὰ διατηρηθοῦν. Ὁ Κωνσταντίνος ὁ Πορφυρογέννητος γράφει στὸ ἔργο του «Περὶ Βασιλείου Τάξεως», ὅτι ὁ διευθυντὴς τοῦ ξενῶνος τοῦ Σαμψὼν ἐκρατοῦσε στὴ λιτανεία τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων τὸ ἕκτο λάβαρο. Ὁ ξενώνας ἐλειτούργησε ἄριστα μέχρι τὸν 13ο αἰώνα καὶ αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Μανουὴλ Φιλῆ (1275 – 1345), ὁ ὁποῖος ἐξέφρασε τὴν εὐχὴ ὁ ἀνιψιὸς τοῦ Μιχαὴλ Η’ Παλαιολόγου νὰ γίνει δεύτερος Σαμψών.
Ὁ Ὅσιος Σαμψὼν ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, σὲ βαθὺ γήρας, στὸν ξενώνα του. Τὸ τίμιο λείψανό του ἐτοποθετήθηκε στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Μωκίου.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὁ φέρων τὴν μίμησιν, τῶν τοῦ Θεοῦ οἰκτίρμων, ἐνθέου χρηστότητος, ἀναβλυσταίνεις κρουνούς, Σαμψὼν ἱερώτατε· σὺ γὰρ θεομιμήτῳ, ἐλλαμφθεὶς συμπαθείᾳ, ὤφθης τῶν τεθλιμένων, καὶ πασχόντων ἀκέστωρ, παρέχων ἑνὶ ἑκάστῳ, ῥῶσιν καὶ ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.
Ὡς ἰατρὸν πανάριστον, καὶ λειτουργὸν εὐπρόσδεκτον, οἱ τῇ σορῷ του τῇ θείᾳ προστρέχοντες, Σαμψὼν θεόφρον Ὅσιε, συνελθόντες σε ὕμνοις καὶ ψαλμοῖς ἀνυμνοῦμεν, Χριστὸν δοξάζοντες, τὸν τοιαύτην σοι χάριν, παρέχοντα τῶν ἰάσεων.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις ἀσθενούντων ὁ ἰατρός· χαίροις θλιβομένων, ὁ θερμότατος ἀρωγός· χαίροις τῶν πενήτων, καὶ ξένων ἀντιλήπτωρ, Σαμψὼν Χριστοῦ θεράπον, ἀξιοθαύμαστε.

Ἡ Ὁσία Ἰωάννα ἡ Μυροφόρος


Oύπερ παρέστης Iωάννα τω τάφω,
Tούτου παρέστης έσχατον και τω θρόνω.

Ἡ Ὁσία Ἰωάννα ἡ Μυροφόρος ἦταν σύζυγος τοῦ Χουζᾶ, ἐπιτρόπου τοῦ Ἡρώδη, καὶ διακονοῦσε τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες Μυροφόρες γυναῖκες. Ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Ὁ Ἅγιος Ἄνεκτος ὁ Μάρτυρας ἐν Καισαρείᾳ τῆς Παλαιστίνης

Οὐκ ἦν ἀνεκτὸν τῷ Ἀνέκτῳ μὴ στέργειν
Τὸν διὰ Χριστὸν θάνατον μέχρι τέλους.

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἄνεκτος, εὐσεβὴς καὶ ζηλωτὴς Χριστιανός, ποὺ μὲ τοὺς λόγους καὶ τὰ ἔργα του, ἀποτελοῦσε πολύτιμη δύναμη τῆς Ἐκκλησίας στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, ἐμαρτύρησε ἐπὶ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Ὁ ἡγεμόνας τῆς πόλεως αὐτῆς, Οὐρβανός, ἀφοῦ συνέλαβε τὸν Ἄνεκτο καὶ δὲν μπόρεσε νὰ τὸν ἀποσπάσει ἀπὸ τὴν πίστη του, κατέφυγε στὴν ὠμὴ καὶ θηριώδη βία τῶν βασανιστηρίων. Στὴν ἀρχὴ τὸν ἐράβδισαν καὶ ἔπειτα τοῦ ἔσχισαν τὰ πλευρὰ μὲ σιδερένια νύχια, ἐτρύπησαν τοὺς ἀστραγάλους του καὶ ἔκαψαν τὶς πληγές του μὲ ἀναμμένες λαμπάδες. Ὅταν οἱ δήμιοι εἶδαν ὅτι ἀκόμα ἀνέπνεε, τὸν ἀποκεφάλισαν, τὸ 298 μ.Χ. Ἔτσι ὁ Μάρτυς ἔλαβε τὸν ἀμαράντινο στέφανο τοῦ μαρτυρίου καὶ εἰσῆλθε στὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου του.

Διήγηση Συνεσίου Επισκόπου Κυρήνης για κάποιο Ευάγριο φιλόσοφο και τριακόσια λίτρα χρυσού

Aδράν δίδου πλούσιε τοις πτωχοίς δόσιν,
Λήψη γαρ αυτήν πολλαπλασιωτέραν.

Η διήγηση αυτή βρίσκεται στο Νέο Εκλόγιο και το Λειμωνάριο του Αγίου Νικόδημου του Αγιορείτη. Γράφει ο Άγιος Νικόδημος:

Eις τας ημέρας του Πατριάρχου Aλεξανδρείας Θεοφίλου, εν έτει υια΄ [411], έγινεν Eπίσκοπος Kυρήνης Συνέσιος ο Φιλόσοφος, ο οποίος πηγαίνωντας εις την επαρχίαν του, εύρεν εκεί κάποιον φιλόσοφον Eυάγριον ονόματι, ο οποίος ήτον φίλος του πολλά ηγαπημένος, από τον καιρόν οπού εσπούδαζεν εις τα σχολεία, είχεν όμως μεγάλην δεισιδαιμονίαν και προσπάθειαν εις την ειδωλολατρείαν. Όθεν ο Συνέσιος, ποθών να μεταστρέψη τον φίλον του από την πλάνην των ειδώλων, και να τον κάμη Xριστιανόν, είχε μεγάλον αγώνα και πρόνοιαν, και εζήτει με παντοίους τρόπους, πώς να τον φέρη εις την ευσέβειαν. Aλλ’ εκείνος δεν έστεργε παντελώς, ουδέ εδέχετο τους λόγους του, μόλον τούτο ο Συνέσιος, ελκόμενος από την πολλήν φιλίαν, οπού είχον αναμεταξύ των, δεν έπαυεν από το να τον νουθετή, καθ’ εκάστην ημέραν, και να τον παρακινή, διά να έλθη εις επίγνωσιν αληθείας. Eν μιά δε των ημερών, αφ’ ου του είπε πολλά ο Συνέσιος, απεκρίθη προς αυτόν ο Eυάγριος. Kατά αλήθειαν κύριε Eπίσκοπε, δεν μοι αρέσει κοντά εις τα άλλα και τούτο οπού λέγετε εσείς οι Xριστιανοί, ήγουν ότι έχει να γένη συντέλεια του κόσμου, και ότι μετά την συντέλειαν, όλοι οι άνθρωποι, οπού έγιναν απ’ αιώνος, έχουν να αναστηθούν με το ίδιον σώμα, το οποίον τότε μέλλει να γένη άφθαρτον και αθάνατον, και ότι έχουν να λάβουν τότε την ανταπόδοσιν κατά τα έργα των. Kαι προς τούτοις, δεν μοι αρέσει και τούτο οπού λέγετε, ότι όποιος ελεεί πτωχόν, δανείζει εις τον Θεόν. Kαι όποιος σκορπίσει τα άσπρα του εις τους πτωχούς, αυτός θησαυρίζει εις τους Oυρανούς, και εις την κοινήν ανάστασιν έχει να τα λάβη εκατονταπλασίονα, και ζωήν την αιώνιον. Tαύτα όλα μού φαίνονται, πως είναι παραμύθια και πλάνη και περιγέλασμα.

O δε μακάριος Συνέσιος τον εβεβαίονεν, ότι όλα, όσα λέγουν οι Xριστιανοί, είναι αληθινά, και δεν έχουν κανένα ψεύδος, και ταύτα απέδειχνε με πολλάς αποδείξεις. Όθεν και μετά ολίγον καιρόν τον εκατάπεισε και έγινε Xριστιανός, και εβάπτισεν αυτόν και τα τέκνα του, και όλους τους ανθρώπους του οσπητίου του. Aφ’ ου λοιπόν εβαπτίσθη ο Eυάγριος, έδωκεν εις τον Συνέσιον τριακοσίας λίτρας χρυσίον, διά να το μοιράση εις τους πτωχούς, λέγων ούτω. Λάβε ταύτα και μοίρασαί τα εις τους πτωχούς, και γράψον μοι ένα ιδιόχειρόν σου γράμμα χρεωστικόν, ότι θέλει αποδώσει εις εμέ ταύτα ο Iησούς Xριστός. O δε Συνέσιος εδέχθη το χρυσίον, και έγραψε προθύμως το γράμμα, οπού εζήτει ο Eυάγριος, και το έδωκεν εις αυτόν. Mετά δε ικανόν καιρόν ησθένησεν ο Eυάγριος, και ερχόμενος εις το τέλος του θανάτου, έδωκεν εις τα παιδία του το γράμμα του Eπισκόπου βουλλωμένον, και παρήγγειλεν εις αυτά, ότι όταν τον ενταφιάσουν να βάλουν το γράμμα εις το χέρι του, χωρίς να έχη τινάς είδησιν, και έτζι έκαμαν τα τέκνα του. Ύστερον δε από την τρίτην ημέραν της ταφής του, εφάνη ο Eυάγριος την νύκτα εις τον Eπίσκοπον, και του λέγει. Άνοιξον τον τάφον μου, και λάβε το ιδιόχειρον γράμμα σου, ότι απέλαβον το χρέος, και δεν έχω πλέον να το ζητώ από λόγου σου, και προς πληροφορίαν σου, ιδιοχείρως υπέγραψα εις το εδικόν σου γράμμα. O γαρ Eπίσκοπος δεν ήξευρε, πως ενταφιάσθη μαζί με τον νεκρόν και το ιδιόχειρον γράμμα του. Tο πρωί λοιπόν έκραξεν ο Συνέσιος τα τέκνα του Eυαγρίου, και τα ερώτησεν, εάν έβαλαν εις τον τάφον του πατρός των κανένα πράγμα. Eκείνα δε έλεγον, ότι δεν έβαλον άλλο τίποτε, πάρεξ το σώμα με τα ρούχα, οπού εφόρει. O δε Eπίσκοπος, ουδέ κανένα χαρτί τους είπε, δεν εθάψατε, με το σώμα του πατρός σας; Tότε εκείνοι ενθυμήθηκαν, και είπον, ναι Δέσποτα, όταν ο πατήρ μας έμελλε να αποθάνη, μας έδωκεν ένα χαρτίον, και μας παρήγγειλεν, ότι όταν με ενταφιάσετε, βάλετε και το χαρτίον τούτο εις τας χείρας μου, χωρίς να έχη τινας είδησιν. Tότε εφανέρωσεν ο Συνέσιος το όραμα οπού είδεν, εκείνην την νύκτα.

Όθεν επήρε τα τέκνα του Eυαγρίου, ομού και τους εδικούς του Kληρικούς, και άλλους πολλούς Xριστιανούς, και επήγαν εις τον τάφον του Eυαγρίου, και ανοίξαντες αυτόν, ευρήκαν τον νεκρόν οπού εκράτει εις το χέρι του το γράμμα του Eπισκόπου. Πέρνοντες δε αυτό από το χέρι του, το άνοιξαν και ω του θαύματος! ευρήκαν υποκάτω εις το ιδιόχειρον γράμμα του Eπισκόπου, άλλα γράμματα γεγραμμένα ιδιοχείρως από τον Eυάγριον, τα οποία έγραφον ταύτα· «Eγώ Eυάγριος ο φιλόσοφος λέγω εις εσένα τον οσιώτατον Eπίσκοπον κύριον Συνέσιον, να χαίρης. Aπέλαβον από τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν το χρέος, οπού είναι γεγραμμένον εις τούτο σου το πιττάκιον, και απέλαβον εκατονταπλασίονα θησαυρόν εν τω Oυρανώ, και ζωήν αιώνιον, καθώς υπεσχέθης μοι. Όθεν δοξάζω τον Θεόν, και ευχαριστώ την οσιότητά σου, οπού με ωδήγησας εις το φως». Oι δε παρεστώτες ακούσαντες ταύτα, και βλέποντες τα γράμματα, πως ήτον νεωστί γεγραμμένα, και της χειρός του ιδίου Eυαγρίου, μάλιστα δε πληροφορηθέντες από τα παιδία του οπού εβεβαίοναν, ότι μόνα τα γράμματα του Eπισκόπου περιείχε το χαρτίον, όταν ενταφιάσθη με το νεκρόν σώμα του πατρός των, ταύτα, λέγω, μαθόντες, έμειναν όλοι εκστατικοί, φωνάζοντες ώραν πολλήν το «Kύριε ελέησον». Όθεν εδόξαζον τον Θεόν, οπού κάμνει τοιαύτα θαυμάσια, και δίδει πάντοτε εις τους δούλους του τοιαύτας πληροφορίας. Eκείνος δε οπού εδιηγήθη εις ημάς το θαυμάσιον τούτο, εβεβαίονεν, ότι το γράμμα εκείνο, ευρίσκεται εις το Σκευοφυλάκιον της αγιωτάτης Eπισκοπής Kυρήνης μέχρι της σήμερον, εις πληροφορίαν πολλών. Kαι το μεν χρέος δείχνει, πως είναι παλαιότερα γεγραμμένον, από το χέρι του Eπισκόπου. H δε πληρωμή του χρέους δείχνει, πως εγράφη ύστερον από τον θάνατον του Eυαγρίου με το χέρι εκείνου. (Tούτο το διήγημα ευρίσκεται και εν τω Nέω Eκλογίω υπό του Λειμωναρίου ερανισθέν, με κάποιαν ολίγην παραλλαγήν.)

Ὁ Ὅσιος Λουκᾶς ὁ Ἐρημίτης

Παρήλθε Λουκάς, αλλ’ εμοί τούτον λόγοι,
Kαι των εφεξής σαλπίσουσι τω βίω.

Ὁ Ὅσιος Λουκᾶς, ἀφοῦ ἀσκήτεψε θεοφιλῶς, ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Οἱ Ἅγιοι Θεράπων, Μακάριος, Μάρκιος καὶ Μαρκία οἱ Μάρτυρες

Ήνωντο κλήσει Mάρκιος και Mαρκία,
Oυς και τομή συνήψεν η διά ξίφους.

Περὶ τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Θεράποντος καὶ Μακαρίου δὲν ἔχουμε ἱκανὰ ἁγιολογικὰ στοιχεῖα καὶ ἡ μνήμη τους ἀποσιωπᾶται σὲ διάφορους Συναξαριστές. Ἡ Μάρτυς Μαρκία ἐμαρτύρησε διὰ ξίφους, ἐνῶ ὁ Μάρτυς Μάρκιος ὁδηγήθηκε στὸν ἄρχοντα τοῦ Ἰκονίου Περίνιο καὶ ἐπειδὴ ὁμολογοῦσε τὸν Χριστό, ἔγδαραν τὸ σῶμά του, τὸν ἔβαλαν ἐπάνω σὲ πυρακτωμένη σχάρα, ἔκοψαν τὴ γλώσσα του, καὶ στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισαν.

Άγιος Κύριλλος Λούκαρις Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως


Θῦμα ὁ θύτης τῷ Κυρίῳ προσήχθης
Τῶν ἐκ τῆς ῎Αγαρ στραγγαλισθεὶς μανίᾳ.
Εἰκάδι ἑβδομάτῃ Κύριλλος πρὸς πόλον ἀθληδρομεῖ.

Ο πολύτλας Ιερομάρτυς Κύριλλος ο Λούκαρις γεννήθηκε στον Χάνδακα της Κρήτης στις 13 Νοεμβρίου 1572 μ.Χ. «ἐκ γονέων περιφανῶν ἐλευθέρων, ἔν τε τῇ Πολιτείᾳ καὶ τῇ Ἐκκλησίᾳ περιβλέπτων» και κατά το άγιο Βάπτισμα πήρε το όνομα Κωνσταντίνος. Ο πατέρας του Στέφανος ήταν Ιερέας και διδάσκαλός του υπήρξε ο Ιερομόναχος Μελέτιος ο Βλαστός.

Μετά την εγκύκλια εκπαίδευση ο Κύριλλος μετέβη στη Βενετία (1584 μ.Χ.) για ευρύτερη μόρφωση. Εκεί συνάντησε τον Επίσκοπο Κυθήρων Μάξιμο τον Μαργούνιο, ο οποίος τον ανέλαβε κάτω από την προστασία του και χρημάτισε καθηγητής του. Το 1588 μ.Χ. αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Κρήτη, λόγω οικονομικών προβλημάτων της οικογενείας του, αλλά μετά από ένα χρόνο επέστρεψε στην Ιταλία και γράφτηκε στο περίφημο Παταβινό Πανεπιστήμιο, όπου διδάχθηκε Φιλοσοφία και Θεολογία.

Τελειώνοντας τις σπουδές στην Εσπερία επέστρεψε στην Κρήτη (1592 μ.Χ.) και εκάρη Μοναχός στη Μονή της Αγκαράθου. Στη μετάνοιά του παρέμεινε ελάχιστο χρονικό διάστημα, γιατί το επόμενο έτος τον κάλεσε στην Αίγυπτο ο συγγενής του Άγιος Μελέτιος ο Πηγάς (βλέπε 13 Σεπτεμβρίου), Πατριάρχης Αλεξανδρείας, ο οποίος τον χειροτόνησε Διάκονο και Πρεσβύτερο και τον ονόμασε Πρωτοσύγκελλό του.

Το έτος 1593 μ.Χ. εστάλη από τον Άγιο Μελέτιο στην Πολωνία για να στηρίξει το από τις επιθέσεις της Ουνίας χειμαζόμενο Ορθόδοξο ποίμνιο, όπου εργάστηκε με ζήλο για τρία χρόνια και κινδύνευσε να συλληφθεί και να θανατωθεί κατά τον διωγμό που εξαπέλυσε ο βασιλιάς Σιγισμούνδος εναντίον των Ορθοδόξων. Το 1559 μ.Χ. ως «Μέγας Ἀρχιμανδρίτης καὶ Ἔξαρχος» απεστάλη και πάλι από τον Μελέτιο Πηγά, τότε Επιτηρητή του Οικουμενικού Θρόνου, στην Πολωνία για εκκλησιαστική υπηρεσία. Παράλληλα είχε την εντολή να περάσει από την Κρήτη και τη Χίο για να αντιμετωπίσει την προπαγάνδα των Ιησουϊτών. Από την Πολωνία μετέβη στις Παραδουνάβιες χώρες (1601 μ.Χ.) για να στηρίξει και εκεί την Ορθοδοξία. Ενώ βρισκόταν στο Ιάσιο έλαβε επιστολή του Μελετίου, που τον καλούσε να επανέλθει στην Αλεξάνδρεια για να του αφήσει τις τελευταίες υποθήκες και να του παραδώσει τον Θρόνο.

Μετά την κοίμηση του Αγίου Μελετίου (13-9-1601 μ.Χ.) ο Κύριλλος εξελέγη Πατριάρχης Αλεξανδρείας σε ηλικία 29 ετών. Αμέσως συγκάλεσε τοπική Σύνοδο στο Κάϊρο και καταδίκασε τους Λατίνους, οι οποίοι είχαν προσεταιριστεί τους Κόπτες με σκοπό να καταστρέψουν το Ορθόδοξο Πατριαρχείο. Στις αρχές του 1605 μ.Χ. έφτασε στην Κύπρο, ύστερα από πρόσκληση των Χριστιανών, για να βοηθήσει την τοπική Εκκλησία που σπαρασσόταν από εσωτερικές έριδες και μάχες και κατόρθωσε να ειρηνεύσει τα πράγματα. Το 1608 μ.Χ. μετέβη στα Ιεροσόλυμα, για τη χειροτονία του Ιεροσολύμων Θεοφάνους, και από 'κει στη Δαμασκό. Επανήλθε στην Αλεξάνδρεια και επιδόθηκε με ζήλο στο κήρυγμα του θείου λόγου. Προχώρησε στη συντήρηση των Πατριαρχικών κτηρίων και Ναών και οικοδόμησε νέους, ενώ παράλληλα φρόντισε να απαλλάξει το Πατριαρχείο από τα χρέη του.

Το Φεβρουάριο του 1612 μ.Χ., ενώ βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη, εξελέγη «Επιτηρητής» του Οικουμενικού Θρόνου, αλλά παραιτήθηκε, επειδή κάποιοι Αρχιερείς φατρίασαν εναντίον του προκαλώντας μεγάλη σύγχυση στην Εκκλησία. Αναχώρησε για το Άγιο Όρος και από εκεί για τη Βλαχία, όπου παρέμεινε τέσσερα χρόνια διδάσκοντας τον λαό και αγωνιζόμενος κατά της Ουνίας. Πριν την αναχώρησή του από τη Βλαχία εξέδωσε εγκύκλιο (Τόμο) προς τους Ορθοδόξους, με την οποία καταδικάζει τη διδασκαλία των Λατίνων, ελέγχει τους λατινόφρονες Έλληνες τροφίμους της Σχολής του Αγίου Αθανασίου της Ρώμης και συνιστά την απαρασάλευτη εμμονή στην Ορθόδοξη πίστη ως τον μοναδικό τρόπο άμυνας κατά των εχθρών της ευσεβείας.

Για να διαφωτίσει το Ορθόδοξο πλήρωμα συνέγραψε σε απλή γλώσσα δύο πραγματείες, μία κατά της Αρχής, δηλαδή κατά του πρωτείου του Πάπα Ρώμης, και μία άλλη σε μορφή διαλόγου μεταξύ Φιλαλήθους και Ζηλωτού, με την οποία εξέθεσε τις σατανικές μεθόδους που χρησιμοποιούσαν οι Ιησουΐτες για να προσηλυτίσουν τους Ορθοδόξους.

Φεύγοντας από τη Βλαχία επισκέφτηκε πάλι το Άγιο Όρος, και τον Οκτώβριο του 1615 μ.Χ. επέστρεψε στην Αίγυπτο, όπου παρέμεινε, μέχρι την εκλογή του στον Οικουμενικό Θρόνο, ασχολούμενος με το κήρυγμα και την κατήχηση του λαού, αφού στο μεταξύ, χάρη στις άοκνες προσπάθειές του, είχαν εκλείψει τα μεγάλα προβλήματα που ταλαιπωρούσαν τον Αλεξανδρινό Θρόνο.

Μετά τον θάνατο του Πατριάρχου Τιμοθέου του Β' η Σύνοδος του Πατριαρχείου της Κωνσταντινοπόλεως τον εξέλεξε Οικουμενικό Πατριάρχη (4-11-1620 μ.Χ.), αλλά μετά από δυόμιση χρόνια απομακρύνθηκε από τον Θρόνο (Απρίλιος 1623 μ.Χ.), κατηγορούμενος ότι προετοίμαζε επανάσταση των ελληνικών νησιών, και σιδηροδέσμιος εξορίστηκε στη Ρόδο. Ο νέος Πατριάρχης Άνθιμος έστειλε εκεί Αρχιερείς με σκοπό να τον πείσουν να υποβάλει κανονική παραίτηση. Εκείνος όμως απέρριψε την πρόταση και, με διαταγή του Μεγάλου Βεζύρη, επέστρεψε στη Βασιλεύουσα (Σεπτέμβριος 1623 μ.Χ.), όπου έγινε θριαμβευτικά δεκτός από τους Χριστιανούς. Πολλοί κατέφθαναν στον Γαλατά, όπου διέμενε, για να πάρουν την ευλογία του, ενώ οι Αρχιερείς, οι πρόκριτοι και ο λαός ζητούσαν επίμονα την επάνοδό του στον Θρόνο. Ο Πατριάρχης Άνθιμος αναγκάστηκε να παραιτηθεί και στον Θρόνο επανήλθε ο Κύριλλος (2-10-1623 μ.Χ.). Η αποκατάστασή του έγινε αφορμή γενικής χαράς των Ορθοδόξων, οι οποίοι στο πρόσωπό του έβλεπαν τον γνήσιο και αληθινό ποιμένα και Πατριάρχη τους.

Οι πολέμιοι του Πατριάρχου βρήκαν πειθήνιο όργανό τους τον Βεροίας Κύριλλο Κονταρή, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Πόλη (1632 μ.Χ.) και άρχισε να συκοφαντεί τον Πατριάρχη, διαδίδοντας στους κυβερνητικούς κύκλους ότι βρισκόταν σε μυστική επικοινωνία με τους εχθρούς της Υψηλής Πύλης και ότι συνωμοτούσε εναντίον της. Οι συκοφαντίες έγιναν αποδεκτές, ο Πατριάρχης απομακρύνθηκε αλλά, λόγω της γενικής αγανακτήσεως, μετά από επτά ημέρες επανήλθε στον Θρόνο. Παρά ταύτα οι πολέμιοί του δεν έπαυσαν ούτε στιγμή να εργάζονται για την απομάκρυνσή του. Καταβάλλοντας μεγάλα χρηματικά ποσά στους τούρκους κατόρθωσαν να τον εξορίσουν στην Τένεδο (7-5-1634 μ.Χ.) και να ανεβάσουν στον Θρόνο τον Θεσσαλονίκης Αθανάσιο Πατελλάρο. Η παρανομία όμως δεν είχε μεγάλη διάρκεια γιατί μετά ένα μήνα απομακρύνθηκε ο Αθανάσιος και ο Κύριλλος επανήλθε θριαμβευτικά στον Θρόνο.

Οι συνεχείς αποτυχίες να απομακρυνθεί ο Πατριάρχης Κύριλλος και να εγκατασταθεί άλλος της αρεσκείας τους δεν απογοήτευσαν τους εχθρούς του, αντίθετα τους έκαναν σκληρότερους στην πολεμική τους και εφευρετικότερους στις μεθοδεύσεις τους. Πάλι, (Μάρτιος 1635 μ.Χ.), οι Ιησουΐτες κινήθηκαν εναντίον του και δίνοντας άφθονα χρήματα κατόρθωσαν να επιτύχουν την απομάκρυνσή του και την άνοδο στο Θρόνο του Κονταρή, ο οποίος συνέλαβε και περιόρισε τον γέροντα πλέον Πατριάρχη.

Σύμφωνα με έγγραφο του Αυστριακού Πρεσβευτή Schmidt ο Κονταρής και η συμμορία του σκεφτόταν να τυφλώσουν ή να δηλητηριάσουν τον Κύριλλο. Ο Schmidt σκέφτηκε να τον κρατήσει φυλακισμένο στην αυστριακή πρεσβεία αλλά φοβήθηκε μήπως οι φωνές του τραβήξουν την προσοχή των Ελλήνων γειτόνων. Με πρόταση του πρεσβευτή αποφασίστηκε να ακολουθήσουν τις αποφάσεις του Συμβουλίου της ρωμαϊκής Προπαγάνδας για τον Πατριάρχη και να ναυλωθεί πλοίο με έμπιστο πλήρωμα στο οποίο θα επιβιβαζόταν για να μεταφερθεί δήθεν εξόριστος στη Ρόδο. Ο πλοίαρχος είχε εντολή να προσεγγίσει το πρώτο πειρατικό πλοίο που θα συναντούσε, και επί τη βάσει εγγράφων της αυστριακής πρεσβείας θα παρέδιδε τον Κύριλλο για να μεταφερθεί στη Μάλτα. Στην Κωνσταντινούπολη θα κυκλοφορούσε η φήμη ότι Μελιταίοι αιχμαλώτισαν το πλοίο, στο οποίο επέβαινε ο Πατριάρχης, και ότι τον μετέφεραν στο νησί τους.

Ύστερα από πολλές διαπραγματεύσεις και αναβολές βρέθηκε το πλοίο και το πλήρωμα και δόθηκαν τα έγγραφα της αυστριακής Πρεσβείας στον Μητροπολίτη, ο οποίος θα συνόδευε τον αιχμάλωτο Πατριάρχη, αλλά η ολλανδική Πρεσβεία κατόρθωσε με κατάσκοπο να μάθει τα τεκταινόμενα. Το πλήρωμα εξαγοράστηκε και οδήγησε το πλοίο στη Χίο, όπου βρισκόταν ο διοικητής της Ρόδου Μπεκήρ Πασάς, φίλος του Πατριάρχου, ο οποίος τον πήρε υπό την προστασία του στη Ρόδο, όπου και παρέμεινε μέχρι τα μέσα του 1636 μ.Χ., οπότε και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Επανήλθε στον Θρόνο τον Μάρτιο του 1637 μ.Χ. Βρισκόταν ήδη σε προχωρημένη ηλικία και μπορούσαν οι πολέμιοί του να περιμένουν τον φυσικό θάνατό του για να εφαρμόσουν τα σχέδιά τους. Επειδή όμως αυτός εξακολουθούσε να αγωνίζεται υπέρ της Ορθοδοξίας, οι Ιησουΐτες πείστηκαν ότι ήταν ακατάβλητος «ὁ μέγας γέρων» και γι̉ αυτό αποφασίστηκε να επιδιωχθεί με κάθε μέσο ο θάνατός του.

Νέες ενέργειες των εχθρών του απέδωσαν το αποτέλεσμα που προσδοκούσαν. Τον Ιούνιο του 1638 μ.Χ. ο Schmidt που βρισκόταν σε διαρκή συνεννόηση με την Προπαγάνδα κατόρθωσε να απομακρύνει τον Κύριλλο από τον Θρόνο προβάλλοντας την κατηγορία στις τουρκικές αρχές ότι προετοιμάζει επίθεση των Ρώσων κατά της Κωνστινουπόλεως και επανάσταση των Ελλήνων. Ο Σουλτάνος Μουράτ που βρισκόταν στην εκστρατεία κατά της Βαγδάτης αποδέχθηκε τις κατηγορίες και με την εισήγηση του Μεγάλου Βεζύρη Μπαϊράμ πασά διέταξε να τον θανατώσουν.

Ο Κύριλλος συνελήφθη από απόσπασμα τσαούσηδων (χωροφυλάκων) στις 22 Ιουνίου και φυλακίστηκε στο φρούριο Ρούμελη Χισσάρ, όπου στις 27 Ιουνίου 1638 μ.Χ. έφτασαν 15 Γενίτσαροι και άλλοι ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι. Τον παρέλαβαν και, επιβιβάζοντάς τον σε ένα πλοιάριο, τον μετέφεραν στην παραλία του Αγίου Στεφάνου, όπου τον θανάτωσαν με στραγγαλισμό. Ο λαός πληροφορήθηκε την επομένη ημέρα τον θάνατό του και εξεγέρθηκε εναντίον του Κονταρή, ο οποίος όμως προσποιήθηκε ότι δεν είχε γνώση των πραγμάτων. Το σώμα του τάφηκε πρόχειρα στην άμμο του αιγιαλού αλλά μετά τρεις μέρες άνθρωποι του Κονταρή το ξέθαψαν και το πέταξαν στη θάλασσα για να μη βρεθεί από τους Χριστιανούς. Βρέθηκε όμως από κάποιους αλιείς, η σύμφωνα με άλλους, από Χριστιανούς που το αναζήτησαν, μεταφέρθηκε κρυφά και ενταφιάστηκε στη Μονή του Αγίου Ανδρέα, στην ομώνυμη νησίδα του κόλπου της Νικομήδειας.

Μετά από τρία χρόνια, το 1641 μ.Χ., ο Οικουμενικός Πατριάρχης Παρθένιος ο Α ο Γέρων (1639 - 1644 μ.Χ.) μερίμνησε για την ανακομιδή και μεταφορά των λειψάνων του στο Πατριαρχείο και, αφού «ἔψαλλεν αὐτά», έδωσε εντολή να μεταφερθούν στη Μονή Καμαριωτίσσης της Χάλκης και να τοποθετηθούν στο ιερό Βήμα του Καθολικού της Μονής, κάτω από την αγία Τράπεζα. Από εκεί μετακομίστηκαν στο Πατριαρχικό Σκευοφυλάκιο και το 1975 μ.Χ. αποδόθηκαν στην Ιερά Μονή Αγκαράθου, όπου φυλάσσονται σήμερα.

Ο Ιερομάρτυς Πατριάρχης Κύριλλος αμέσως μετά τον μαρτυρικό θάνατό του τιμήθηκε ως Άγιος και Μάρτυς, ο δε Όσιος Ευγένιος ο Αιτωλός (βλέπε 5 Αυγούστου) συνέταξε και Ακολουθία για να εορτάζεται η Μνήμη του. Η επίσημη Αγιοκατάταξή του έγινε από την Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας την 6η Οκτωβρίου 2009 μ.Χ.


Ἀπολυτίκιον
῏Ηχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τὸν φωστῆρα τῆς Κρήτης, ᾿Αγκαράθου τὸν ὄρπηκα, τῆς Ἀλεξανδρείας ποιμένα, Βυζαντίου τὸν πρόεδρον, τὸν θεῖον δεῦτε Κύριλλον πιστοί, ὡς πρόμαχον τῆς πίστεως στεῤῥόν, καὶ Μαρτύρων θεοδόξαστον κοινωνόν, τιμήσωμεν ἐκβοῶντες· Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐν ὑψίστοις εὐκλεῶς, δοξάσαντί σε ῞Αγιε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
῏Ηχος γ΄. Θείας πίστεως.
Θεῖον βλάστημα, τῆς Κρητονήσου, ἄνθος εὔοσμον, τῆς ᾿Αγκαράθου, ἀνεδείχθης Μονῆς Πάτερ Κύριλλε· ᾿Αλεξανδρείας ποιμὴν φιλοπρόβατος, καὶ Βυζαντίου θεόκριτος πρόεδρος. ῞Οθεν πρέσβευε, Χριστῷ τῷ Θεῷ πανεύφημε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον
῏Ηχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
᾿Εν Πατριάρχαις ἀθλητὴς ἀκαταγώνιστος, θανατωθεὶς ᾿Αγαρηνῶν χερσὶ φονόεσσαις, ἀναδέδειξαι, ὦ Κύριλλε, θεηγόρε. ῞Οθεν στέφος ἀφθαρσίας κομισάμενος, ἱκεσίαις σου μὴ παύσῃ προϊστάμενος, τῶν βοώντων σοι· Χαίροις, Πάτερ πολύαθλε.

Κάθισμα
῏Ηχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χριστῷ ἠκολούθησας, δι̉ ἀρετῆς ἐκ παιδός, καὶ τούτου ἐποίμανας, τὴν ἐκλογάδα καλῶς, μακάριε Κύριλλε· ᾔσχυνας ἀσεβείας, τοὺς κομψοὺς τοῖς σοῖς λόγοις· ἔθραυσας μαρτυρίῳ, τῶν τυράννων τὸ θράσος· διὸ καὶ τοὺς στεφάνους διπλοῦς, θεόθεν ἀπέλαβες.

Ὁ Οἶκος
῎Ανωθεν τῶν ᾿Αγγέλων, αἱ δυνάμεις κροτοῦσιν, ἐπάξιόν σοι Πάτερ τὸν ὕμνον· ἡμεῖς δὲ ἐπὶ γῆς οἱ πιστοί, ἐν εὐφροσύνῃ τὴν μνήμην σου ἄγοντες, τοῖς ᾄσμασί σε στέφομεν, Κύριλλε, καὶ πιστῶς βοῶμεν·
Χαῖρε, ὁ ὅσιος Ποιμενάρχης·
χαῖρε, ὁ ἔνδοξος Πατριάρχης.
Χαῖρε, τὸ τῆς Κρήτης οὐράνιον βλάστημα·
χαῖρε, ᾿Αγκαράθου Μονῆς τὸ ἀπάνθισμα.
Χαῖρε, Μάρκου ὁ διάδοχος, τῆς Αἰγύπτου ὁ πυρσός·
χαῖρε, Βυζαντίου πρόεδρος, ᾿Εκκλησίας ὀφθαλμός.
Χαῖρε, ὅτι καθεῖλες πολεμίων τὸ θράσος·
χαῖρε ὅτι ὑπῆλθες μαρτυρίου τὸν δρόμον.
Χαῖρε, ῾Αγίων πάντων συμμέτοχος·
χαῖρε, Μαρτύρων θεῖος ἐφάμιλλος.
Χαῖρε, σεπτῶν δωρεῶν οἰκονόμος·
χαῖρε, ζωῆς ἀληθοῦς κληρονόμος.
Χαίροις, Πάτερ πολύαθλε.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις Κρητονήσου ἄνθος τερπνόν, καὶ ᾿Αλεξανδρείας, Ποιμενάρχης περικλεής· Χαίροις Πατριάρχης, σοφὸς τῆς Κωνσταντίνου, καὶ Ἐκκλησίας στῦλος, ἔνδοξε Κύριλλε.

Ὁ Ἅγιος Πιέριος ὁ Ἱερομάρτυρας

Ως ιερείον τον Πιέριον Λόγε,
Eνήγισάν σοι (ήτοι κατέκαυσαν) δυσσεβείς επ’ ανθράκων

Ἅγιος Ἱερομάρτυς Πιέριος ἦταν πρεσβύτερος στὴν Ἀντιόχεια καὶ ἐτελειώθηκε διὰ πυρός.
Ὁρισμένοι Συναξαριστές, μαζὶ μὲ τὴ μνήμη τοῦ Ἱερομάρτυρος Πιερίου, ἀναφέρουν καὶ αὐτὴ τοῦ ἀδελφοῦ του Ἰσιδώρου.

Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Νεομάρτυρας

Διαβάζουμε: «Τῇ αὐτῇ ἡμέρα, μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Ἰακώβου, ἐξ Ἐμέσης τῆς Συρίας καὶ ἐν Τριπόλει τοῦ Λιβάνου ἀθλήσαντος».
Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἰάκωβος ἐμαρτύρησε κατὰ τὸν 15ο ἢ 16ο αἰώνα μ.Χ.

Ὁ Ὅσιος Σεραπίων ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Σεραπίων τῆς λίμνης τοῦ Κόζε ἔζησε στὴ Ρωσία τὸν 16ο αἰώνα μ.Χ. Ἐβαπτίσθηκε στὴν οἰκία τοῦ βογιάρου Ζαχαρία Πλέσεεβ, στὴ Μόσχα, καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Σέργιος. Τὸ 1560 ἀποσύρθηκε στὴν περιοχὴ τῆς λίμνης Κόζε καὶ ἔζησε κοντὰ στὸν ἐρημίτη Νήφωνα ποὺ τὸν ἔκειρε μοναχὸ μὲ τὸ ὄνομα Σεραπίων. Ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, ἀφοῦ ἀσκήτεψε θεοφιλῶς καὶ ἀνήγειρε μονὴ, τὸ 1611.

Οἱ Ἅγιοι Γρηγόριος, Ἀλέξανδρος, Βλαδίμηρος καὶ Πέτρος οἱ Ἱερομάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Ἱερομάρτυρες ἄθλησαν στὴ Ρωσία. Οἱ Γρηγόριος, Ἀλέξανδρος καὶ Βλαδίμηρος τὸ 1918 καὶ ὁ Πέτρος τὸ 1939.

Ὁ Ἅγιος Κυρίων Β’ ὁ Ἱερομάρτυρας


Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Κυρίων Β’, κατὰ κόσμον Γεώργιος Σαντζαγκλισχβίλι, ἐγεννήθηκε τὸ 1855 στὸ χωριὸ Νικόζι τῆς περιοχῆς Γκόρι τῆς Γεωργίας ἀπὸ ἱερατικὴ οἰκογένεια. Μετὰ τὰ ἐγκύκλια γράμματα, καὶ ἀφοῦ ἀνατράφηκε μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου, παρακολούθησε μαθήματα στὴ Θεολογικὴ Ἀκαδημία τοῦ Κιέβου καὶ μετὰ τὴν ἀποφοίτησή του διορίσθηκε ὡς βοηθὸς τοῦ κοσμήτορος τῆς Ἀκαδημίας τῆς Ὀδησσοῦ. Ἐκάρη μοναχός, τὸ 1886, καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Κυρίων. Ἀπὸ τότε ἀφιερώθηκε μὲ ἱερὸ ζῆλο στὴ συγγραφὴ καὶ τὴ μελέτη.

Μὲ τόλμη ὁ Ἅγιος ἀγωνίσθηκε κατὰ τῶν αἱρετικῶν Μονοφυσιτῶν ποὺ λυμαίνονταν τοὺς ναοὺς τῆς Γεωργίας καὶ ἀγωνίσθηκε μὲ θάρρος γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν δημευμένων ἀπὸ τὸ κράτος ἐκκλησιῶν.
Τὸ 1901, ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς ἐπαρχίας Γκόρι καὶ διακόνησε στὴ συνέχεια στὴ Χαρσώνα, τὸ Ὀρὲλ καὶ τὸ Σοχούμι. Τὸ Ρωσικὸ καθεστὼς ἔδωσε τὴν ἄδεια, μετὰ ἀπὸ συνεχεῖς διώξεις τοῦ Ἁγίου, νὰ ἀνυψωθεῖ σὲ Ἀρχιεπίσκοπο Πολὼτσκ καὶ Βιτέμπσκ, ἀλλὰ δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ ἐπιστρέψει στὴ Γεωργία. Αὐτὸ ἔγινε τὸ 1917 καὶ τὸν Σεπτέμβριο τοῦ ἰδίου ἔτους ὁ Κυρίων ἐξελέγη Πατριάρχης τῆς Γεωργίας. Ἀπὸ τὴ θέση αὐτὴ ἀγωνίσθηκε σθεναρὰ γιὰ τὰ δίκαια τῆς Γεωργιανῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ αὐτοκέφαλό της, ἀλλὰ αὐτὸ ἐξόργισε πολλούς. Ἔτσι στὶς 27 Ἰουνίου 1918 ὁ Πατριάρχης Κυρίων εὑρέθηκε δολοφονημένος στὴν πατριαρχικὴ κατοικία στὴ μονὴ Μερτκόπι. Οἱ ἔρευνες ποὺ ἀκολούθησαν ἦσαν τυπικὲς καὶ ὁ δολοφόνος δὲν εὑρέθηκε ποτέ.

Πηγή:http://www.saint.gr/06/27/index.aspx
http://www.synaxarion.gr/gr/m/6/d/27/sxsaintlist.aspx 
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου