Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

π. Γεώργιος Μεταλληνός: Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

«Ὁ δέ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν»

Τό πρῶτο μήνυμα τοῦ παραδείγματος τοῦ Χριστοῦ ( τό θαυμαστό γεγονός τῆς διατροφῆς τῶν πεντακισχιλίων στήν ἔρημο) νομίζουμε πώς εἶναι ἡ ὑποχρέωση τῆς Ἐκκλησίας, ὡς σώματος Χριστοῦ, ἐν Χριστῷ δηλαδή κοινωνίας, νά ἀγκαλιάσει ὅλο τόν ἄνθρωπο καί ὅλα τά προβλήματά του, πνευματικά καί ὑλικά. Τίποτε δέν μένει ἔξω ἀπό τό ἐνδιαφέρον τοῦ Χριστοῦ. Ἄρα τίποτε δέν πρέπει νά μένει ἔξω ἀπό τό ἐνδιαφέρον τῆς Ἐκκλησίας του.

Ἐδῶ θά ἐπισημάνουμε μερικά σφάλματά μας πού ἐξ αἰτίας τῶν ἱστορικῶν συνθηκῶν ἔγιναν πιά καί γιά τήν Ὀρθοδοξία καθεστώς.

α) Περιορίζουμε τόν Χριστό μόνο στά πνευματικά ζητήματα. Στήν κατακόρυφη διάσταση. Ἔτσι δημιουργεῖται ὁ ἀστοχριστιανισμός. Μιά τέτοια μορφή χριστιανισμοῦ, μονομερής ἤ μᾶλλον μονοφυσιτική, δίνει τό δικαίωμα νά κατηγορεῖται ὁ χριστιανισμός σάν τό «ὄπιο τοῦ λαοῦ».

β) Ζητοῦμε τήν λύση τῶν κοινωνικο-υλικῶν μας προβλημάτων μακράν τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά πῶς θά λυθοῦν χριστιανικά τά προβλήματα τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἀπό μή χριστιανούς;

γ) Ἐνεργοῦμε, ἔτσι, ἀντίθετα πρός τήν θέληση τοῦ Χριστοῦ. Τό ἀποδεικνύει ἡ ἀπάντησή του: «Οὐ χρείαν ἔχουσι ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν».

Γιατί ἀφήνετε τόν λαό μου, λέγει στούς ποιμένες μας, νά τρέχουν στά λασπονέρια νά ξεδιψάσουν; Νά ζητοῦν χαρούπια γιά νά χορτάσουν; Γιατί νά ἀναζητοῦν ἀπάντηση στά προβλήματά τους στήν ἐρημιά τοῦ ἀστισμοῦ, τοῦ ὑλισμοῦ, τοῦ μαρξισμοῦ, τοῦ ἀμοραλισμοῦ καί τῆς ἀθεΐας; Δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν!

Παῦτε νά ἀπατᾶσθε ἀπό τούς λαοπλάνους. Παῦτε νά ἐμπιστεύεσθε τόν λαό μου στά πονηρά χέρια τους.

Φτιάχτε σεῖς τήν κοινωνία μου. Ὄχι μόνο μέσα στά μοναστηριακά κοινόβια. Κάμετε κοινόβιο τήν χριστιανική σας κοινωνία, ἀρχίζοντας ἀπό τίς ἐνορίες σας. Ἄν πιστεύετε βέβαια πώς ἦλθα, γιά νά κάμω τόν κόσμο Ἐκκλησία καί «βασιλεία» μου!

δ) Κωφεύουμε στήν ἐπιταγή αὐτή τοῦ Χριστοῦ καί ἐπικαλούμεθα ἀδιάκοπα τήν ἀδυναμία μας. «Οὐκ ἔχομεν...». Εἶναι ἡ ἀπάντησή μας. Καί πράγματι δέν ἔχουμε, κι οὔτε μποροῦμε. «Χωρίς αὐτοῦ» δέν μποροῦμε τἰποτε νά κάμουμε. Κι ἐμεῖς ὄχι μόνο ξεχνοῦμε, ἀλλά καί ἀρνούμεθα τήν παντοδυναμία του. Πνιγόμαστε στήν μονομέρεια, στήν ὀριζοντίωση. Ὁ Χριστός ὅμως δέν ζητᾶ ἀπό μᾶς θαύματα. Ζητᾶ μόνο τίς δυνατότητές μας, γιά νά τίς εὐλογήσει, νά τίς ἁγιάσει καί μ’ αὐτές νά θαυματουργήσει Ἐκεῖνος. Νά θρέψει, νά χορτάσει, καί νά μᾶς ἀφήσει καί περίσσευμα. Γιατί ἦλθε «ἵνα ζωήν ἔχωμεν καί περισσόν ἔχωμεν».

Ἀδελφοί μου!

Νά γιατί ἀκόμα πεινᾶ καί διψᾶ ὁ λαός μας. Τόν τροφοδοτοῦμε πνευματικά. Κοινωνικά-πολιτικά, ὅμως, τόν ἀφήνουμε νά λιμοκτονεῖ. Ὅσο ἡ κοινωνική ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας θά μένει ἡ λησμονημένη διάσταση, δέν θά παύσει νά λιμοκτονεῖ πνευματικά ὁ Λαός μας!

 

-------------------------------------------

Ἀπό τό βιβλίο τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ ΦΩΣ ΕΚ ΦΩΤΟΣ, τῶν ἐκδόσεων «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», σελ. 98.

Ἐπιμέλεια ἀντιγραφῆς
 
 «Πᾶνος»

1 σχόλιο:

  1. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος υπήρξε από τους δυνατότερους Ιεροκήρυκες.
    Ο μόνος που ονομάστηκε εδώ και 2000 χρόνια Χρυσόστομος.
    Υπεραγαπούσε το κήρυγμα και το θεωρούσε ως το κατ’ εξο­χήν καθήκον ενός χριστιανού κληρικού.
    Η ιεροσύνη είναι εξουσία, αλλ’ είναι εξουσία λόγου και πειθούς. Αυτό είναι το διακριτικό γνώρισμα της χριστιανικής αρχής.
    Οι βασιλείς εξαναγκάζουν, οι κληρικοί πείθουν.
    Οι πρώτοι ενεργούν με διαταγές, οι δεύτεροι με προτροπές. Οι κληρικοί απευθύνονται στην ανθρώπινη ελευθερία, στην ανθρώπινη θέληση και ζητούν αποφάσεις.
    Οι σημερινοί αρχιερείς πως να πείσουν;
    Όταν ένας Ιερέας πολύτεκνος παίρνει ψίχουλα και αυτοί κυκλοφορούν με λιμουζίνες και μένουν σε παλάτια και έχουν γίνει ένα με την πολιτική εξουσία..
    Και όμως υπάρχουν άνθρωποι που τους πιστεύουν και τους ακολουθούν και επιτίθενται σε όποιον έχει διαφορετική γνώμη.
    Τα ίδια με τότε και πολύ χειρότερα.

    Ο Χρυσόστομος δεν ήταν καθόλου ένας αισιόδοξος αισθηματίας. Η διάγνωσή του για την ανθρώπινη κατάσταση ήταν μαύρη κι άραχνη.
    Ζούσε σε μια εποχή που η Εκκλησία κατακλύσθηκε ξαφνικά από πλήθη κατ’ όνομα μόνον Χριστιανών.
    Είχε την εντύπωση ότι κήρυττε σε νεκρούς.

    «Μέσα στις χιλιάδες μπορεί κανείς δύσκολα να βρει περισσότερους από εκατό που έχουν σωθεί, και ακόμα και γι’ αυτό αμφιβάλλω».
    Ένοιωθε μάλλον στενοχώρια για τον μεγάλο αριθμό των κατ’ όνομα μόνον Χριστιανών, που τους θεωρούσε «μια επί πλέον τροφή για το πυρ».

    Ο Χρυσόστομος φοβόταν πως κάθε τι που αποθηκευόταν, ήταν κατά κάποιο τρόπο κλεμμένο από τους φτωχούς. Ένας δεν μπορεί να είναι πλούσιος, παρά μόνο αν κρατήσει τους άλλους φτωχούς.
    Η ρίζα του πλούτου βρίσκεται πάντα βυθισμένη σε κάποια αδικία.

    Αγωνιζόταν απεγνωσμένα για την ανανέωση της κοινωνίας, για τη θεραπεία των κοινωνικών κακών.
    Κήρυττε και ασκούσε τη φιλανθρωπία, ιδρύοντας νοσοκομεία και ορφανοτροφεία, βοηθώντας τους φτωχούς και τους ενδεείς.
    Ήθελε να ανακτηθεί το πνεύμα ασκήσεως της αγάπης. Ήθελε περισσότερη δραστηριότητα και αφοσίωση μεταξύ των Χριστιανών.

    Δεν φοβήθηκε να τα βάλει με την αυτοκράτειρα Ευδοξία.

    Ήταν Πατριάρχης στην Πρωτεύουσα μιας τεράστιας αυτοκρατορίας και ο ίδιος πέθανε εξόριστος υπομένοντας τα πάνδεινα γιατί ασκούσε δριμύ έλεγχο στους πάντες, βρέθηκε στην εξορία όχι από εθνικούς αλλά από τους αρχιερείς.

    Όλοι αυτοί που πολέμησαν την Εκκλησία γνωρίζουμε πού βρίσκονται;
    Και αν δεν γνωρίζουμε θα το μάθουμε την Ημέρα της Κρίσεως.

    Όμως η Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου τελείται κανονικά κάθε Κυριακή σε όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες.

    «Αρκεῖ εἷς ἄνθρωπος ζήλῳ πεπυρωμένος ὁλόκληρον διορθώσασθαι δῆμον».

    Ναι, ένας άνθρωπος με φλογερό ζήλο μπορεί πράγματι να αλλάξει μια ολόκληρη πόλη ή κοινωνία.

    Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή