Τὰ προηγούμενα μέρη: Α' ΕΔΩ, Β' ΕΔΩ καὶ Γ' ΕΔΩ
Γράφει ὁ Χρῆστος Κελαϊδώνης
8. Ἡ ἀληθινὴ καὶ τέλεια ἀγάπη καὶ ὁ σαρκικὸς πόθος
Γενικὰ, ἔχουμε ἀλλάξει τοὺς ὁρισμοὺς καὶ τὸ νόημα τῶν λέξεων καὶ ἄλλα λέμε καὶ ἄλλα ἐννοοῦμε, ὅταν μιλοῦμε ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, ἔχοντας δεύτερες καὶ τρίτες σκέψεις στὸ πίσω μέρος τοῦ μυαλοῦ μας.
Γιατὶ, ὄχι καὶ λίγες φορὲς, μέσα στὸ πάθος τοῦ σαρκικοῦ πόθου λέμε στὸν ἄλλο πολὺ εὔκολα τὸ «σὲ ἀγαπῶ», ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦμε σὲ τίποτα ὅτι, ὄντως, σὲ ἀγαπῶ, δηλαδὴ νοιάζομαι εἰλικρινά γιὰ σένα[1], θέλω διαρκῶς νὰ σοῦ προσφέρω ἀνιδιοτελῶς τὸ καθετὶ, καθὼς ἡ ἀγάπη δὲν ζητᾷ τὰ ἑαυτῆς,[2] ἢ θέλω τὸ καλύτερο γιὰ σένα καὶ συνεπῶς θέλω καὶ τὴν σωτηρία σου, ἀποφεύγοντας νὰ σὲ ρίξω καὶ νὰ σὲ ἐγκλωβίσω μέσα στὴν ἁμαρτία, δηλαδὴ μέσα σὲ ἐκείνη τὴν φρικτὴ ὀλέτειρα τοῦ ἀρχαίου κάλλους μας ποὺ ἔχει τὴν δύναμη νὰ σὲ κάνῃ πραγματικὰ αἰωνίως σύμμορφο τῶν δαιμόνων στὴν ἀσχήμια[3], παρὰ μόνο ὅτι θέλω νὰ ἱκανοποιήσω τὸ δικὸ μου ἐγὼ καὶ τὸν δικὸ μου πρόσκαιρο σαρκικὸ, καὶ ὄχι μόνο, πόθο, καὶ μάλιστα ἀποκλειστικὰ μὲ τὸν δικὸ μου τρόπο.
























