Ὅσο ἀπομακρύνονται οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν φυσική ζωή, τὴν ἁπλή, καὶ προχωροῦν στὴν πολυτέλεια, τόσο αὐξάνει καὶ τὸ ἀνθρώπινο ἄγχος. Καὶ ὅσο ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν Θεό, ἑπόμενο εἶναι νὰ μή βρίσκουν πουθενά ἀνάπαυση. Γι' αὐτὸ γυρίζουν ἀνήσυχοι ἀκόμη καὶ γύρω ἀπὸ τὸ φεγγάρι –σάν τὸ λουρί τῆς μηχανῆς γύρω ἀπὸ τὴν τρελλή ρόδα[1] –, γιατί ὁλόκληρος ὁ πλανήτης μας δὲν χωράει τὴν πολλή τους ἀνησυχία.
Ἀπὸ τὴν κοσμική καλοπέραση, ἀπὸ τὴν κοσμική εὐτυχία, βγαίνει τὸ κοσμικό ἄγχος. Ἡ ἐξωτερική μόρφωση μὲ τὸ ἄγχος ὁδηγεῖ καθημερινῶς ἑκατοντάδες ἀνθρώπων (ἀκόμη καὶ μικρά παιδιά μὲ ἄγχος) στὶς ψυχαναλύσεις καὶ στούς ψυχιάτρους καὶ κτίζει συνεχῶς Ψυχιατρεῖα καὶ μετεκπαιδεύει ψυχιάτρους, ἐνῶ πολλοί ψυχίατροι οὔτε Θεό πιστεύουν οὔτε ψυχή παραδέχονται. Ἑπομένως, πῶς εἶναι δυνατόν αὐτοί οἱ ἄνθρωποι νὰ βοηθήσουν ψυχές, ἀφοῦ καὶ οἱ ἴδιοι εἶναι γεμάτοι ἀπὸ ἄγχος; Πῶς εἶναι δυνατόν ὁ ἄνθρωπος νὰ παρηγορηθῆ ἀληθινά, ἄν δὲν πιστέψη στὸν Θεό καὶ στὴν ἀληθινή ζωή, τὴν μετά θάνατον, τὴν αἰώνια; Ὅταν συλλάβη ὁ ἄνθρωπος τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ζωῆς τῆς ἀληθινῆς, τότε φεύγει ὅλο τὸ ἄγχος του καὶ ἔρχεται ἡ θεία παρηγοριά, καὶ θεραπεύεται. Ἄν πήγαινε κανεὶς στὸ Ψυχιατρεῖο καὶ διάβαζε στούς ἀσθενεῖς τὸν Ἀββᾶ Ἰσαάκ, θὰ γίνονταν καλά ὅσοι πιστεύουν στὸν Θεό, γιατί θὰ γνώριζαν τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ζωῆς.






















