Οἱ πολλές εὐκολίες, ὅταν ξεπερνοῦν τὰ ὅρια, τὸν ἀχρηστεύουν τὸν ἄνθρωπο καὶ τεμπελιάζει. Ἐνῶ μπορεῖ νὰ γυρίση κάτι μὲ τὸ χέρι, σοῦ λέει: «Ὄχι, καλύτερα νὰ πατήσω ἕνα κουμπί καὶ νὰ γυρίση μόνο τού»! Ὅταν συνηθίζη κανεὶς μὲ τὸ εὔκολο, θέλει ὅλο εὔκολα μετά. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι θέλουν νὰ δουλεύουν λίγο καὶ νὰ πληρώνονται πολύ. Ἄν γίνεται νὰ μή δουλεύουν καὶ καθόλου, ἀκόμη καλύτερα! Αὐτὸ τὸ πνεῦμα ἔχει προχωρήσει καὶ στὴν πνευματική ζωή, θέλουμε νὰ ἁγιάσουμε δίχως κόπο.
Καὶ οἱ περισσότεροι ποὺ εἶναι εὐαίσθητοι στὴν ὑγεία εἶναι ἀπὸ τὴν καλοπέραση. Ἄν γίνη ἕνας πόλεμος, ἔτσι ὅπως εἶναι καλομαθημένοι οἱ ἄνθρωποι, πῶς θὰ ἀντέξουν; παλιά τουλάχιστον ἦταν καὶ σκληραγωγημένος ὁ κόσμος, ἀκόμη καὶ τὰ παιδιά, καὶ ἄντεξαν. Τώρα θέλουν βιταμίνες B, C, D καὶ... μερσεντές, γιὰ νὰ ζήσουν! Βλέπεις, καὶ ἕνα ἀτροφικό παιδί, ἄν ἐργασθῆ, δυναμώνουν τὰ μπράτσα του. Πολλοί γονεῖς ἔρχονται καὶ μοῦ λένε: «Εἶναι παράλυτο τὸ παιδί μού», ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ἔχει μία εὐαισθησία στὰ πόδια. Ἐκεῖνοι τὸ ταΐζουν, αὐτὸ κάθεται, τὸ ταΐζουν, κάθεται. Ὅσο κάθεται, τόσο τὰ πόδια γίνονται πιὸ ἀτροφικά καὶ μετά καταλήγει στὸ καροτσάκι: «Κάνε προσευχή, μοῦ λένε, τὸ παιδί μου εἶναι παραλυτο». Τώρα ποιός εἶναι παράλυτος, τὸ παιδί ἤ οἱ γονεῖς; Τούς λέω νὰ τὰ δίνουν τροφές ποὺ δὲν παχαίνουν, νὰ τὰ βάζουν νὰ περπατοῦν λίγο. Μετά πέφτει τὸ βάρος καὶ κινοῦνται σιγά-σιγὰ πιὸ φυσιολογικά, μέχρι ποὺ παίζουν καὶ ποδόσφαιρο! Ὁ Θεὸς θὰ βοηθήση τὰ πραγματικά παράλυτα παιδιά, ποὺ δὲν βοηθιοῦνται ἀνθρωπίνως. Ἕνα παιδάκι στὴν Κόνιτσα, πολύ ἀνάποδο, εἶχε καή ἀπὸ βόμβα. Τὸ ποδαράκι τοῦ εἶχε μαζευτῆ καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ τεντώση. Ἐπειδή ὅμως δὲν ἡσύχαζε καὶ ἀπὸ τὴν ζωηράδα τοῦ τὸ κουνοῦσε συνέχεια, τέντωσαν τὰ νεῦρα καὶ ἔγινε καλά. Πῆγε καὶ ἀντάρτης στὸν Ζέρβα!
Καὶ ἐγώ, ὅταν πιάστηκε τὸ πόδι μου ἀπὸ ἰσχιαλγία, ἔκανα τὰ κομποσχοίνια περπατώντας καὶ δυνάμωσε. Ἡ κίνηση πολλές φορές βοηθάει. Ἄν ἀρρωστήσω δυὸ-τρεῖς μέρες καὶ δὲν μπορῶ νὰ κινηθῶ, λέω: «Βοήθησε μὲ, Θεέ μου, λίγο μόνο νὰ σηκωθῶ, νὰ κινηθῶ, καὶ ὕστερα θὰ τὰ βολέψω... Θὰ πάω νὰ κόψω ξύλα». Γιατί, ἄν παραμείνω ξαπλωμένος, θὰ γίνω χειρότερα. Γι' αὐτό, μόλις βρῶ λίγο κουράγιο, καὶ νὰ εἶναι ἀκόμη κρυωμένος, ζορίζομαι καὶ σηκώνομαι νὰ κόψω κανένα ξύλο. Ντύνομαι γερά, ἱδρώνω, καὶ φεύγει τὸ κρύωμα. Ξέρω, φυσικά, ὅτι μὲ τὴν ξάπλα εἶναι πιὸ ἀναπαυτικά, ἀλλὰ ζορίζω τὸν ἑαυτό μου καὶ σηκώνομαι, καὶ φεύγουν ὅλα. Νά, βλέπω, ὅταν ἔχω κόσμο καὶ κάθωμαι στὸ κούτσουρο, πιάνομαι. Μπορῶ νὰ πάρω ἕνα στρωσιδάκι καὶ νὰ βάλω – ἀλλὰ ποῦ νὰ βρεῖς μετά γιὰ ὅλους. Γι' αὐτὸ ὕστερ κάνω μία ὥρα κομποσχοίνι τὴν νύχτα περπατώντας. Καὶ ἐπειδή ἔχω πρόβλημα κάτω στὰ πόδια ποὺ κατεβαίνει τὸ αἷμα, μετά τεντώνω καὶ λίγο τὰ πόδια μου. Ἄν ἀφήσω τὸν ἑαυτό μου ἔτσι, πρέπει νὰ μὲ ὑπηρετοῦν. Ἐνῶ τώρα ὑπηρετῶ τὸν κόσμο. Καταλάβατε; Γι' αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος νὰ μήν χαίρεται τὸ ξάπλωμα, γιατί δὲν βοηθάει.
– Γέροντα, ἡ ἄνεση πάντοτε βλάπτει;
– Ναί, ἐκεῖ κοντά στὸ Καλύβι μου εἶναι ἕνας Κύπριος μοναχός, ὁ Γερό-Ἰωσήφ ἀπὸ τὴν Καρπασία. Εἶναι ἑκατόν ἔξι χρονῶν[2] καὶ ἐξυπηρετεῖται ἀκόμη μόνος του. Ποῦ στὸν κόσμο σήμερα! Μερικοί συνταξιοῦχοι δὲν μποροῦν νὰ περπατήσουν. Ἀδυνατίζουν τὰ πόδια τους, παχαίνουν κιόλας ἀπὸ τὸ καθισιό καὶ ἀχρηστεύονται. Ἐνῶ, ἄν ἔκαναν κάτι, πολύ θὰ βοηθιόνταν. Τὸν Γερό-Ἰωσήφ τὸν πῆραν στὴν Μονή Βατοπεδίου. Τὸν ἔπλυναν, τὸν ἔλουσαν, τὸν περιποιήθηκαν, ἀλλὰ ἐκεῖνος τούς εἶπε: «Μόλις ἦρθα ἐδῶ, ἀρρώστησα. Ἐσεῖς μ' ἀρρωστήσατε. Νὰ μὲ πάτε στὸ Καλύβι μου νὰ πεθάνω». Ἀναγκάσθηκαν καὶ τὸν πῆγαν πίσω. Πῆγα μία μέρα νὰ τὸν δῶ. «Τι γίνεται; τοῦ λέω. Ἔμαθα πῆγες στὸ Μοναστήρι». «Ναί, πῆγα, μοῦ λέει. Μὲ πῆραν μὲ τὸ αὐτοκίνητο, μὲ πῆγαν κάτω, μ' ἔλουσαν, μὲ καθάρισαν, μὲ περιποιήθηκαν, ἀλλὰ ἐγώ ἀρρώστησα. «Νὰ μὲ πάτε πίσω», τούς εἶπα. Μόλις ἔφθασα ἐδῶ, ἔγινα καλά!». Δὲν βλέπει καὶ πλέκει κομποσχοίνια. Μία φορά ποὺ τοῦ ἔστειλα λίγο φιδέ, εἶπε: «Τί, γιὰ χτικιάρικο μὲ πέρασε ὁ Γερό-Παΐσιος καὶ μοῦ στέλνει φιδέ;». Τρώει φασόλια, ρεβίθια, κουκιά. Ἔχει τέτοια ὑγεία! Παλληκάρι εἶναι! Μὲ δύο μπαστούνια περπατάει καὶ πηγαίνει καὶ μαζεύει χόρτα μὲ δυὸ μπαστούνια. Σπέρνει κοκκάρι, κουβαλάει νερό νὰ πλύνη τὰ ροῦχα του, τὸ κεφάλι του. Νὰ διαβάση μετά τὴν Ἀκολουθία του, τὰ Ψαλτήρια, νὰ κάνη τὸν κανόνα του, τὴν εὐχή. Νὰ δῆτε, πῆρε μάστορες νὰ τοῦ φτιάξουν τὴν σκεπή καὶ πῆγε μὲ τὰ δυὸ μπαστούνια νὰ ἀνεβῆ στὴν σκάλα νὰ δή τί κάνουν. «Κατέβα κάτω!», τοῦ λένε. «Όχι, θ' ἀνέβω, τούς λέει, νὰ δῶ πῶς τὰ φτιάχνετε»! Πολύ ταλαιπωρεῖται. Ξέρετε ὅμως τί χαρὰ νιώθει! Φτερουγίζει ἡ καρδιά του! Τὰ ροῦχα τοῦ οἱ Πατέρες τὰ παίρνουν κρυφά νὰ τὰ πλύνουν. Τὸν ρώτησα μία φορά: «Ἔ, τί κάνεις μὲ τὰ ροῦχα;». «Μοῦ τὰ παίρνουν, μοῦ λέει, πολλές φορές, ἔτσι κρυφά μου τὰ παίρνουν. Τὰ πλένω καὶ 'γω, βάζω ἐκεῖ αὐτὰ τὰ «κλίνια»[3], τὰ ἀφήνω λίγες μέρες στὴν σκάφη καὶ καθαρίζουν»! Βλέπεις μία ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό, καὶ οἱ ἄλλοι νὰ τὰ ἔχουν ὅλα καὶ νὰ ἔχουν καὶ τὴν φοβία κ.λπ. Μὲ τὴν περιποίηση αὐτός ἀρρώστησε, μὲ τὴν ἐγκατάλειψη ἔγινε καλά.
Ἡ καλοπέραση δὲν βοηθάει. Ἡ ἄνεση δὲν εἶναι γιὰ τὸν μοναχό. Εἶναι ἀτιμία στὴν ἔρημο. Μπορεῖ νὰ εἶσαι καλομαθημένος, ὅμως πρέπει νὰ σκληραγωγηθῆς, ἄν εἶσαι ὑγιής, διαφορετικά δὲν εἶσαι μοναχός.
[1]. Ὁ Γέροντας, ὅταν ἀναφέρεται στούς Εὐρωπαίους καὶ στὴν Δύση, δὲν ὑποτιμᾶ τούς λαούς αὐτούς, ἀλλὰ θέλει νὰ χτυπήση τὸ ὀρθολογιστικό καὶ ἀθεϊστικό πνεῦμα.
[2]. Τὸν Νοέμβριο τοῦ 1990
[3]. Ἐννοεῖ τὸ ἀπορρυπαντικό «ΚΛΙΝ».
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου