Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2019

Ἅγιος Παΐσιος: Τὸ βάσανο τοῦ βολέματος



– Γέροντα, μὲ δυσκολεύει μιὰ ἀδελφή.

– Ξέρεις τί γίνεται; Πολλοὶ βλέπουν σὲ τί τοὺς δυσκολεύουν οἱ ἄλλοι, καὶ ὄχι σὲ τί δυσκολεύουν ἐκεῖνοι τοὺς ἄλλους. Ἀπαιτήσεις ἔχουν μόνον ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ὄχι ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. 

Ἡ λογικὴ ὅμως τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι νὰ ἐξετάζης σὲ τί δυσκολεύεις ἐσὺ τοὺς ἄλλους καὶ ὄχι σὲ τί σὲ δυσκολεύουν οἱ ἄλλοι· νὰ βλέπης τί ἀναπαύει τὸν ἄλλον καὶ ὄχι τί ἀναπαύει ἐσένα. 

Γιὰ ἀνάπαυση ἤρθαμε σὲ αὐτὴν τὴν ζωή; γιὰ βόλεμα; Σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο δὲν ἤρθαμε γιὰ νὰ καλοπεράσουμε· ἤρθαμε νὰ ξεσκονισθοῦμε καὶ νὰ ἑτοιμασθοῦμε γιὰ τὴν ἄλλη ζωή.

Ἂν σκεφτώμαστε μόνον τὸν ἑαυτό μας καὶ κάνουμε μόνον αὐτὸ ποὺ ἀναπαύει ἐμᾶς, θέλουμε μετὰ νὰ μᾶς σκέφτωνται οἱ ἄλλοι, θέλουμε ὅλοι νὰ μᾶς ἐξυπηρετοῦν, θέλουμε ὅλοι νὰ μᾶς βοηθοῦν..., συνέχεια δηλαδὴ θέλουμε, καὶ καταλήγουμε στὸ βόλεμα τοῦ ἑαυτοῦ μας. 

«Ἐμένα ἔτσι μὲ βολεύει» ὁ ἕνας, «ἐμένα ἀλλιῶς μὲ βολεύει» ὁ ἄλλος, καὶ τελικὰ ὁ καθένας ἀναπαύεται σ᾿ αὐτὸ ποὺ τὸν βολεύει, ἀλλὰ ἀνάπαυση δὲν βρίσκει, γιατὶ ἡ πραγματικὴ ἀνάπαυση ἔρχεται ἀπὸ τὴν ἀνάπαυση τοῦ ἄλλου.

Στὴν Κατοχή, τὸ 1941, ἐπειδὴ οἱ Γερμανοὶ ἔμπαιναν στὰ χωριά, ἔβαζαν φωτιὲς καὶ σκότωναν, εἴχαμε φύγει ἀπὸ τὴν Κόνιτσα καὶ εἴχαμε ἀνεβῆ στὸ βουνό. Τὴν ἡμέρα ποὺ οἱ Γερμανοὶ μπῆκαν στὴν Κόνιτσα, τὰ δύο ἀδέλφια μου εἶχαν πάει νωρὶς τὸ πρωὶ κάτω στὸν κάμπο, στὸ χωράφι ποὺ εἴχαμε καλαμπόκια, νὰ σκαλίσουν. 

Μόλις ἄκουσα ὅτι ἔφθασαν οἱ Γερμανοί, λέω στὴν μητέρα μου: «Θὰ πάω στὸ χωράφι νὰ τοὺς εἰδοποιήσω». Ἐκείνη δὲν μ᾿ ἄφηνε, γιατὶ ὅλοι τῆς ἔλεγαν: «Οἱ ἄλλοι ἔτσι κι ἀλλιῶς εἶναι χαμένοι. Μὴν τὸ ἀφήνης κι αὐτὸ νὰ πάη, γιατὶ θὰ χαθῆ κι αὐτό». 

Ποῦ νὰ ἀκούσω ἐγώ! Φοράω τὰ ἄρβυλα καὶ τρέχω κάτω στὸν κάμπο. Ἀπὸ τὴν βία μου ὅμως δὲν τὰ ἔδεσα καλὰ καί, καθὼς περνοῦσα μέσα ἀπὸ ἕνα ποτισμένο χωράφι, κόλλησαν τὰ ἄρβυλα στὴν λάσπη. Τὰ ἀφήνω καὶ τρέχω ξυπόλυτος μέσα ἀπὸ τὴν ποταμιὰ ποὺ ἦταν γεμάτη τριβόλια[1]

Περίπου μία ὥρα, καλοκαίρι μέσα στὴν ζέστη, ἔτρεχα ξυπόλυτος πάνω στὰ τριβόλια, ἀλλὰ οὔτε κἂν καταλάβαινα πόνο. Φθάνω στὸ χωράφι μας, πάω κοντὰ στὰ ἀδέλφια μου ἐκεῖ ποὺ σκάλιζαν. «Ἦρθαν οἱ Γερμανοί, τοὺς λέω, πᾶμε νὰ κρυφτοῦμε». 

Ὁπότε βλέπουμε τοὺς Γερμανοὺς νὰ ἔρχωνται μὲ τὰ ὅπλα. «Συνεχίστε, τοὺς λέω, νὰ σκαλίζετε μὲ τὶς τσάπες κι ἐγὼ θὰ κάνω πὼς ἀραιώνω τὰ καλαμπόκια καὶ ξεβοτανίζω». 

Πέρασαν λοιπὸν οἱ Γερμανοὶ καὶ δὲν μᾶς πείραξαν· δὲν μᾶς εἶπαν τίποτε. Ὕστερα εἶδα ὅτι τὰ πόδια μου ἀπὸ τὰ τριβόλια εἶχαν γίνει ὅλο πληγές· μέχρι τότε δὲν εἶχα καταλάβει τίποτε. Ἐκεῖνο τὸ τρέξιμο εἶχε χαρά! Εἶχε τὴν χαρὰ τῆς θυσίας. 

Νὰ ἄφηνα τὰ ἀδέλφια μου; Ἂν δὲν ἔτρεχα καὶ πάθαιναν κάτι, μετὰ θὰ ἦταν γιὰ μένα βάσανο. Καὶ ἀσυνείδητος νὰ ἤμουν, θὰ εἶχα μετὰ τὸ βάσανο τοῦ βολέματος.

__________________________________

[1] Τριβόλι: Ἀγριόχορτο μὲ πολλὰ ἀγκάθια.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου ΛΟΓΟΙ Ε' «Πάθη καὶ άρετές»

«Πᾶνος»

1 σχόλιο:

  1. Ποσο διαφορετικη θα ηταν,σημερα,
    η Ελλαδα μας και οι ελληνες, εαν σκεφτοταν και παραδειγματιζοταν απο την συμπεριφορα αυτη αλλα και απο τον τροπο σκεψης του Αγ.Παισιου οπως αναφερει το συγκεκριμενο αρθρο.
    ΘΑ ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΠΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ,
    ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΚΑΙ ΠΙΟ ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΑ.
    Ιωαννης

    ΑπάντησηΔιαγραφή