Κυριακή, 5 Απριλίου 2020

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΚΥΡΙΑΚΗ 5 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2020

Ε΄ Κυριακή των Νηστειών - Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας

Ἀπῆρε πνεῦμα, σάρξ ἀπερρύη πάλαι.
Τὸν ὅστινον γῆ κρύπτε νεκρὸν Μαρίας.
Πρώτῃ Ἀπριλίου Μαρίη θάνεν εὖχος ἐρήμου
.
Τον βίο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας συνέγραψε ο Άγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων (τιμάται 11 Μαρτίου), ο οποίος συνέγραψε διάφορα ασκητικά και υμνογραφικά κείμενα που διαποτίζονται από το πνεύμα της Ορθοδόξου θεολογίας και της ασκητικής παραδόσεως.

Η Οσία Μαρία γεννήθηκε στην Αίγυπτο και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527 - 565 μ.Χ.). Από τα δώδεκα χρόνια της πέρασε στην Αίγυπτο μια ζωή ασωτίας, αφού από την μικρή αυτή ηλικία διέφθειρε την παρθενία της και είχε ασυγκράτητο και αχόρταγο το πάθος της σαρκικής μείξεως. Ζώντας αυτήν την ζωή δεν εισέπραττε χρήματα, αλλά απλώς ικανοποιούσε το πάθος της. Η ίδια ξαγορεύθηκε στον Αββά Ζωσιμά ότι διετέλεσε: «δημόσιον προκείμενη τῆς ἀσωτίας ὑπέκκαυμα, οὐ δόσεως τινός, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἕνεκεν», κάνοντας δηλαδή το έργο της δωρεάν, «ἐκτελοῦσα τὸ ἐν ἐμοὶ καταθύμιον». Και όπως του απεκάλυψε, είχε ακόρεστη επιθυμία και ακατάσχετο έρωτα να κυλιέται στο βόρβορο που ήταν η ζωή της και σκεπτόταν έτσι ντροπιάζοντας την ανθρώπινη φύση.

Λόγω της άσωτης ζωής και της σαρκικής επιθυμίας που είχε, κάποια φορά ακολούθησε τους προσκυνητές που πήγαιναν στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό. Και αυτό το έκανε, όχι για να προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό, αλλά για να έχει πολλούς εραστές που θα ήταν έτοιμοι να ικανοποιήσουν το πάθος της. Περιγράφει δε και η ίδια ρεαλιστικά και τον τρόπο που επιβιβάστηκε στο πλοιάριο. Και, όπως η ίδια αποκάλυψε, κατά την διάρκεια του ταξιδιού της δεν υπήρχε είδος ασέλγειας από όσα λέγονται και δεν λέγονται, του οποίου δεν έγινε διδάσκαλος σε εκείνους τους ταλαίπωρους ταξιδιώτες. Και η ίδια εξέφρασε την απορία της για το πώς η θάλασσα υπέφερε τις ασωτίες της και γιατί η γη δεν άνοιξε το στόμα της και δεν την κατέβασε στον άδη, επειδή είχε παγιδεύσει τόσες ψυχές. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού αυτού δεν αρκέστηκε στο ότι διέφθειρε τους νέους, αλλά διέφθειρε και πολλούς άλλους από τους κατοίκους της πόλεως και τους ξένους επισκέπτες. Και στα Ιεροσόλυμα που πήγε κατά την εορτή του Τιμίου Σταυρού, περιφερόταν στους δρόμους «ψυχᾶς νέων ἀγρεύουσα».

Αισθάνθηκε όμως, βαθιά μετάνοια από ένα θαυματουργικό γεγονός. Ενώ εισερχόταν στο ναό για να προσκυνήσει το Ξύλο του Τιμίου Σταυρού, κάποια δύναμη την εμπόδισε να προχωρήσει. Στην συνέχεια στάθηκε μπροστά σε μία εικόνα της Παναγίας, έδειξε μεγάλη μετάνοια και ζήτησε την καθοδήγηση και βοήθεια της Παναγίας. Με την βοήθεια της Θεοτόκου εισήλθε ανεμπόδιστα αυτή την φορά στον ιερό ναό και προσκύνησε τον Τίμιο Σταυρό. Στην συνέχεια, αφού ευχαρίστησε την Παναγία, άκουσε φωνή που την προέτρεπε να πορευθεί στην έρημο, πέραν του Ιορδάνου. Αμέσως ζήτησε την συνδρομή και την προστασία της Θεοτόκου και ήρε τον δρόμο της προς την έρημο, αφού προηγουμένως πέρασε από την ιερά μονή του Βαπτιστού στον Ιορδάνη ποταμό και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Στην έρημο έζησε σαράντα επτά χρόνια, χωρίς ποτέ να συναντήσει άνθρωπο.

Κατά τα πρώτα δεκαεπτά χρόνια στην έρημο, πάλεψε πολύ σκληρά για να νικήσει τους λογισμούς και τις επιθυμίες της, ουσιαστικά για να νικήσει τον διάβολο που την πολεμούσε με τις αναμνήσεις της προηγούμενης ζωής.

Η Οσία ζούσε δεκαεπτά χρόνια στην έρημο «θηρσὶν ἀνημέροις ταὶς ἀλόγοις ἐπιθυμίαις πυκτεύουσα». Είχε πολλές επιθυμίες φαγητών, ποτών και «πορνικῶν ᾀσμάτων» και πολλούς λογισμούς που την ωθούσαν προς την πορνεία. Όμως, όταν ερχόταν κάποιος λογισμός μέσα της, έπεφτε στην γη, την έβρεχε με δάκρυα και δεν σηκωνόταν από τη γη «ἕως ὅτου τὸ φῶς ἐκεῖνο τὸ γλυκὺ περιέλαμψεν καὶ τοὺς λογισμοὺς τοὺς ἐνοχλοῦντας μοὶ ἐδίωξεν». Συνεχώς προσευχόταν στην Παναγία, την οποία είχε εγγυήτρια της ζωής της μετανοίας που έκανε. Το ιμάτιό της σχίσθηκε και καταστράφηκε και έκτοτε παρέμεινε γυμνή. Καιγόταν από τον καύσωνα και έτρεμε από τον παγετό και «ὡς πολλάκις μὲ χαμαὶ πεσοῦσαν ἄπνουν μείναι σχεδὸν καὶ ἀκίνητον».

Ύστερα από σκληρό αγώνα, με τη Χάρη του Θεού και την συνεχή προστασία της Παναγίας, ελευθερώθηκε από τους λογισμούς και τις επιθυμίες, οπότε μεταμορφώθηκε το λογιστικό και παθητικό μέρος της ψυχής της, καθώς επίσης εθεώθηκε και το σώμα της.

Λόγω της μεγάλης πνευματικής της καταστάσεως στην οποία έφθασε η Οσία Μαρία, έλαβε από τον Θεό το διορατικό χάρισμα.

Ήταν γυμνή αλλά το σώμα της υπερέβη τις ανάγκες της φύσεως. Λέγει η ίδια: «Γυνὴ γὰρ εἰμί, καὶ γυμνή, καθάπερ ὁρᾷς, καὶ τὴν αἰσχύνην τοῦ σώματός μου ἀπερικάλυπτον ἔχουσα». Το σώμα τρεφόταν με τη Χάρη του Θεού: «Τρέφομαι γὰρ καὶ σκέπτομαι τῷ ρήματι τοῦ Θεοῦ διακρατοῦντος τὰ σύμπαντα». Στη περίπτωσή της, όπως και σε άλλες περιπτώσεις Αγίων, παρατηρούμε ότι αναστέλλονται οι ενέργειες του σώματος. Αυτή η αναστολή των σωματικών ενεργειών οφειλόταν στο ότι η ψυχή της δεχόταν την ενέργεια του Τριαδικού Θεού και αυτή η θεία ενέργεια διαπορθμευόταν και στο σώμα της: «Ἀρκεὶν εἰποῦσα τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος, ὥστε συντηρεὶν τὴν οὐσίαν τῆς ψυχῆς ἀμίαντον».

Εκείνη την περίοδο ασκήτευε σε ένα μοναστήρι ο Ιερομόναχος Αββάς Ζωσιμάς (τιμάται 4 Απριλίου), που ήταν κεκοσμημένος με αγιότητα βίου. Έβλεπε θεία οράματα, καθώς του είχε δοθεί το χάρισμα των θείων ελλάμψεων, λόγω του ότι ζούσε μέχρι τα πενήντα τρία του χρόνια με μεγάλη άσκηση και ήταν φημισμένος στην περιοχή του. Τότε, όμως, εισήλθε μέσα του ένας λογισμός κάποιας πνευματικής υπεροψίας, για το αν δηλαδή υπήρχε άλλος μοναχός που θα μπορούσε να τον ωφελήσει ή να του διδάξει κάποιο καινούργιο είδος ασκήσεως. Ο Θεός, για να τον διδάξει και να τον διορθώσει, του αποκάλυψε ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φθάσει στην τελειότητα. Και στην συνέχεια του υπέδειξε να πορευθεί σε ένα μοναστήρι που βρισκόταν κοντά στον Ιορδάνη ποταμό.

Ο Αββάς Ζωσιμάς υπάκουσε στην φωνή του Θεού και πήγε στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, που του υποδείχθηκε. Εκεί συνάντησε τον ηγούμενο και τους μοναχούς, και διέκρινε ότι ακτινοβολούσαν τη Χάρη και την αγάπη του Θεού, ζώντας έντονη μοναχική ζωή με ακτημοσύνη, με μεγάλη άσκηση και αδιάλειπτη προσευχή.

Στο μοναστήρι αυτό υπήρχε ένας κανόνας. Σύμφωνα με αυτόν, την Κυριακή της Τυρινής προ της ενάρξεως της Μεγάλης Σαρακοστής, αφού οι μοναχοί κοινωνούσαν των Αχράντων Μυστηρίων, προσεύχονταν και ασπάζονταν μεταξύ τους, και έπειτα ελάμβαναν ο καθένας τους μερικές τροφές και έφευγαν στην έρημο πέραν του Ιορδάνου, για να αγωνισθούν κατά την περίοδο της Τεσσαρακοστής τον αγώνα της ασκήσεως. Επέστρεφαν δε στο μοναστήρι την Κυριακή των Βαΐων, για να εορτάσουν τα Πάθη, τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού. Είχαν ως κανόνα να μην συναντά κανείς τον άλλο αδελφό στην έρημο και να μην τον ερωτά, όταν επέστρεφαν, για το είδος της ασκήσεως που έκανε την περίοδο αυτή.

Αυτόν τον κανόνα εφάρμοσε και ο Αββάς Ζωσιμάς. Αφού έλαβε ελάχιστες τροφές, βγήκε από το μοναστήρι και πορεύθηκε στην έρημο, έχοντας την επιθυμία να εισέλθει όσο μπορούσε πιο βαθειά σε αυτή, με την ελπίδα μήπως συναντήσει κάποιον ασκητή που θα τον βοηθούσε να φθάσει σε αυτό που ποθούσε. Πορευόταν προσευχόμενος και τρώγοντας ελάχιστα. Κοιμόταν δε όπου ευρισκόταν.

Είχε περπατήσει μία πορεία είκοσι ημερών όταν, κάποια στιγμή που κάθισε να ξεκουραστεί και έψελνε, είδε στο βάθος μια σκιά που έμοιαζε με ανθρώπινο σώμα. Στην αρχή θεώρησε ότι ήταν δαιμονικό φάντασμα, αλλά έπειτα διαπίστωσε ότι ήταν άνθρωπος. Αυτό το ον που έβλεπε ήταν γυμνό, είχε μαύρο σώμα - το σώμα αυτό προερχόταν από τις ηλιακές ακτίνες - και είχε στο κεφάλι του λίγες άσπρες τρίχες, που δεν έφθαναν πιο κάτω από τον λαιμό. Ο Αββάς Ζωσιμάς έβλεπε την Οσία Μαρία, την ώρα που προσευχόταν. Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία ασκούσε την αδιάλειπτη προσευχή και μάλιστα ο Αββάς Ζωσιμάς την είδε όταν εκείνη ύψωσε τα μάτια της στον ουρανό και άπλωσε τα χέρια της και «ἤρξατο εὔχεσθαι ὑποψιθυρίσουσα, φωνὴ δὲ αὐτῆς οὐκ ἠκούετο ἔναρθρος». Και σε κάποια στιγμή, ενώ εκείνος καθόταν σύντρομος, «ὁρᾷ αὐτὴν ὑψωθείσαν ὡς ἕνα πῆχυν ἀπὸ τῆς γῆς καὶ τῷ ἀέρι κρεμαμένην καὶ οὕτω προσεύχεσθαι».

Ο Αββάς Ζωσιμάς προσπάθησε να πλησιάσει, για να διαπιστώσει τι ήταν αυτό που έβλεπε, αλλά το ανθρώπινο εκείνο ον απομακρυνόταν. Έτρεχε ο Αββάς Ζωσιμάς, έτρεχε και εκείνο. Και ο Αββάς κραύγαζε με δάκρυα προς αυτό ώστε να σταματήσει, για να λάβει την ευλογία του. Εκείνο όμως δεν ανταποκρινόταν. Μόλις έφθασε ο Αββάς σε κάποιο χείμαρρο και απόκαμε, εκείνο το ανθρώπινο ον αφού τον αποκάλεσε με το μικρό του όνομα, πράγμα που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στον Αββά, του είπε ότι δεν μπορεί να γυρίσει και να τον δει κατά πρόσωπο, γιατί είναι γυναίκα γυμνή και έχει ακάλυπτα τα μέλη του σώματός της. Τον παρακάλεσε, αν θέλει, να της δώσει την ευχή του και να της ρίξει ένα κουρέλι από τα ρούχα του, για να καλύψει το γυμνό σώμα της. Ο Αββάς έκανε ότι του είπε και τότε εκείνη στράφηκε προς αυτόν. Ο Αββάς αμέσως γονάτισε για να λάβει την ευχή της, ενώ το ίδιο έκανε και εκείνη. Και παρέμειναν και οι δύο γονατιστοί «ἕκαστος ἐξαιτῶν εὐλογῆσαι τὸν ἕτερον».

Επειδή ο Αββάς αναρωτιόταν μήπως έβλεπε μπροστά του κάποιο άυλο πνεύμα, εκείνη διακρίνοντας τους λογισμούς του, του είπε ότι είναι αμαρτωλή, που έχει περιτειχισθεί από το άγιο Βάπτισμα και είναι χώμα και στάχτη και όχι άυλο πνεύμα.

Η Οσία Μαρία κατά την συνάντηση αυτή, αφού αποκάλυψε όλη την ζωή της, ζήτησε από τον Αββά Ζωσιμά να έλθει κατά την Μεγάλη Πέμπτη της επόμενης χρονιάς, σε έναν ορισμένο τόπο στην όχθη του Ιορδάνη ποταμού, κοντά σε μια κατοικημένη περιοχή, για να την κοινωνήσει, ύστερα από πολλά χρόνια μεγάλης μετάνοιας που μεταμόρφωσε την ύπαρξή της. «Καὶ νῦν ἐκείνου ἐφίεμαι ἀκατασχέτω τῷ ἔρωτι», του είπε, δηλαδή είχε ακατάσχετο έρωτα να κοινωνήσει του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.

Ο Αββάς Ζωσιμάς επέστρεψε στο μοναστήρι χωρίς να πει σε κανένα τι ακριβώς συνάντησε, σύμφωνα άλλωστε και με τον κανόνα που υπήρχε σε εκείνη την ιερά μονή. Όμως, συνεχώς παρακαλούσε τον Θεό να τον αξιώσει να δει και πάλι «τὸ ποθούμενον πρόσωπον» την επόμενη χρονιά και μάλιστα ήταν στεναχωρημένος γιατί δεν περνούσε ο χρόνος, καθώς ήθελε όλος αυτός ο χρόνος να ήταν μία ημέρα.

Το επόμενο έτος ο Αββάς Ζωσιμάς από κάποια αρρώστια δεν μπόρεσε να βγει από το μοναστήρι στην έρημο, όπως έκαναν οι άλλοι πατέρες στην αρχή της Σαρακοστής και έτσι παρέμεινε στο μοναστήρι. Και την Κυριακή των Βαΐων, όταν είχαν επιστρέψει οι άλλοι πατέρες της Μονής, εκείνος ετοιμάσθηκε να πορευθεί στον τόπο που του είχε υποδείξει η Οσία, για να την κοινωνήσει.

Την Μεγάλη Πέμπτη πήρε μαζί του σε ένα μικρό ποτήρι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, πήρε μερικά σύκα και χουρμάδες και λίγη βρεγμένη φακή και βγήκε από το μοναστήρι για να συναντήσει την Οσία Μαρία. Επειδή όμως εκείνη αργοπορούσε να έλθει στον καθορισμένο τόπο, ο Αββάς προσευχόταν στον Θεό με δάκρυα να μην του στερήσει λόγω των αμαρτιών του την ευκαιρία να τη δει εκ νέου.

Μετά την θερμή προσευχή την είδε από την άλλη πλευρά του Ιορδάνη ποταμού, να κάνει το σημείο του Σταυρού, να πατά πάνω στο νερό του ποταμού «περιπατοῦσαν ἐπὶ τῶν ὑδάτων ἐπάνω καὶ πρὸς ἐκεῖνον βαδίζουσαν». Στην συνέχεια η Οσία τον παρακάλεσε να πει το Σύμβολο της Πίστεως και το «Πάτερ ἠμῶν». Ακολούθως ασπάσθηκε τον Αββά Ζωσιμά και κοινώνησε των ζωοποιών Μυστηρίων. Έπειτα ύψωσε τα χέρια της στον ουρανό, αναστέναξε με δάκρυα και είπε: «Νῦν ἀπολύεις τὴν δούλη σου, ὢ Δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμά σου ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου».

Στην συνέχεια, αφού τον παρακάλεσε να έλθει και το επόμενο έτος στο χείμαρρο που την είχε συναντήσει την πρώτη φορά, ζήτησε την προσευχή του. Ο Αββάς άγγιξε τα πόδια της Οσίας, ζήτησε και αυτός την προσευχή της και την άφησε να φύγει «στένων καὶ ὀδυρόμενος», διότι τολμούσε «κρατῆσαι τὴν ἀκράτητον». Εκείνη έφυγε κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ήλθε, πατώντας δηλαδή πάνω στα νερά του Ιορδάνη ποταμού.

Το επόμενο έτος, σύμφωνα και με την παράκληση της Οσίας, ο Αββάς βιαζόταν να φθάσει «πρὸς ἐκεῖνο τὸ παράδοξο θέαμα». Αφού βάδισε πολλές ημέρες και έφθασε στον τόπο εκείνο, έψαχνε «ὡς θηρευτὴς ἐμπειρότατος» να δει «τὸ γλυκύτατο θήραμα», την Οσία του Θεού. Όμως δεν την έβλεπε πουθενά. Τότε άρχισε να προσεύχεται στον Θεό κατανυκτικά: «Δεῖξον μοί, Δέσποτα, τὸν θησαυρόν σου τὸν ἄσυλον, ὃν ἐν τῆδε τὴ ἐρήμω κατέκρυψας, δεῖξον μοί, δέομαι, τὸν ἐν σώματι ἄγγελον, οὐ οὐκ ἔστιν ὁ κόσμος ἀπάξιος». Για τον Αββά Ζωσιμά η Οσία Μαρία ήταν άθικτος θησαυρός, άγγελος μέσα σε σώμα, που ο κόσμος δεν ήταν άξιος να τον έχει. Και προσευχόμενος με τα λόγια αυτά είδε «κεκειμένην τὴν Ὁσίαν νεκράν, καὶ τᾶς χεῖρας οὕτως ὥσπερ ἔδει τυπώσασαν καὶ πρὸς ἀνατολᾶς ὄρασαν κειμένην τὸ σχήματι». Βρήκε δε και δική της γραφή που έλεγε: «Θάψον, ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, ἐν τούτῳ τὸ τόπω τῆς ταπεινῆς Μαρίας τὸ λείψανον, ἀποδὸς τὸν χοῦν τῷ χοΐ, ὑπὲρ ἐμοῦ διὰ παντὸς πρὸς τὸν Κύριον προσευχόμενος, τελειωθείσης, μηνὶ Φαρμουθὶ (κατ’ Αἰγυπτίους, ὅπως ἐστὶ κατὰ Ρωμαίους Ἀπρίλιος), ἐν αὐτῇ δὲ τὴ νυκτὶ τοῦ πάθους τοῦ σωτηρίου, μετὰ τὴν τοῦ θείου καὶ μυστικοῦ δείπνου μετάληψιν». Την βρήκε δηλαδή νεκρή, κείμενη στην γη, με τα χέρια σταυρωμένα και βλέποντας προς την ανατολή. Συγχρόνως βρήκε και γραφή που τον παρακαλούσε να την ενταφιάσει.

Η Οσία κοιμήθηκε την ίδια ημέρα που κοινώνησε, αφού είχε διασχίσει σε μία ώρα απόσταση την οποία διήνυσε το επόμενο έτος ο Αββάς Ζωσιμάς σε είκοσι ημέρες. Γράφει ο Άγιος Σωφρόνιος: «καὶ ἥνπερ ὤδευσεν ὁδὸν Ζωσιμᾶς διὰ εἴκοσι ἡμερῶν κοπιῶν, εἰς μίαν ὥραν Μαρίαν διέδραμεν καὶ εὐθὺς πρὸς τὸν Θεὸν ἐξεδήμησεν». Το σώμα της είχε αποκτήσει άλλες ιδιότητες, είχε μεταμορφωθεί.

Στην συνέχεια ο Αββάς Ζωσιμάς, αφού έκλαψε πολύ και είπε ψαλμούς κατάλληλους για την περίσταση, «ἐποίησεν εὐχὴν ἐπιτάφιον». Και μετά με μεγάλη κατάνυξη, «βρέχων τὸ σῶμα τοὶς δακρύσι» επιμελήθηκε τα της ταφής. Επειδή, όμως, η γη ήταν σκληρή και ο ίδιος ήταν προχωρημένης ηλικίας, γι' αυτό δεν μπορούσε να την σκάψει και βρισκόταν σε απορία. Τότε «ὁρᾷ λέοντα μέγαν τῷ λειψάνῳ τῆς Ὁσίας παρεστώτα καὶ τὰ ἴχνη αὐτῆς ἀναλείχοντα», δηλαδή είδε ένα λιοντάρι να στέκεται δίπλα στο λείψανο της Οσίας και να γλείφει τα ίχνη της. Ο Αββάς τρόμαξε, αλλά το ίδιο το λιοντάρι «οὐχὶ τοῦτον τοὶς κινήμασι μόνον ἀσπαζόμενον, ἀλλὰ καὶ προθέσει», δηλαδή το ίδιο το λιοντάρι καλόπιανε τον Αββά και τον παρακινούσε και με τις κινήσεις του και με τις προθέσεις του, να προχωρήσει στον ενταφιασμό της. Λαμβάνοντας ο Αββάς θάρρος από το ήμερο του λιονταριού, το παρακάλεσε να σκάψει αυτό το ίδιο τον λάκκο, για να ενταφιασθεί το ιερό λείψανο της Οσίας Μαρίας, επειδή εκείνος αδυνατούσε. Το λιοντάρι υπάκουσε. «Εὐθὺς δὲ ἅμα τῷ σώματι θαπτόμενο», δηλαδή με τα μπροστινά του πόδια έσκαψε το λάκκο, όσο έπρεπε, για να ενταφιασθεί το σκήνωμα της Οσίας Μαρίας.

Ο ενταφιασμός της Οσίας έγινε προσευχομένου του Αββά Ζωσιμά και του λιονταριού «παρεστῶτος». Μετά τον ενταφιασμό έφυγαν και οι δύο, «ὁ μὲν λέων ἐπὶ τὰ ἔνδον τῆς ἐρήμου ὡς πρόβατον ὑπεχώρησε. Ζωσιμᾶς δὲ ὑπέστρεψεν, εὐλογῶν καὶ αἰνῶν τὸν Θεὸν ἠμῶν».

Και ο Άγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων, καταλήγει ότι έγραψε αυτό το βίο «κατὰ δύναμιν» και «τῆς ἀληθείας μηδὲν προτιμῆσαι θέλων».

Ο βίος της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, δείχνει πως μία πόρνη μπορεί να γίνει κατά Χάριν θεός, πως ο άνθρωπος μπορεί να γίνει άγγελος εν σώματι και πως η κατά Χριστόν ελπίδα μπορεί να αντικαταστήσει την υπό του διαβόλου προερχόμενη απόγνωση. Στο πρόσωπο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας βλέπουμε τον άνθρωπο που αναζητά την ηδονή και κυνηγά τους ανθρώπους για την ικανοποίησή τους, αλλά όμως με τη Χάρη του Θεού μπορεί να εξαγιασθεί τόσο πολύ, ώστε να φθάσει στο σημείο να την κυνηγούν οι Άγιοι για να λάβουν την ευλογία της και να ασπασθούν το τετιμημένο της σώμα, καθώς επίσης να τη σέβονται και τα άγρια ζώα.

Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία με την μετάνοιά της, την βαθιά της ταπείνωση, την υπέρβαση εν Χάριτι του θνητού και παθητού σώματός της, αφ' ενός μεν προσφέρει μια παρηγοριά σε όλους τους ανθρώπους, αφ' ετέρου δε ταπεινώνει εκείνους που υπερηφανεύονται για τα ασκητικά τους κατορθώματα. Δεν ημέρωσε μόνο τα άγρια θηρία που υπήρχαν μέσα της, δηλαδή τα άλογα πάθη, αλλά υπερέβη όλα τα όρια της ανθρώπινη φύσεως και ημέρωσε ακόμη και τα άγρια θηρία της κτίσεως.

Αυτός είναι ο σκοπός και ο πλούτος της ενανθρωπίσεως του Χριστού, που φυλάσσεται μέσα στην Εκκλησία. Με την αποκαλυπτική θεολογία και την εν Χριστώ ζωή ο άνθρωπος μπορεί να μεταμορφωθεί ολοκληρωτικά.

Η Εκκλησία τιμά την μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας και την Ε' Κυριακή των Νηστειών.


Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Φωτισθεῖσα ἐνθέως Σταυροῦ τὴ χάριτι, τῆς μετανοίας ἐδείχθης φωτοφανῆς λαμπηδών, τῶν παθῶν τὸν σκοτασμὸν λιποῦσα πάνσεμνε, ὅθεν ὡς ἄγγελος Θεοῦ, Ζωσιμᾶ τῷ ἱερῷ, ὠράθης ἐν τὴ ἐρήμω, Μαρία «Ὅσιε Μῆτερ» μεθ' οὐ δυσώπει ὑπὲρ πάντων ἠμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ἐν σοί Μῆτερ ἀκριβῶς διεσώθη τό κατ᾽ εἰκόνα· λαβοῦσα γάρ τόν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καί πράττουσα ἐδίδασκες, ὑπερορᾷν μέν σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελεῖσθαι δέ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ· διό καί μετά Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὁσία Μαρία τό πνεῦμά σου.

Κοντάκιον
Ἦχος γ'. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἡ πορνείαις πρότερον, μεμεστωμένη παντοίαις, Χριστοῦ νύμφη σήμερον, τῇ μετανοίᾳ ἐδείχθης, Ἀγγέλων τήν πολιτείαν ἐπιποθοῦσα, δαίμονας, Σταυροῦ τῷ ὄπλῳ καταπατοῦσα, διά τοῦτο βασιλείας, ἐφάνης νύμφη Μαρία πάνσεμνε.
 
Όσιος Σάββας ο Νέος ο εν Καλύμνω
Σάββα τοις πάλαι αμιλληθείς Αγίοις.
Συν τούτοις δεδόξασαι θαύμασι πλείστοις.
Ο θεόφρων πατήρ ημων Σάββας ο νέος ο εν Καλύμνω, γεννήθηκε το έτος 1862 μ.Χ. στην Ηρακλείτσα (αναφέρεται και η Γάνου Χώρα της περιφέρειας Αβδίμ) της Ανατολικής Θράκης, από πτωχούς γονείς, τον Κωνσταντίνο, που ασκούσε το επάγγελμα του μικροπωλητού και τη Σμαραγδή. Ήταν μοναχοπαίδι και κατά το βάπτισμα έλαβε το όνομα Βασίλειος. Από μικρή ηλικία ήταν πιστός και ευσεβής, αλλά και ένθερμος εραστής της αγγελικής μοναχικής ζωής. Αφού τελείωσε τα εγκύκλια μαθήματα και φύλαξε τον εαυτό του καθαρό από κάθε μολυσμό, δεν συνέχισε τις σπουδές του στο γυμνάσιο, είτε διότι δεν είχε τη δύναμη ο πατέρας του, είτε διότι ο ίδιος ο Βασίλειος δεν είχε διάθεση περαιτέρω μορφώσεως. Κατόπιν τούτου, οι γονείς του του άνοιξαν ένα μικρό κατάστημα. Ο Βασίλειος, άγοντας το 12ο έτος της ηλικίας του, διαπίστωνε καθημερινά, ότι το επάγγελμα που ασκούσε δεν ήταν στη φύση του. Έπρεπε, λοιπόν, να κόψει το δεσμό που του δημιουργούσε αυτό με τον υλικό κόσμο και να προχωρήσει στο πέλαγος της χάριτος του Θεού. Ήθελε να ζήσει για τον Χριστό και μόνο. Η μητέρα του, μόλις πληροφορήθηκε τους πόθους του τον βεβαίωσε ότι «αν το κάνεις αυτό θ΄ αποθάνω».

Στην απαλή ηλικία των 12 ετών αντιμετωπίζει τον μέγα τούτο προβληματισμό. Η έλξη του Θεού είναι ισχυρότατη, όπως και η κλίση του. Το «φύγε και σώζου» κυριάρχησε και έτσι, μία ημέρα ιστορική, αλλά και λαμπρή, έβαλε το κλειδί του καταστήματος κάτω από μία πέτρα και κατέβηκε στο λιμάνι για να πραγματοποιήσει την απόφασή του. Ως ελάφι, τώρα, κατευθύνεται προς το ευωδες περιβόλι της Παναγίας, το Άγιον Όρος. Εκεί, εγκαταβιώνει στη Σκήτη της Αγίας Άννης, όπου και απολαμβάνει τους πρώτους καρπούς των ιερών πόθων του. (Κατ΄άλλη γνώμη, που στηρίζεται σε διηγήσεις, πρώτα πήγε στα Ιεροσόλυμα). Στη Σκήτη αυτή δέχθηκε το βάρος της μοναστικής δοκιμασίας επί 12 έτη (κατ΄άλλους επί 6 έτη) και ασκήθηκε στο έργο της αγιογραφίας και της βυζαντινής μουσικής.

Μετά από προσευχή παίρνει την απόφαση να πάει στα Ιεροσόλυμα. Διέρχεται από την γενέτειρά του, επισκεπτόμενος δε τους γονείς του, αναγνωρίζεται από κάποιο σημάδι του μετώπου του. Ο πειρασμός θερμαίνεται και πάλι. Πάλι εμπόδια από τη μητέρα του. Φεύγει ο ακτήμων με τη βοήθεια πλουσίου ανδρογύνου, που πηγαίνει στους Αγίους Τόπους. Ως χρόνος αφίξεώς του στα Ιεροσόλυμα αναφέρεται το έτος 1887 μ.Χ., σε έγγραφο του Αρχιγραμματέως του ομωνύμου Πατριαρχείου. Αφού προσκύνησε με δέος και ευλάβεια τους Αγίους Τόπους, εισέρχεται στην ιστορική Μονή του Χοτζεβά και γίνεται αδελφός αυτής.

Μετά τριετή ενάρετο και οσιακό βίο στη Μονή αυτή κείρεται το έτος 1890 μ.Χ. μοναχός. Οπλισμένος με την αγιαστική χάρη και θωρακισμένος με την αήττητη πανοπλία του αγγελικού σχήματος, το 1894 μ.Χ. αποστέλλεται από τον Καθηγούμενο της Μονής στο Άγιον Όρος για να ασκηθεί στην Ιερά Σκήτη της Αγίας Άννης, υπό την καθοδήγηση του αειμνήστου Αρχιμανδρίτου Ανθίμου, στην αγιογραφία, προφανώς να ειδικευθεί στην τέχνη. Επανέρχεται μετά 3ετίαν στην Ιερά Μονή Χοτζεβά και το 1902 μ.Χ. προχειρίζεται σε διάκονο και το επόμενο έτος σε πρεσβύτερο. Διατελεί επί ένα έτος (1906 μ.Χ.) εφημέριος της Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού, όπου γνωρίζεται με τον Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, τον μετέπειτα καθηγητή του Πανεπιστημίου και Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ως Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, αποφαινόμενος περί του Αγίου Σάββα, πριν ακόμα κοιμηθεί και αναγνωρισθεί η αγιότητά του, έλεγε στον Καλύμνιο φίλο του Γεράσιμο Ζερβό: «Να ξέρεις, Γεράσιμε, ότι ο πατήρ Σάββας είναι άγιος άνθρωπος». Το 1907 μ.Χ. επανέρχεται στην Ιερά Μονή Χοτζεβά και ασχολείται, παράλληλα προς την έντονη πνευματική ενάσκησή του, με το ευλογημένο εργόχειρο της αγιογραφίας.

Το 1916 μ.Χ., ύστερα από 26 χρόνια περίπου παραμονής στους Αγίους Τόπους επέστρεψε στην Ελλάδα. Έτσι σφραγίζει μια ωραία ασκητική ζωή, πλήρη πνευματικής καρποφορίας. Έφυγε από την έρημο του Ιορδάνου, όπου ζούσε «ως υψιπέτης αετός», τρεφόμενος ως πτηνό με μια κουταλιά βρεγμένο σιτάρι την ημέρα και νερό από τον ποταμό, διότι οι Άραβες πολεμούσαν τον ευλογημένο ερημικό βίο. Ευρισκόμενος στην Ελλάδα αναζητεί νέα γη ασκήσεως. Κατά το έτος της επιστροφής του, φαίνεται ότι μετέβη στη νήσο Πάτμο. Αφού παραμένει εκεί επί 2 έτη, πηγαίνει στο Άγιον Όρος, απ' όπου κατέρχεται στην Αθήνα για να αγοράσει υλικά αγιογραφίας. Κατά το διάστημα αυτό και μέχρι μεταβάσεώς του στην Αίγινα φαίνεται ότι μετέβη στο ξερονήσι Παραμπόλα και στην Ύδρα.

Στην Αθήνα συναντά υποτακτικό του Αγίου Νεκταρίου (βλέπε 9 Νοεμβρίου), ο οποίος τον πληροφορεί ότι τον αναζητεί. Απ' αυτό συνάγεται ότι οι δύο Άγιοι είχαν προηγούμενη γνωριμία. Από την Αθήνα, λοιπόν, πηγαίνει στην Αίγινα, όπου διακονεί τον Άγιο Νεκτάριο μέχρι την κοίμησή του. Η μετά του Αγίου Νεκταρίου συγκαταβίωσή του συνέβαλε πολύ στην περαιτέρω πνευματική πρόοδο του Οσίου. Εγνώρισε την αυστηρά άσκηση του Αγίου Νεκταρίου, τους πολέμους των μικρών ανθρώπων, αλλά και την αναμφισβήτητη αρετή του, την παροιμιώδη ταπείνωση και απλότητά του. Είδε τη θεία κοίμησή του, η οποία βεβαίωσε την ευαρέσκεια προς αυτόν του Παναγάθου Θεού με τα έκδηλα σημεία του Αγίου Μύρου και της ευωδίας, αλλά κυρίως της θαυματουργικής χάριτος. Στην Αίγινα παραμένει μέχρι το έτος 1926 μ.Χ. Αναχωρεί για την Αθήνα, διότι στη Μονή προσέρχεται πολύς κόσμος και ο θόρυβος τον κουράζει. Στην Αθήνα συναντά τον Γεράσιμο Ζερβό, ο οποίος τον φιλοξενει στο σπίτι του και τον πείθει τελικά να μεταβεί στην Κάλυμνο.

Το ίδιο έτος (1926 μ.Χ.) φθάνει στην Κάλυμνο, όπου μετά από κάποια έρευνα - περιπλάνηση εγκαταβιώνει οριστικά στην Ιερά Μονή Αγίων Πάντων. Σ΄αυτή τη Μονή, της οποίας τυγχάνει κτήτορας, ειχε ασκητεύσει και ο ενάρετος και διορατικός Ιερομόναχος π. Ιερόθεος Κουρούνης. Ο θεσπέσιος αυτός λειτουργός του Υψίστου, προ της κοιμήσεώς του, παρηγορώντας τις λυπημένες αδελφές είπεν: «μετ' ολίγον θα έλθη εδώ ανώτερός μου». Και πράγματι επαληθεύθηκαν τα λόγια του. Ο π. Σάββας, ευθύς μετά την εγκατάστασή του στην Ιερά Μονή των Αγίων Πάντων, κτίζει με τη βοήθεια του Γεράσιμου Ζερβού τα επάνω κελλιά και αρχίζει μία έντονη πνευματική ζωή. Αγιογραφεί, τελεί τα Θεία Μυστήρια και τις Ιερές Ακολουθίες, εξομολογεί, διδάσκει με το στόμα και το παράδειγμά του και βοηθεί χήρες, ορφανά και φτωχούς. Ζει με ταπείνωση, άσκηση και προσφορά, ώστε το αγγελικό παράδειγμά του να ενθυμούνται με δάκρυα και συγκίνηση όσοι τον εγνώρισαν. Πάντοτε δε θα επικαλούνται με πίστη τη χάρη του στις ποικίλες δοκιμασίες της ζωής τους. Πρόθυμος όταν ζούσε, προθυμότατος μετά την κοίμησή του.

Ηταν επιεικής και εύσπλαχνος στις αμαρτίες των άλλων, δεν ανεχόταν τη βλασφημία και την κατάκριση. Αυτά τα δύο πολύ τον τάρασσαν. Η σκληρά άσκησή του του χάρισε την ευωδία του σώματός του, αλλά και την ασθένεια. Το πέρασμά του ηταν ευώδες. Αυτή η ευωδία θα εξέλθει και από το μνήμα του κατά την εκταφή του. Όπως σ΄όλους τους ανθρώπους του Θεού, έτσι και από τον π. Σάββα δεν έλλειψε «ο σκόλοψ τη σαρκί». Υπέφερε από προστάτη και σοβαρά κοιλιακή πάθηση. Για τον προστάτη έκανε εγχείρηση και θεραπεύτηκε. Όταν του έλεγαν να πάει στην Αθήνα να θεραπευθεί και για το κοιλιακό νόσημα, απαντούσε: «Αυτό, παιδί μου, θα μας σώση, τίποτε άλλο δεν κάναμε. Αυτό είναι το καλό που θα μας πάει στον Παράδεισο. Ο Θεός είναι μεγάλος». Ο π. Σάββας αγαπούσε όλους τους ανθρώπους και κατέβαλλε προσπάθεια για τη μετάνοιά τους και επιστροφή τους στον Χριστό. Η αγάπη του ηταν ειλικρινής και πηγαία. Ηταν δε αφιλοχρήματος. Ουδέποτε κρατούσε χρήματα. Από την αγιογραφία και τα μυστήρια ό,τι ελάμβανε τα έδινε στους πτωχούς, στις χήρες και τα ορφανά. Η ζωή του ήταν μία συνεχής κατάσταση αγίας υπακοής. Ενδεικτικό αυτού είναι και η υπακοή του να δεχθεί κατά την περίοδο σοβαράς ασθενείας, ο ακρότατος αυτός ασκητής (στο Άγιον Όρος κατ' εντολή του γέροντά του) τον Δεκαπενταύγουστο κρέας πετεινού. Ο μακάριος, για κάθε πνευματικό πρόβλημα ελάμβανε άνωθεν την πληροφορία και έτσι βάδιζε επί του ασφαλούς. Είχε πολλούς πειρασμούς και χάλασε πολλές παγίδες του διαβόλου. Κάποτε, και συγκεκριμένα μία Καθαρά Δευτέρα, για να μη τελέσει τις ακολουθίες του, τον έκλεισε επί τρεις ημέρες στο κελλί του. Ήταν χαριτωμένος και ευλογημένος από τον Κύριο. Πράος, ανεξίκακος, άδολος, υπάκουος και πονετικός.

Δόξασε τον άγγελο στη γη και τον άνθρωπο στους ουρανούς. Ήταν άγγελος και άνθρωπος και αντιστρόφως. Κατά τον τρόπο αυτό εκπλήρωσε τις ημέρες της επί γης πορείας του μέχρι της 7ης Απριλίου 1948 μ.Χ., ότε παρέδωκε την αγία του ψυχή στον Κύριο. Περί το τέλος της ζωής του βρίσκεται σε άκρα περισυλλογή και ιερά κατάνυξη. Επί τρεις ημέρες δεν δέχθηκε κανέναν. Βρίσκοταν πλέον στο στάδιο της ιεράς μεταστάσεώς του. Έδωσε τις τελευταίες συμβουλές και ζήτησε την εν Χριστώ αγάπη και υπακοή. Όταν ο επιθανάτιος ρόγχος τον κατέλαβε και επί μακρόν συνεχίζετο, ξαφνικά λαμβάνει δυνάμεις, ενώνει τα μικρά ευλογημένα χέρια του και χειροκροτεί επανειλημμένα, ενώ από τα χείλη του εξέρχονται οι τελευταίες ιερές φράσεις: «Ο Κύριος, ο Κύριος, ο Κύριος». Ήταν η βεβαίωση της θείας μεταφυσικής πορείας του. Ήταν το κύκνειο άσμα της θεοφιλούς ζωής του. Την ώρα εκείνη λίγες μόνο μοναχές περιέβαλαν μία αγία μορφή, έναν θαυμάσιο αγωνιστή της πίστεως και της ευσεβείας, έναν οικιστή του Παραδείσου. Ο ουρανός γνώρισε τη μετάστασή του και πανηγύριζε. Έτσι, η γη χάρισε στον ουρανό τον άγιο αυτό βλαστό της και ο ουρανός αποδέχθηκε την ιερά αυτή προσφορά. Είθε και εμείς, μιμούμενοι, κατά το δυνατόν, τις αρετές του Αγίου Σάββα του νέου, του θαυματουργού, αλλά και με τις πρεσβείες του να αξιωθούμε της Ουρανίου Βασιλείας.

Μετά από δέκα έτη, έγινε η ανακομιδή των αγίων και χαριτόβρυτων λειψάνων του, στις 7 Απριλίου 1957 μ.Χ., προεξάρχοντος του μακαριστού Μητροπολίτου Λέρου, Καλύμνου και Αστυπάλαιας κυρού Ισιδώρου, ενώπιον πλήθους λαού. Ένα πυκνό νέφος θείας ευωδίας κάλυψε ολόκληρη την περιοχή και το νέο για το θεϊκό σημείο έκανε αμέσως το γύρο του νησιού. Το ιερό λείψανο του Οσίου μεταφέρθηκε σε λάρνακα, στο παρεκκλήσι του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου.

Η επίσημη Αγιοκατάταξη του Οσίου Πατρός ημών Σάββα του Νέου έγινε διά Πατριαρχικής Συνοδικής Πράξεως της 19ης Φεβρουαρίου 1992 μ.Χ.


Ἀπολυτίκιον
Γόνος γέγονας Γάνου και χώρας Μέγα καύχημα νήσου Καλύμνου παμμακάριστε Σάββα, πατήρ ημών και γαρ οδόν διελθών της ασκήσεως του ακροτάτου τέλους επέτυχες. Διό πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ σωθήναι τας ψυχάς ημών.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Της Καλύμνου το κλέος και θείον έφορον και των πάλαι Οσίων τον ισοστάσιον, ευφημήσωμεν πιστοί Σάββα τον Όσιον, ότι δεδόξασται λαμπρώς, ως θεράπων του Χριστού, θαυμάτων τη ενεργεία, και διανέμει τοις πάσι, παρά Θεού χάριν και έλεος.

Κοντάκιον
Ήχος β’. Τοις των αιμάτων σου
Των Καλυμνίων θερμώς προϊστάμενος, ως δοξασθείς τη του Πνεύματος χάριτι, παρέχεις τοις χρήζουσι πάντοτε, την σην ταχείαν εν πάσι βοήθειαν. διό σε υμνούμεν Σάββα, Όσιε.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ήχος γ’. Η Παρθένος σήμερον.
Εορτάζει σήμερον, των Καλυμνίων η νήσος, την αγίαν μνήμην σου, αγγαλομένη καρδία̇ έσχε γαρ, ως θεοδώρητον όντως πλούτον, σκήνός σου, το θεοδόξαστον Πάτερ Σάββα, ώ προστρέχουσα εν πίστει, ρώσιν λαμβάνει, ψυχής και σώματος.

Ὁ Οἶκος
Αγγαλιάται εν χαρά, Χριστού η Εκκλησία, ορώσά σου την εκ Θεού, τιμήν και δόξαν την πολλήν, και εύκλειαν την θαυμαστήν, ηγλαϊσμένε Πάτερ Σάββα̇ συ γαρ εν τοις χαλεποίς τούτοις καιροίς, εν μέσω γενεάς σκολιάς και διεστραμμένης, άμπεμπτος, αληθινός, ακέραιος, άκακος και όσιος ευρέθης, αμέμπτως εν τοις δικαιώμασι του Κυρίου πορευόμενος, και των πάλαι Αγίων, την αγίαν εχαρακτήρισας ζωήν̇ διο Κάλυμνος η νήσος, των θεοσδότων του καλών πλουσίως απολαύουσα, το ιερόν σου λείψανον, ως κιβωτόν αγιασμού εθησαύρισεν ̇ ώ πανευλαβώς σπεύδουσα, πάσαν καρπούται εξ αυτού ωφέλειαν, και αεί λαμβάνει τα αιτήματα, και ρώσιν ψυχής και σώματος.

Μεγαλυνάριον
Φύλαττε και σκέπε την σην Μονήν, την πιστώς τιμώσαν, το σον λείψανον το σεπτόν, και ναυτιλλομένοις και πάσι Καλυμνίοις, ω Σάββα θεοφόρε, βοήθει πάντοτε.
Οἱ Ἅγιοι Οὐϊκτωρίνος, Οὐΐκτωρ, Νικηφόρος, Κλαύδιος, Διόδωρος, Σαραπίων καὶ Παπίας οἱ Μάρτυρες


Σπεύδεις ὀκλάζων, Κλαύδιε, πρὸς σὸν γόνυ,
Τομῇ κεφαλῆς, πρὸς Θεοῦ δραμεῖν γόνυ.

Πέμπτῃ Κλαυδίου κεφαλὴν τάμε χεὶρ φονόεσσα.


Ἡ κυρίως μνήμη τους ἑορτάζεται τὴν 31η Ἰανουαρίου, ὅπου καὶ ὁ βίος τους.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, τῇ ἀναλάμψει, ὁ ἑπτάριθμος, Μαρτύρων δῆμος, ὡς λυχνία ἀνεδείχθη ἑπτάφωτος, ταῖς τῶν ἀγώνων ἐνθέοις λαμπρότησι, φωταγωγοῦντες τοὺς πίστει κραυγάζοντας· Θεῖοι Μάρτυρες, Χριστῷ τῷ Θεῷ πρεσβεύσατε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Ὡς στατιῶται Χριστοῦ ἀκατάπληκτοι, τὰς ἐναντίας ἀρχὰς ἐτροπώσασθε, φαιδρῶς συνημμένοι τῷ πνεύματι, καὶ ὁμοφώνως κραυγάζοντες Μάρτυρες· Χριστὸς τῶν ἀθλούντων ὁ στέφανος.

Μεγαλυνάριον.
Κλαύδιον Οὐΐκτωρα τὸν σεπτόν, σὺν Οὐϊκτωρίνῳ, καὶ Παππίᾳ τῷ ἱερῷ, καὶ σὺν Διοδώρῳ, τὸν θεῖον Νικηφόρον, ὁμοῦ καὶ Σεραπίωνα μακαρίσωμεν.


Οἱ Ἅγιοι Δίδυμος καὶ Θεοδώρα οἱ Μάρτυρες

Σὺν τῇ συνάθλῳ, Δίδυμε, τμηθεὶς φλέγῃ,
Φέρων σὺν αὐτῇ δίδυμον τιμωρίαν.


Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Δίδυμος καὶ Θεοδώρα ἄθλησαν κατὰ τοὺς χρόνους τῶν διωγμῶν ἐπὶ Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.) καὶ Μαξιμιανοῦ (286 – 305 μ.Χ.) καὶ ἐπὶ ἄρχοντος Ἀλεξανδρείας Εὐστρατίου. Ἡ Ἁγία Θεοδώρα συνελήφθη, ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανὴ καί, ἀφοῦ ὁμολόγησε ἐνώπιον ὅλων τὸν Χριστό, κλείσθηκε στὴ φυλακή. Μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες βγῆκε ἀπὸ τὴν φυλακή, ἀνακρίθηκε ἐκ νέου καὶ ὁδηγήθηκε σὲ πορνεῖο γιὰ διαφθορά. Ἀλλά, κατὰ θεία οἰκονομία, ὁ πρῶτος ποὺ εἰσῆλθε, ὁ στρατιωτικὸς Δίδυμος, θέλοντας νὰ τὴν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν ντροπὴ καὶ τὸν ψυχικὸ θάνατο τὴν ἕντυσε μὲ τὴν στρατιωτικὴ στολή του καὶ τὴν ἔβγαλε ἔξω.

Ἕνας δὲ ἀπὸ τοὺς ἀκόλαστους νέους, ὅταν εἰσῆλθε στὸ πορνεῖο καὶ βρῆκε ἀντὶ τῆς Θεοδώρας γυμνὸ τὸν Δίδυμο, ἐξεπλάγη καὶ κατήγγειλε τὸ γεγονὸς στὸν ἄρχοντα, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολὴ νά συλλάβουν τὸν Ἅγιο Δίδυμο. Ἐκεῖνος ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸ Ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἔτσι τὸν ἀποκεφάλισαν καὶ ἔκαψαν τὸ ἱερὸ λείψανό του. Τὸ ἴδιο τέλος ὑπέστη καὶ ἡ Ἁγία Θεοδώρα, ποὺ τελειώθηκε διὰ πυρός.

Ἔτσι, ἀφοῦ οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες τελειώθηκαν, ἔλαβαν τὸν ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας ἀπὸ τὸν μισθαποδότη Κύριο.

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεομάρτυρας ἐκ χώρας Σάμου


Τομὴν ὑποίσας, ὦ Γεώργιε, ξίφους,
Χαρᾷ ἀπέπτης εἰς χαρᾶς τὸ χωρίον.

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Γεώργιος γεννήθηκε ἀπὸ Σάμιο πατέρα στὴ Νέα Ἔφεσο τὸ ἔτος 1756 μ.Χ. Ἀκολούθησε τὸν ἔγγαμο βίο καὶ ἀπέκτησε τέκνα. Ὅμως, κατὰ τὸν Ἰούλιο τοῦ ἔτους 1798, εὑρισκόμενος σὲ κατάσταση μέθης, παρασύρθηκε στὸν Ἰσλαμισμὸ καὶ ἀρνήθηκε τὸν Χριστό. Ἐπειδὴ γιὰ τὴν πράξη του αὐτὴ ἔνιωσε ντροπή, ἀφοῦ ἀποκήρυξε τὸν Ἰσλαμισμό, ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἔφεσο καὶ ἦλθε στὴ Σάμο.

Κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας του οἱ Χριστιανοὶ ἄρχισαν νὰ χτίζουν ναὸ στὴν Ἔφεσο, ἀφοῦ πρῶτα ἔλαβαν τὴ σχετικὴ ἄδεια ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Οἱ Τοῦρκοι, φέροντες βαρέως ὅτι ἀνεγειρόταν ναὸς τῶν Ὀρθοδόξων καὶ μάλιστα μὲ βασιλικὴ ἄδεια, διέβαλαν τοὺς Χριστιανοὺς ὅτι φόνευσαν τὸν Γεώργιο ὡς ἀποστάτη τῆς πίστεώς τους καὶ ἔκρυψαν τὸ λείψανό του στὰ θεμέλια τοῦ ἀνεγειρόμενου ναοῦ. Ὅμως ὁ Γεώργιος βρέθηκε ἀργότερα καὶ ὁδηγήθηκε μὲ τὴν βία στὴν Ἔφεσο, ὅπου οἱ Τοῦρκοι τὸν πίεζαν νὰ ἐπανέλθει στὴν μωαμεθανικὴ θρησκεία. Κατόρθωσε ὅμως νὰ φυγαδευτεῖ καὶ πάλι στὴ Σάμο, ὅπου συνελήφθη ἐκ νέου καὶ ὁδηγήθηκε στὴ φυλακή. Μὲ τὴν διαμεσολάβηση ὅμως τῶν δημογερόντων τῆς Σάμου τὸν ἄφησαν πάλι ἐλεύθερο.

Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ ταραχὲς καὶ οἱ ἀνωμαλίες στὴν Ἔφεσο συνεχίζονταν. Τότε ὁ Γεώργιος, ἀφοῦ μετανόησε καὶ ἦλθε στὸν ἑαυτό του, ἔλαβε τὴν ἀπόφαση τοῦ μαρτυρίου. Ἀπομάκρυνε τὴν οἰκογένειά του, γιὰ νὰ τὴν προφυλάξει ἀπὸ τὸν φανατισμὸ τῶν Τούρκων καὶ παρουσιάσθηκε ἐνώπιον τοῦ Τούρκου ἱεροδικαστοῦ, στὸν ὁποῖο ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Οἱ Τοῦρκοι τότε ἄρχισαν τὶς κολακεῖες καὶ τὶς ἀπειλές. Καὶ ὅταν εἶδαν τὴν σταθερότητα τοῦ Ἁγίου στὴν πατρώα εὐσέβεια, τὸν ἀποκεφάλισαν. Ἦταν τὸ ἔτος 1801, ἡμέρα Παρασκευή. Οἱ Χριστιανοὶ παρέλαβαν τὸ ἱερὸ λείψανό του καὶ τὸ ἐνταφίασαν μὲ εὐλάβεια στὸν τάφο τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρα Πολυδώρου.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α'. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Προκαθάρας τοῖς ῥείθροις τῶν δακρύων Γεώργιε, τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα, ἐγκρατεύθης πανεύφημε· καὶ πόθῳ Χριστοῦ πυρποληθείς, ἐχώρησας γενναῖε πεποιθώς, πρὸς ἀγῶνάς τε καὶ ἄθλους μαρτυρικούς, καὶ νομίμως ἐνήθλησας.

Δόξα τῷ παράσχοντί σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἀφθαρσίᾳ εἰς αἰῶνας σὲ δοξάσαντι.

Κοντάκιον
Ἦχος δ´. Ἑπεφάνης σήμερον.
Τῆς πατρῴας πίστεως ὑπεραθλήσας, τὸν Χριστὸν ἐδόξασας, ὑπὲρ αὐτοῦ ἀποθανών, παμμάκαρ Μάρτυς Γεώργιε, καὶ Μαρτυρίου τὸν στέφανον εἴληφας.

Ὁ Οἶκος
Ἐγκρατείᾳ καὶ νήψει θεραπεύσας, τὴν σαυτοῦ πρώην ἀκρασίαν τε καὶ οἰνοφλυγίαν, Νεομάρτυς Γεώργιε, καὶ δακρύων τοῖς σταλαγμοῖς, τὰ τῆς ἀρνήσεως ψυχικὰς ἀποσμήξας κηλίδας, θείαν χάριν ἐδέξω τρισόλβιε, ὑπὲρ Χριστοῦ παθεῖν καὶ θανεῖν, καὶ τὸ δι᾿ αἱμάτων λαβεῖν βάπτισμα, ὅπερ οὐ μολύνεται μολυσμοῖς καὶ ῥύποις δευτέροις, καὶ διὰ τοῦτο καθαρῶς ὅλως τῷ Ποιητῇ καὶ Θεῷ ἀνῆλθες, καὶ Μαρτυρίου τὸ στέφανον εἴληφας.

Μεγαλυνάριον
Ἅστρον ἐξ Ἐφέσου νεοφανές, Μάρτυς Ἀθλοφόρε, ἀνατέταλκας ἀληθῶς, ταῖς τοῦ Μαρτυρίου μαρμαρυγαῖς φωτίζον, ἡμὼν τὰς διανοίας τῶν προσκυνούντων σε.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Ἅπαν ἁμαρτίας αἶσχος τοῖς σοῖς, αἵμασιν ἐκπλύνας, καθαρὸς νῦν τῷ Ποιητῇ, καὶ Θεῷ τῶν ὅλων, Γεώργιε παρέστης, ὃν ἡμῖν Ἀθλοφόρε, ἴλεων ἔργασαι.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Δόξῃ Ἀθλοφόρε μαρτυρικῇ, καὶ στέφει ἀφθάρτῳ, παριστάμενος τῷ Χριστῶ, Γεώργιε θεῖε, μετὰ τοῦ Πολυδώρου, καὶ Μάρκου τῶν συνάθλων, ἡμῶν μνημόνευε.

Ἡ Ἁγία Ἀργυρὴ ἡ Νεομάρτυς


Ἡ Ἁγία Ἀργυρὴ ἐγεννήθηκε, τὸ 1688 στὴν Προύσσα τῆς Βιθυνίας, ἀπὸ ἐνάρετους καὶ εὐλαβεῖς γονεῖς, τὸν Γεώργιο καὶ τὴν Σωσάννα. Κοντὰ στὸ σπίτι τῆς Ἀργυρῆς, κατὰ κακὴ τύχη βρισκόταν τὸ σπίτι κάποιου ἀλλόθρησκου προύχοντα, τοῦ ὁποίου ὁ υἱὸς μόλις εἶδε τὴν Ἀργυρή, τόσο θαμπώθηκε άπὸ τὴν ὀμορφιά της, ὥστε θέλησε να δημιουργήσει μαζί της σχέσεις ἐρωτικές καὶ νὰ τὴν κάνει νὰ ἀλλαξοπιστήσει.

Μία ἡμέρα, συναντᾶ τὴν Ἀργυρὴ στὸ δρόμο καὶ τῆς ἀποκαλύπτει τὰ αἰσθήματά του, ἀλλὰ ἡ Ἀργυρὴ ἀτάραχη καὶ σταθερὴ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ αὐτὸν, πρᾶγμα ποὺ τὸν ἔκανε ἔξω φρενῶν καὶ δυνάμωσε τὸ πάθος του. Ὁπότε ἄρχισε νὰ ἐνοχλεῖ καὶ τοὺς γονεῖς της, ἀπειλώντας τους μὲ τὴν ζωὴ τῆς κόρης τους, ἂν δὲν ἀλλαξοπιστήσει. Ἡ Ἀργυρὴ τότε ἀναφέρει στοὺς γονεῖς της τὰ τρέχοντα, ὁπότε οἱ δύστυχοι τρομοκρατημένοι, ἀποφασίζουν νὰ τὴν παντρέψουν μὲ ἕναν Χριστιανὸ νέο, γιὰ νὰ γλυτώσουν ἀπὸ τὶς κακὲς ἐπιθυμίες καὶ τὶς πιέσεις τοῦ ἀλλόθρησκου.

Πράγματι, σὲ ἡλικία δέκα ἑπτὰ ἐτῶν, μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες, ὁδηγεῖται νύμφη ὡραιοτάτη στὴν ἐκκλησία γιὰ νὰ παντρευτεῖ ὀρθόδοξο νέο συγχωριανό της. Ἀλλὰ ὅμως ὁ γάμος τῆς Ἀργυρῆς δὲν ἔσβησε τὸ πάθος τοῦ ἀλλόθρησκου.

Καὶ ὅταν μετὰ ἀπὸ δέκα πέντε ἡμέρες ἡ νεόνυμφος ὁδηγεῖται ἀπὸ τὸ σύζυγό της στὴν ἐκκλησία, κατὰ τὸ ἔθιμο, γιὰ νὰ γίνει παράκληση, ἐμφανίζεται μπροστά της ὁ υἱὸς τοῦ προύχοντα μαζὶ μὲ εἴκοσι ἄλλους ἀλλόθρησκους νέους κακῆς διαγωγῆς, καὶ ἁρπάζουν τὴ νύμφη ἀπὸ τὸ μέσον τῶν γονέων καὶ τῶν συγγενῶν της καὶ τοῦ συζύγου της. Ἡ Ἀργυρὴ ἀντὶ νὰ βρεθεῖ στὴν ἐκκλησία βρίσκεται στὸ δικαστήριο μὲ τὴ νυμφική της ἐνδυμασία καὶ μὲ μία ἀναφορὰ ἐναντίον της, ποὺ ἔγραφε ὅτι ἡ Ἀργυρὴ θυγατἐρα τοῦ Γεωργίου καὶ τῆς Σωσάννας, εἶχε ὑποσχεθεῖ στὸν υἱὸ τοῦ προύχοντα ὅτι θὰ ἀλλαξοπιστήσει.

Ὁ κριτής, ποὺ ἦταν καὶ ὁ πατέρας τοῦ ἀλλοθρήσκου, καταδικάζει τὴν Ἀργυρὴ νὰ ἀλλαξοπιστήσει καὶ νὰ παντρευτεῖ τὸν υἱό του. Ἡ Ἀργυρὴ ἐστάθηκε μπροστὰ στὴν ἀπόφαση τοῦ κριτοῦ ἀμετάπεισθη, ἀλύγιστη καὶ ἄφοβη.

Ὁργισμένος ὁ δικαστὴς διέταξε νὰ τὴ δέσουν καὶ νὰ τὴ φυλακίσουν.

Οἱ δύστυχοι γονεῖς μὴ μπορώντας νὰ παρηγορηθοῦν ἀπὸ τὴ στέρηση τῆς μονάκριβης θυγατρός τους, ἔσπευσαν μέσῳ τοῦ Μητροπολίτου Προύσσης νὰ εἰδοποιήσουν τὸν Πατριάρχη στὴν Κωνσταντινούπολη. Μετέβηκαν καὶ οἱ ἴδιοι μὲ τὸν ἀντιπρόσωπο τοῦ Μητροπολίτου νὰ διαμαρτυρηθοῦν στὴν τουρκικὴ κυβέρνηση, ἀλλὰ τὸ μόνο ποὺ κατάφεραν ἦταν νὰ μεταφερθεῖ ἀπὸ τὴ φυλακὴ ἡ Ἀργυρὴ σὲ δωμάτιο τοῦ σπιτιοῦ τοῦ κριτοῦ, μέχρις ὅτου δικασθεῖ σὲ ἀνώτατο δικαστήριο στὴν Κωνσταντινούπολη.

Τὴν ἐπαύριο, ἀδύνατη καὶ ταλαιπωρημένη, ἡ Ἀργυρὴ ὁδηγεῖται στὶς φυλακὲς τῆς Κωνσταντινουπόλεως μέχρις ὅτου ὁρισθεῖ ἡ δίκη. Δύο χρόνια ὁ σύζυγος καὶ οἱ γονεῖς της ἀγωνίζονται νὰ ὁρισθεῖ ἡ ἡμέρα τῆς δίκης. Τέλος, ὁδηγεῖται στὸ δικαστήριο, ἀλλὰ ἡ ἀπόφαση εἶναι ἡ ἴδια μὲ τοῦ κριτοῦ τῆς Προύσσης, ποὺ ἔλεγε: «Ἡ Χριστιανὴ Ἀργυρὴ ἢ θὰ ἀλλαξοπιστήσει νὰ παντρευθεῖ τὸν υἱὸ τοῦ προύχοντα ἢ θὰ κλεισθεῖ σὲ ἰσόβεια δεσμά.

Καὶ πάλι ὁ ἐρωτομανὴς ἀλλόθρησκος ὁργισμένος μὲ τὴν ἀλύγιστη στάση τῆς Ἀργυρῆς κατόρθωσε ὥστε νὰ τὴν ἁλυσοδέσουν καὶ νὰ τὴν ὁδηγήσουν στὴ φυλακή.

Ἡ ἀκλόνητη καὶ ἀληθινὴ πίστη πρὸς τὸ Σωτῆρα Ἰησοῦ Χριστὸ δὲν ὑποχωρεῖ οὔτε μπροστὰ στὸ φοβερώτατο θάνατο.

Ἔτσι καταδικάσθηκε ἡ Ἀργυρὴ νὰ σαπίζει στὴ φυλακή, δεμένη μὲ ἁλυσίδες, ἀνάμεσα σὲ αἰσχρὲς καὶ ἀνήθικες γυναῖκες, ποὺ τὶς διέταξαν νὰ βασανίζουν τὴν Ἀργυρὴ, ἡμέρα καὶ νύκτα, γιὰ νὰ τὴν ἀναγκάσουν νὰ ἀλλαξοπιστήσει.

Κάθε ἡμέρα τὴ βασάνιζαν μὲ σκληροὺς ραβδισμούς, σκληραγωγίες καὶ νηστεῖες.

Ἡ δύστυχη μητέρα της, Σωσάννα, μὴ ἀντέχοντας τὰ βασανιστήρια τῆς ἀγαπημένης της μοναχοκόρης μετὰ δύο χρόνια πέθανε καὶ αὐτὴ μέσα στὴ φυλακή.

Τὰ βάσανα, οἱ ραβδισμοί, οἱ ἀγρυπνίες καὶ οἱ νηστεῖες ἀδυνάτιζαν καὶ ἔφθειραν σιγὰ - σιγὰ τὴν Ἀργυρή. Τέλος, ἀφοῦ κατάλαβε ὅτι τὸ τέλος ἐπλησίαζε, θέλησε νὰ ἐκτελέσει τὸ τελευταῖο καθῆκόν της πρὸς τὸν προσφιλῆ Σωτῆρα Ἰησοῦ Χριστό, νὰ κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, πρᾶγμα ὅμως πολὺ δύσκολο μέσα στὴ φυλακή. Ἀλλὰ ἡ Θεία Χάρις τῆς ὑπέδειξε τὸν τρόπο.

Μέσα στὴ φυλακὴ ἦταν κλεισμένος ἕνας γέρος γιὰ χρέη στὸ κράτος, καὶ ἐπειδὴ ἦταν μέσα πολλὰ χρόνια καὶ ὅλοι τὸν ἐγνώριζαν, τὸν ἄφηναν πότε – πότε νὰ κινεῖται περισσότερο ἐλεύθερα. Αὐτὸν κρυφὰ κατόρθωσε νὰ φωνάξει ἡ Ἀργυρὴ καὶ νὰ τοῦ ἐμπιστευθεῖ τὴ θέλησή της. Καὶ αὐτὸς βρῆκε τὸν προϊστάμενο τῆς ἐκκλησίας τῆς φυλακῆς, καὶ τοῦ ἀνέφερε τὴν ἐπιθυμία τῆς Ἀργυρῆς.

Ὁ προϊστάμενος, ὅπως ἐσυνηθίζετο τότε σὲ τέτοιες περιστάσεις, ἔβαλε μέσα σὲ μία σταφίδα τὰ Ἄχραντα Μυστήρια καὶ ὁ γέροντας τὰ μετέφερε μὲ σεβασμὸ στὸ βάθος τῆς φυλακῆς ὅπου ἐβρισκόταν ἁλυσοδεμένη ἡ Ἀργυρή. Ἐκείνη, ἀφοῦ πρῶτα ἐπροσευχήθηκε, ἐκοινώνησε καὶ μετὰ ἀπὸ 24 ὧρες παρέδωσε τὴν ἁγία της ψυχὴ στὰ χέρια τοῦ Πλάστη καὶ Θεοῦ της μετὰ ἀπὸ 16 χρόνων φρικτὰ μαρτύρια. Ἡ Ἀργυρὴ τὴν 5 Ἀπριλίουμ 1721 ἐνταφιάζεται κατὰ τὴν ἐπιθυμία της σὲ μία ἄκρη στὸν περίβολο τοῦ ναοῦ τῆς Ὁσιομάρτυρος Ἁγίας Παρασκευῆς στὸ Χάσκιοϊ (Πικρίδιο), ποὺ ἦταν τότε νεκροταφεῖο.

Ὁ γέροντας ποὺ τὴν ἐκοινώνησε, τὴν ἀκολουθεῖ ἔως τὸν ἐνταφιασμό της καὶ θέτει πάνω στὸν τάφο της ἕνα κιονίσκο μὲ ἕνα σταυρὸ χαραγμένο ἐπάνω.

Στὶς 30 Ἀπριλίου 1725 ἐτελεῖται ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων της, ἐπειδὴ ζήτησε τοῦτο πολὺς κόσμος ποὺ ἐγνώριζε τὰ βάσανα ποὺ ὑπέφερε ἐπὶ τόσα χρόνια ἡ Ἀργυρή. Κατὰ τὴν ἀνακομιδή, τὴ βρῆκαν ὁλόσωμη νὰ εὐωδιάζει. Ἀμέσως εἰδοποίησαν τὸν Πατριάρχη Παΐσιο, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ ἐρεύνησε αὐτοπροσώπως καὶ εἶδε μὲ τὰ μάτια του τὸ θαῦμα, ἐλειτούργησε μὲ ὅλη τὴν Ἱερὰ Σύνοδο καὶ διέταξε νὰ θέσουν τὸ ἅγιο λείψανό της σὲ ἰδιαίτερη λάρνακα.

Ἰδοὺ τί γράφει καὶ ὁ Πατριάρχης: «Ὢ, τῶν θαυμασίων σου Χριστέ. Ἀφοῦ ἀνοίξαμεν τὸν τάφον εἶδα νὰ μένει σῶο καὶ ἄφθορο τὸ ἅγιο αὐτῆς σκῆνος, νὰ ἀναβλύζει δὲ θαυμασίαν εὐωδίαν καὶ νὰ κάνει σὲ ὅλους θαύματα».

Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: Κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς μνήμης της, ὁπότε ἀπὸ παντοῦ ἐφθαναν πλήθη Χριστιανῶν, ἦρθε καὶ μία Χριστιανὴ εὐλαβὴς μέχρι φανατισμοῦ, ποὺ ἀφοῦ προσκύνησε, θέλησε νὰ λάβει ἔνα δάκτυλο ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ λειψάνου, τὸ ὁποῖο καὶ ἔκαμε. Τότε, τὴν ἴδια στιγμή, θαμπώνουν τὰ μάτια της, δὲ βλέπει τίποτε καὶ μήτε μπορεῖ νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴ λάρνακα. Ὁμολογεῖ σὲ ὅλους τὴν ἁμαρτία της, ζητεῖ συγχώρεση καὶ ἐπιστρέφει τὸ ἱερὸ δάκτυλο ποὺ εἶχε κόψει. Ἔμεινε 40 ἡμέρες κοντὰ στὴν ἁγία λάρνακα μὲ νηστεῖες καὶ προσευχὲς γιὰ νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὴν ἀσθένειά της, πρᾶγμα ποὺ ἔγινε. Τὸ ἴδιο ἔπαθε καὶ μία ἄλλη ποὺ θέλησε νὰ ἀποσπάσει μία τρίχα ἀπὸ τὰ μαλλιὰ τῆς Ἁγίας.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τυράννους κατῄσχυνας ἐν τοῖς βασάνοις σεμνή, δειχθεῖσα πολύαθλε, ὥσπερ ἀδάμας στερρός, Χριστοῦ μάρτυς ἔνδοξε, ἔδειξας ἐναθλοῦσα πρὸς τὸν Χριστὸν τὸν Σωτῆρα, ἔρωτά τε καὶ ζῆλον καὶ ἀκόρεστον πόθον, δι’ ὅ σε, Ἀργυρή, αὐτὸς ἀξίως ἐδόξασε.

Ἡ Ὁσία Θεοδώρα ἡ ἐν Θεσσαλονίκῃ


Θεσσαλονίκη, σχοῦσα καλὰ μυρία,
Καὶ Θεοδώραν πλοῦτον ἄσυλον φέρεις.

Ἡ Ὁσία Θεοδώρα ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἀσπάσθηκε τὸ μοναχικὸ βίο καί ἀσκήθηκε στὸν ἀγώνα τῶν μοναχικῶν ἀρετῶν, τῆς ὑπακοῆς, τῆς φιλαδελφίας καὶ τῆς παρθενίας, ἀφοῦ εἰσῆλθε σὲ μοναστήρι. Πολλὰ χρόνια μετὰ τὴν ὁσιακὴ κοίμησή της, ἀνοίχθηκε ὁ τάφος της γιὰ νὰ ἐναποτεθεῖ σὲ αὐτὸν καὶ τὸ σκήνωμα τῆς ἡγουμένης της. Τότε, μὲ θαυμαστὸ τρόπο, «ἡ πρὸ πολλοῦ νεκρὰ κειμένη Θεοδώρα τῇ μητρὶ [ἐννοεῖ τὴν ἡγουμένη] ὥσπερ ζῶσα, συνέσφιγξεν ἑαυτὴν τόπον δοῦσα». Ἔκτοτε τὸ τίμιο λείψανο τῆς Ὁσίας Θεοδώρας δὲν ἔπαυσε νὰ ἐπιτελεῖ ποικίλα θαύματα.

Πρέπει ὅμως νὰ ἀναφέρουμε ἕνα ἀκόμη Συναξάρι, τὸ ὁποῖο παραθέτει ὁ Σωφρόνιος Εὐστρατιάδης μὲ βάση τὸ Λαυριωτικὸ Κώδικα Ι 70 καὶ τὸ ὁποῖο δὲν ἐμφανίζει καμιὰ σύγκλιση μὲ τὰ ἀνωτέρω.

Ἡ Ἁγία Θεοδώρα, σύμφωνα μὲ αὐτὸ τὸ Συναξάρι, ἦταν ἀπὸ τὴ νεανική της ἡλικία πόρνη, ἀλλὰ μετὰ τὴν παρέλευση ἀρκετῶν ἐτῶν μετανόησε. Διένειμε τὴν περιουσία της στοὺς φτωχοὺς καὶ εἰσῆλθε σὲ ἕνα βαθὺ λάκκο ἀναμένοντας κάποια θεϊκὴ ἐντολή. Ἀφοῦ διέμεινε ἐντὸς τοῦ ὀρύγματος ἐπὶ πέντε ἔτη «προσκαρτεροῦσα ἐν νηστείᾳ καὶ προσευχῇ καὶ γυμνότητι σαρκὸς καὶ ταλαιπωρίᾳ», τῆς γνωστοποιήθηκε μὲ ἀγγελικὸ ὅραμα ἡ συγχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν της.

Στὴν συνέχεια ἔχτισε ἕνα μικρὸ κελί, ὅπου ἐγκαταβίωσε γιὰ τὴν ὑπόλοιπη ζωή της, ἐνῷ μετὰ τὴν κοίμησή της ἐπιτέλεσε πλῆθος θαυμάτων. Ἴσως πρόκειται περὶ ἄλλης ὁμωνύμου ἐκ τῆς αὐτῆς πόλεως, περὶ τῆς ὁποίας ὅμως οἱ Συναξαριστὲς σιωποῦν.

Πρόσφατα, ἐν τούτοις, ἀποδείχθηκε ὅτι τὰ γλωσσικὰ δεδομένα τοῦ Συναξαρίου τῆς 5ης Ἀπριλίου συγκλίνουν μὲ αὐτὰ τοῦ Βίου καὶ τῆς Διηγήσεως γιὰ τὴ μετακομιδὴ τοῦ λειψάνου τῆς Ὁσίας Θεοδώρας τῆς Μυροβλύτιδος († 29 Αὐγούστου). Ἐπιπλέον , ἐντοπίσθηκαν καὶ ἐσωτερικὰ στοιχεῖα τοῦ Συναξαρίου, ποὺ καταδεικνύουν τὴ νοηματικὴ σχέση του μὲ τὰ δύο κείμενα τοῦ Γρηγορίου κληρικοῦ καὶ τὴν ἐξάρτησή του ἀπὸ αὐτά, γεγονὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀνεπιφύλακτη ταύτιση τῆς Ὁσίας Θεοδώρας τοῦ Συναξαρίου μὲ τὴν Ὁσιομυροβλύτιδα Θεοδώρα.

Ἕνα, ἐπίσης, σοβαρὸ πρόβλημα ποὺ συνδέεται μὲ τὴν ταύτιση ἢ τὸν διαχωρισμὸ τῶν δυὸ ὁμωνύμων Ὁσίων εἶναι τὸ ὑμνογραφικὸ καὶ συγκεκριμένα ὁ Κανόνας πρὸς τιμὴν τῆς Ὁσίας Θεοδώρας, ποὺ ἀποδίδεται στὴ γραφίδα τοῦ Ὁσίου Ἰωσὴφ τοῦ Ὑμνογράφου. Ὁ Κανόνας αὐτός, ὁ ὁποῖος ἀντλεῖ ἀπὸ τὸ Συναξάρι τῆς 5ης Ἀπριλίου, ἐπιγράφεται σὲ ἕνα μεγάλο ὑμνογράφο τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος διέμεινε καὶ στὴ Θεσσαλονίκη καὶ συνέγραψε Κανόνες πρὸς τιμὴν ἀρκετῶν Θεσσαλονικέων Ἁγίων, ἀλλὰ κοιμήθηκε σύμφωνα μὲ τὴν ἐπικρατοῦσα ἄποψη τὸ ἔτος 886 μ.Χ., δηλαδὴ ἕξι χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμηση τῆς Ὁσίας Θεοδώρας τῆς Μυροβλύτιδος.

Ἡ μοναδικὴ ἀπάντηση ποὺ μπορεῖ νὰ δοθεῖ στὸ σοβαρὸ αὐτὸ πρόβλημα, τὸ ὁποῖο παραμένει ἀνοικτό, εἶναι ἡ ἀπόδοση τοῦ Κανόνος σὲ κάποιο μαθητή του, πιθανότατα τὸν Θεοφάνη τὸν Σικελό, πολλοὶ Κανόνες τοῦ ὁποίου, ὅπως ἔχει διαπιστωθεῖ ἀπὸ τὴν ἔρευνα, φέρουν στὴν ἀκροστιχίδα τους τὸ ὄνομα τοῦ Ἰωσήφ.

Ὁ Ἅγιος Θέρμος ὁ Μάρτυρας


Θέρμην ἔρωτος ἐνθέου Θέρμος φέρων,
Θέρμην πυρὸς φλέγοντος ὡς ψύξιν κρίνει.

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Θέρμος τελειώθηκε διὰ πυρός.

Οἱ Ἁγίες κυρία καὶ δούλη οἱ Μάρτυρες

Ἐχρῆν ἕπεσθαι κυρίᾳ τὴν δουλίδα,
Ἐκ γῆς ἰούσῃ πρὸς Θεὸν διὰ ξίφους.

Οἱ Ἁγίες τελειώθηκαν διὰ ξίφους.

Ὁ Ἅγιος Πομπήιος ὁ Μάρτυρας

Ὡς ζῶν πρόβατον Πομπήϊε Κυρίου,
Χέεις, ἀμελχθεὶς αὐχένα ξίφει, γάλα.

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Πομπήιος τελειώθηκε διὰ ξίφους.

Ὁ Ἅγιος Ζήνων ὁ Μάρτυρας

Ἆθλος τριπλοῦς Ζήνωνι, πίσσα, πῦρ, δόρυ.
Οἶμαι, δι' ἣν ἔπασχε ταῦτα Τριάδα.

Εἶναι ἄγνωστο ποῦ καὶ πότε ἄθλησε ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ζήνων, τὸν ὁποῖο, ἀφοῦ ἄλειψαν μὲ πίσσα, τὸν ἔριξαν στὴ φωτιὰ καὶ τὸν θανάτωσαν μὲ δόρυ.

Οἱ Ἅγιοι Μάξιμος καὶ Τερέντιος οἱ Μάρτυρες

Ἴσου μετέσχον καὶ στέφους, ὡς καὶ τέλους,
Τερέντιος, Μάξιμος, οἷς τομὴ τέλος.

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Μάξιμος καὶ Τερέντιος τελειώθηκαν μὲ ξίφος.

Οἱ Ἁγίες Πέντε Μάρτυρες νεάνιδες ἀπὸ τὴν Λέσβο

Ἀθληφόρους τίθησι Λεσβίας κόρας,
Μίαν, δύο, τρεῖς, τέσσαρας πέντε, ξίφος.

Οἱ Ἁγίες αὐτὲς τελειώθηκαν διὰ ξίφους. Ποῦ καὶ πότε καὶ ὑπὸ ποῖες συνθῆκες δὲν γνωρίζουμε. Στὸ ὄρος Λίβανος τῆς Λέσβου ὑπῆρχε μονὴ τῶν Ἁγίων Πέντε, μαρτυρούμενη ἤδη ὑπὸ συνοδικῆς ἀποφάσεως τοῦ ἔτους 1331. Στὴ θέση τῆς μονῆς σήμερα ὑπάρχει χτισμένος μικρὸς ναός, στὸν ὁποῖο ἔχουν ἐντοιχισθεῖ παλαιοχριστιανικὰ ἀρχιτεκτονικὰ μέλη. Στὸ μέρος αὐτὸ πρέπει νὰ ἀναγνωρισθεῖ ὁ τόπος τοῦ μαρτυρίου ἢ τῆς τιμῆς τῶν Πέντε Μαρτύρων νεανίδων τῆς Λέσβου.

Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Αἱ πεντάριθμοι κόραι καί καλλιπάρθενοι, ἐκ τῆς Λέσβου ὠς ἄνθη τερπνά ἐξήνθησαν, καί ἀγάπη θεϊκῆ τόν νοῦν πτερώσασαι, ὡμολόγησαν Χριστόν, ὑπέρ οὗ τάς κεφαλάς, ἐτμήθησαν στερροψύχως ἄς εὐφημήσωμεν πάντες, ὡς εὐκλεεῖς Παρθενομάρτυρες.

Ἡ Ἁγία Ὑπομονὴ ἡ Μάρτυς


Η μνήμη της Αγίας Υπομονής, δεν αναφέρεται στον Συναξαριστή του Αγίου Νικόδημου και τα έντυπα Μηναία αλλά σημειώνεται στον Βατοπαιδινό Κώδικα 1104 φ. 986, όπου και η Ακολουθία της, ποίημα του Θεοφάνη. Ο Κανόνας φέρει ακροστιχίδα: «τοὺς σοὺς ἀγῶνας, Ὑπομονή, θαυμάσω». Η μνήμη της αναφέρεται και στον Συναξαριστή Delehaye την 9η Απριλίου χωρίς όμως βιογραφικό υπόμνημα.

Ὁ Ἅγιος Παναγιώτης ὁ Νεομάρτυρας 


Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Παναγιώτης μαρτύρησε στὴν Ἱερουσαλὴμ ὁμολογώντας τὸν Χριστό, σύμφωνα μὲ τὴν μαρτυρία τοῦ Ἄγγλου Ἱεραποστόλου Ἰωσὴφ Wolff, ποὺ διασώζεται σὲ ἐπιστολὴ αὐτοῦ τῆς 2ας Ἀπριλίου 1839.

Ὁ Νεομάρτυς Παναγιώτης ὑπηρετοῦσε κοντὰ σὲ ἕνα Τοῦρκο εὐγενὴ ποὺ ὀνομαζόταν Ὀσμὰν Ἐφέντης. Ὅταν αὐτὸς μετέβη στὸ τέμενος τοῦ Ὀμάρ, ποὺ βρίσκεται στὴν Ἱερουσαλήμ, ὁ Ἅγιος τὸν συνόδευσε καὶ εἰσῆλθε μαζὶ μὲ τὸν κύριό του στὸ τέμενος. Ἡ εἴσοδος αὐτὴ τοῦ Ἁγίου στὸ τέμενος προκάλεσε τὴν ὀργὴ καὶ τὴν κατ’ αὐτοῦ κατηγορία κάποιων φανατικῶν Τούρκων πρὸς τὸν πασᾶ τῆς Δαμασκοῦ, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Ἅγιος μίανε τὸ τουρκικὸ τέμενος.

Ὁ πασᾶς ζήτησε ἀπὸ τὸν Νεομάρτυρα Παναγιώτη, γιὰ νὰ ἀποφύγει τὸν θάνατο, νὰ ἀσπασθεῖ τὸν Ἰσλαμισμό. Μὲ τὸ ἄκουσμα τῆς προτάσεως αὐτῆς ὁ Ἅγιος, μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ θάρρος, ὁμολόγησε τὴν πίστη του ἐνώπιον τοῦ ἄρχοντος λέγοντας: «Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ζῶντος. Θανάτωσέ με, δὲν φοβᾶμαι. Χριστὸς Ἀνέστη!».

Ἔτσι ὁδηγήθηκε στὴν πύλη τοῦ Δαβίδ, ὅπου γονάτισε καὶ ἔψαλε τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» ἐνώπιον πλήθους Μουσουλμάνων. Ἐκεῖ δέχθηκε τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου, ἀφοῦ τοῦ ἀπέκοψαν τὴν τίμια κεφαλή. Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Νεομάρτυρα Παναγιώτη τὸ ἀγόρασαν μοναχοὶ τῆς Ἑλληνικῆς μονῆς τῶν Ἱεροσολύμων ἀντὶ 5.000 γροσίων καὶ τὸ ἐνταφίασαν μὲ τιμὲς καὶ εὐλάβεια.

Μετακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Ἰὼβ Πατριάρχου Μόσχας καὶ πάσης Ρωσίας


Ἡ μνήμη του τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας την 2α Ἰουλίου.

Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Ἰώβ, Πατριάρχου Μόσχας καὶ πάσης Ρωσίας, μετακομίσθηκε τὸ ἔτος 1652 μὲ ἀπόφαση τοῦ Μητροπολίτου Νόβγκοροντ Νίκωνος ἀπὸ τὴ μονὴ Σταρίτσα τῆς Μόσχας στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, στὸ Κρεμλίνο.

Ὁ Ἅγιος Μπέκαν ὁ ἐξ Ἰρλανδίας

Ὁ Ἅγιος Μπέκαν ἔζησε κατὰ τὸν 6ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἦταν γόνος τῆς βασιλικῆς οἰκογένειας τῆς Ἰρλανδίας. Ὅταν ἔχτιζε τὴν ἐκκλησία του παρέμενε πολλὲς φορὲς γονυπετὴς καί, ἐνῷ τὰ χέρια του ἐργάζονταν, τὰ χείλη ψέλλιζαν εὐχὲς καὶ ἀπὸ τὰ μάτια του ἔρρεαν ἀκατάπαυστα δάκρυα. Συγκαταλέγεται μεταξὺ τῶν δώδεκα ἱεραποστόλων τῆς Ἰρλανδίας.

Ὁ Ἅγιος Μπέκαν κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Άγιος Αβδιησούς

Τη μνήμη του συναντάμε επιγραμματικά στο «Μικρὸν Εὐχολόγιον ἢ Ἁγιασματάριον» έκδοση Αποστολικής Διακονίας 1959, χωρίς άλλες πληροφορίες. Πουθενά άλλου δεν συναντάμε τη μνήμη του.

Σύναξη της Παναγίας Ρόδον το Αμάραντον στο Αμύνταιο 



Στον Ιερό Ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Αμυνταίου βρίσκεται τεθησαυρισμένη η ιερά και εφέστιος εικόνα της Παναγίας «Ρόδον το Αμάραντον» (1772 μ.Χ.) η οποία εορτάζει την Ε' Κυριακή των Νηστειών.

Πηγὲς:http://www.saint.gr/04/05/index.aspx
http://www.synaxarion.gr/gr/m/4/d/5/sxsaintlist.aspx
«Πᾶνος»

1 σχόλιο:

  1. Η Αγία μας Εκκλησία μέσα στο στάδιο των Αρετών της Αγίας Τεσσαρακοστής
    Την Ε' Κυριακή των Νηστειών μας προβάλλει μία Αγία Μορφή.

    Την Οσία Μαρία την Αιγύπτια.
    Είναι το πρότυπο των Μοναχών και των Ασκητών.
    Να γίνει και σε όλους εμάς Πρότυπο στην Άσκηση, στον Αγώνα, στην Προσευχή, την Υπομονή, και κυρίως την Μετάνοια.

    17 ολόκληρα χρόνια ο πονηρός την πολεμούσε μέσα στην έρημο και της υπενθύμιζε το πρότερο Βίο της.

    Για αυτό και εμείς να μην περιμένουμε με λίγο κομποσχοίνι και λίγη άσκηση να ξεριζώσουμε τα πάθη μας.

    Όσο πιο πολύ ριζώνουν μέσα μας, τόσο πιο πολύ γίνεται χοντρός ο κορμός του δέντρου.
    Και μην περιμένουμε με μία τσεκούρια να το κόψουμε, Η Οσία Μαρία η Αιγύπτια 17 ολόκληρα χρόνια χρειαζόταν να το πελεκάει.
    Για αυτό να μην αποκάμνουμε εύκολα, τσεκούρια τσεκούρια θα έρθει η ώρα που θα πέσει.
    Ας την παρακαλούμε να μας στηρίζει στον αγώνα μας.

    Οσία Μαρία Αιγυπτία πρέσβευε υπέρ ημών των αμαρτωλών.
    Και Αγιε Ζωσιμά πρέσβευε υπέρ ημών των αμαρτωλών.

    ΑπάντησηΔιαγραφή