Ὡς γνήσιο ἑρμηνεύεται ἀπὸ τοὺς Πατέρες, καὶ μάλιστα ἀπὸ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ νέου τοῦ Εὐαγγελίου τῆς ΙΒ’ Κυριακῆς Ματθαίου (ιθ’ 16-24), ποὺ ρωτάει τὸν Κύριο: «τί ἀγαθὸν ποιήσω, ἵνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον;» (ὅ. π., ιθ’ 16). Καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος, ποὺ ἀναφέρεται στὸ ἴδιο γεγονός, σημειώνει ὅτι «ὁ Ἰησοῦς ἐμβλέψας αὐτῷ ἠγάπησεν αὐτόν.» (Μάρκ., ι’ 21).
Δὲν εἶναι, πράγματι, σύνηθες νὰ ἔχῃ ἕνας νέος ἄνθρωπος προοπτικὴ αἰωνιότητος καὶ νὰ διατυπώνῃ τὴν «ἀγωνία» του γιὰ τὸ πῶς θὰ κερδίσῃ τὴν αἰώνιο ζωή. Ἄλλα ζητήματα ἀπασχολοῦν ἀνέκαθεν τοὺς περισσότερους νέους, πιὸ ἀνούσια καὶ λιγότερο σημαντικά. Ὁ Κύριος σπεύδει νὰ ἀξιοποιήση τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ὡς ἄνω νέου, ποὺ τὸν θεωρεῖ ἁπλῶς ἀγαθὸ διδάσκαλο, τοῦ ἐπισημαίνει τὴν θεϊκή του ἰδιότητα («...οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός») καὶ τὸν συμβουλεύει: «τήρησον τὰς ἐντολάς, εἰ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωήν.» (Ματθ., ιθ’ 17), ἐννοῶντας τὴν αἰώνιο ζωή, τὴν μόνη ἀληθινή.























