Ο
μακάριος Δαβίδ, καταρτίζοντας τον ύμνο του Θεού με τη συμμετοχή όλης
της κτίσεως, ανέφερε και τους αγγέλους και όλες τις αόρατες δυνάμεις και
έφτασε μέχρι τη γη, ώστε να μνημονεύσει και τα θηρία και τα ζώα και τα
πτηνά και τα ερπετά (Ψαλμ. 148), επειδή πίστευε ότι όλα τα κτίσματα
προσκυνούν το Δημιουργό και ήθελε όλα να συνεισφέρουν στην υμνολογία του
Θεού. Και πώς λοιπόν ο μοναχός, ο οποίος συγκρίνεται με το χρυσάφι από
την χώρα του Σουφείρ (Γ’ Βασ. 10:11), θα ανεχθεί ποτέ να ναρκωθεί ή να
παραμελήσει την υμνολογία;
Γιατί από το στόμα των πιστών που είναι νήπια ως προς την κακία, ο Χριστός κάνει τέλειο ύμνο; Ασφαλώς για να συντρίψει με την υμνωδία τον εχθρό που βαρύτατα κι εκδικητικά τυραννεί (Ψαλμ. 8:3), τον εχθρό των αρετών και υπέρμαχο της κακίας, το διάβολο. Λοιπόν κι εμείς όταν υμνούμε τον Κύριο με απλότητα καρδιάς, συντρίβουμε και καταστρέφουμε τις μηχανές του εχθρού. Γιατί «με το πλήθος της δόξας Σου, Κύριε, διέλυσες τους πολέμους και τους εχθρούς που μας πολεμούσαν» (Εξ. 15:7).

