Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2019

Ο Όσιος Γεώργιος Καρσλίδης προγνωρίζει το τέλος του - Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης (†)


Από αρκετά νωρίς ο όσιος Γεώργιος προγνώριζε την ακριβή ημερομηνία της εκδημίας του από την παρούσα μάταιη ζωή και το ανέφερε με διάφορους τρόπους στα πνευματικά του τέκνα. 

Ο θάνατος δεν τον φόβιζε διόλου. Ήταν έτοιμος από καιρό για την υποδοχή του. Είχε αγαπήσει με όλη τη δύναμη της ψυχής του τον Κύριο και λαχταρούσε τη σύντομη συνάντηση μαζί Του.

Λυπόταν τ’ αγαπητά του πνευματικά τέκνα και είχε αρχίσει από καιρό με καλό τρόπο να τα προετοιμάζει με ωραίες νουθεσίες, ευλογίες και λόγους παραμυθίας και παρακλήσεως.

Στις αρχές του 1959, μία Κυριακή μετά τη Θεία Λειτουργία είπε στα συγκεντρωμένα στο κελλί του πνευματικά του τέκνα: «Φέτος θα φύγω… Να παρακαλάτε να φύγω, γιατί δεν αντέχω να βλέπω το κακό. Πρέπει να φύγω ο αμαρτωλός. 

Όλοι είμαστε αμαρτωλοί. Και μόνο που στη γη πατάμε και σάρκα φοράμε, κάθε βήμα μας είναι αμαρτία». Τα λόγια αυτά τα έλεγε με άφθονα δάκρυα. Όσοι τ’ άκουγαν παραπονέθηκαν και δάκρυσαν κι εκείνοι.

Όταν ο όσιος ήταν στα τέλη του αρκετά ασθενής, ήθελε, αν ήταν δυνατόν, να τους δει όλους, να τους ευλογήσει και αποχαιρετήσει. Τους ζητούσε με τα ονόματά τους. Πήγε και μία νέα, ασπάσθηκε το χέρι του και του είπε με πόνο και λύπη: «Τι κάνεις παππούλη;» 

Ο όσιος την κράτησε κοντά του και την έβαλε να καθίσει δίπλα στα πόδια του, στο κρεβάτι του, όπως παλαιά. Οι άλλες γυναίκες την παρατήρησαν. Ο όσιος όμως την κράτησε στη θέση της. Μετά από λίγο σηκώθηκε, του ασπάσθηκε το χέρι με δάκρυα κι έφυγε, καταλαβαίνοντας ότι μίκρυνε αρκετά η ζωή του. 

Όταν εκοιμήθη ο όσιος, μ’ εκείνη τη φοβερή κοσμοσυρροή, δεν αισθάνθηκε τόσο την απουσία του. Μετά από λίγες ημέρες, όταν άδειασε ο τόπος από κόσμο, ερήμωσε το μοναστήρι. Πήγαινε στον τάφο του και με δάκρυα του έλεγε: «Παππούλη, πού είσαι παππούλη;». Τότε πράγματι της έλειπε πολύ.

Όταν τον παρεκάλεσαν να τον μεταφέρουν στην Αθήνα προς θεραπεία, αρνήθηκε επίμονα: «Εγώ εδώ πρέπει να πεθάνω», είπε. Δεν ήθελε το τέλος του να τον βρει μακριά από το αγαπητό του μοναστήρι. Σαράντα ημέρες πριν κοιμηθεί ο όσιος προείδε το τέλος του και είπε ξανά στα πνευματικά του τέκνα: «Εγώ σαράντα ημέρες θα ζήσω και θ’ αναχωρήσω απ’ αυτή τη ζωή». Όταν τελείωσε το πρώτο δεκαήμερο μ’ ένα κρυφό πόθο έλεγε: «Άλλες τριάντα ημέρες έχω ακόμη».

Σε αυτές τις τελευταίες ημέρες του, έβλεπε τον κόσμο από το παράθυρό του, τους έλεγε να καθήσουν στις ψάθες, να στρώσουν τραπεζομάνδηλα και να φάνε όλοι μαζί. Χαιρόταν να τους βλέπει όλους συγκεντρωμένους. Έβλεπε τα γύρω βουνά κι έλεγε: «Ευλογημένα βουνά , μόνα σας θα μείνετε». Ως να τ’ αποχαιρετούσε συγκινημένος. Σ’ ένα αγαπητό του πνευματικό τέκνο έλεγε: «Γιαβρούμ, εγώ άσπρα-μαύρα, πέρασα τη ζωή. Εσύ να δούμε τι θα κάνεις, πώς θα τα περάσετε».

Έλεγε επίσης: «Όταν πεθάνω, οι γυναίκες να μη πενθήσουν, άσπρα τσεμπέρια να βάλουν και να μη αγγίξει κανένας πάνω μου. Τρεις επίσκοποι να με κηδεύσουν· και χωρίς φέρετρο να με βάλουν στο μνήμα. Επίσης να μου βάλουν τον μανδύα μου και τα βιβλία μου τα γεωργιανά. Όταν πεθάνω και θα μ’ ενταφιάζουν, θα ενωθούν τα κυπαρίσσια και θα βεβαιώσουν αυτά τον θάνατό μου». Αυτό το είπε, γιατί παλαιότερα από τις κακουχίες είχε πλησιάσει στον θάνατο και είχε χάσει τις αισθήσεις του και όλοι τότε νόμιζαν ότι πέθανε.

Δεκαπέντε ημέρες πριν την κοίμηση του οσίου Γεωργίου πήγε μία πιστή στο μοναστήρι. Της είπε ο όσιος: «Γιαβρούμ (παιδί μου), Ελπίδα, θα με βάλουν στη φυλακή και δεν θα έλθεις να με δεις». «Όχι, Γέροντα, θα έλθω», του είπε. «Και όμως δεν θα έλθεις, δεν θα έλθεις…», της είπε ο όσιος. Πράγματι όταν εκοιμήθη και ετάφη –αυτό εννούσε φυλακή– δεν μπόρεσε να πάει, γιατί ξαφνικά ασθένησε κι εγχειρίσθηκε.

Μία εβδομάδα πριν την κοίμησή του, τον επεσκέφθη ένα άλλο πνευματικό του τέκνο. Ο όσιος του είπε: «Καλά και ήλθες, γιατί πολύ θα στενοχωριόσουν, αν δεν με έβλεπες. Εγώ φεύγω… Χρειάζομαι εκεί… Εσείς όλα θα τα δείτε… Εσύ θα μου κόψεις τα ρούχα κομμάτια». Πράγματι, μετά την ταφή του μπήκε στο κελλί του, για να το τακτοποιήσει. Τότε άρχισε ο κόσμος να έρχεται και να ζητά κάτι ως αναμνηστικό και ευλογία από τον όσιο Γέροντα. Έκοβε τεμάχια τα ρούχα του και τα μοίραζε, για να τα πάρουν ως μία μικρή ευλογία.


Από το βιβλίο: (†) Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Ο Όσιος Γεώργιος της Δράμας. Έκδοσις Ι. Μ. Αναλήψεως του Σωτήρος, Ταξιάρχες (Σίψα) Δράμα 2016, σελ. 309, 325 (αποσπάσματα).

«Πᾶνος» 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου