του πατρός Δημητρίου Μπόκου

Οι καλεσμένοι άρχισαν να καταφτάνουν απανωτά, μα η Αννίτα είχε έλθει από νωρίς και η καλή της φίλη τη βοήθησε να βολευτεί σε μιαν άνετη πολυθρόνα. Η Ρένα έτρεχε σβέλτα ανάμεσά τους, αντάλλασσε χαιρετούρες και βιαστικές κουβέντες – «πώς είσαι, Γιάννη;», «τρέλλα το φόρεμά σου, Πόπη!» και τέτοια – προσπαθώντας να τους βολέψει όλους. Το κουδούνι είχε πάρει φωτιά.


Ήταν το χριστουγεννιάτικο πάρτυ και η παρέα συμφώνησε φέτος να γίνει στης Ρένας.


Σε κάθε χτύπημα του κουδουνιού η Αννίτα κάρφωνε το βλέμμα της στην πόρτα, ενώ μια φλόγα άστραφτε στα μάτια της. Περίμενε κάποιον; Ναι! Δεν ήθελε όμως να εκδηλωθεί. Βάλθηκε μάλιστα να κουβεντιάζει, αδιάφορη δήθεν, με τους άλλους. Όμως μέσα της αδημονούσε.