Γράφει ὁ Πορφυρίτης
Θά ἤθελα ὁ λόγος μου νά εἶναι ἁγιασμένος, νά ἔρρεε στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, νά τίς μαλάκωνε καί εὐθύς ἀμέσως νά ἀγαποῦσαν Χριστό καί ἄνθρωπο. Πῶς ὅμως νά βγεῖ τέτοιος λόγος ἀπό καρδιά ρυπαρή; Πῶς νά αἰσθανθεῖ τόν πόνο τῶν ἀνθρώπων ἡ καρδιά «κυνός τεθνηκότος»[1]; Κι ὅμως, ἀκόμη καί αὐτή ἡ καρδιά ἀντιδρᾶ, ἐξανίσταται μπρός σέ ὅλα τοῦτα «τά σημεῖα καί τέρατα» πού λαμβάνουν χώρα στά βλαστάρια τοῦ ἔθνους μας, καθώς ἀναπτύσσονται παρατημένα ἀπό αὐτούς πού θά ἔπρεπε νά στέκονται ἀρωγοί, προστάτες, ὑποστηρικτές, σύμβουλοι καί ὀριοθέτες τους ἤ μέ μία λέξη: παιδαγωγοί.
Ἀγρίεψαν τά παιδιά· ἀγρίεψαν πρῶτα οἱ γονεῖς! Ἴσως καί οἱ γονεῖς τῶν γονιῶν. Ἀγρίεψαν οἱ μορφές τους, διότι ἀγρίεψαν οἱ ψυχές τους! Ἔκοψαν τόν ὀμφάλιο λῶρο πού τούς τροφοδοτεῖ ζωή ἀπό τήν Ζωή, τήν Αὐτοζωή! Ἔκοψαν τούς δεσμούς τῆς Πίστεως! Διέκοψαν τόν δρόμο, τήν ὁδό πού ὁδηγεῖ στήν Ὁδό! Ὅταν συμβαίνει αὐτό, ἕνας δρόμος μόνο ἀπομένει· ὁ δρόμος τοῦ ἄλλου, τοῦ Πονηροῦ. Ὁ δρόμος δηλαδή τῆς δαιμονοποίησης τοῦ ἀνθρώπου. Ὅπως ἔγραψε ὁ Ντοστογιέφσκυ τά λόγια τῆς Σόνιας πρός τόν Ρασκόλνικωφ: «Ἀπομακρύνθηκες ἀπό τόν Θεό καί ὁ Θεός σέ τιμώρησε καί σέ παρέδωσε στόν διάβολο...»![2]







_03.jpg)
















