Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΕΣΟΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ [:Πράξ. 14,6-18] ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

 

ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΕΣΟΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ [:Πράξ.14,6-18]          

ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ

ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
 

     [Ομιλία Λ΄] «ς δ γένετο ρμ τν θνν τε κα ουδαίων σν τος ρχουσιν ατν βρίσαι κα λιθοβολσαι ατούς, συνιδντες κατφυγον ες τς πλεις τς Λυκαονας Λστραν κα Δρβην κα τν περχωρον, κκε σαν εαγγελιζμενοι (:Κι όταν ο διχασμός αυτός προχώρησε πολύ, δημιουργήθηκε αναβρασμός. Ξεσηκώθηκαν οι εθνικοί και οι Ιουδαίοι με τους άρχοντές τους και σχεδίαζαν να ατιμάσουν και να λιθοβολήσουν τους αποστόλους. Μόλις, όμως, αυτοί το αντιλήφθηκαν, κατέφυγαν στις πόλεις της Λυκαονίας Λύστρα και Δέρβη και στα περίχωρά τους. Κι εκεί συνέχισαν να κηρύττουν το ευαγγέλιο) )»[Πράξ.14,5-7]. Πάλι σαν να ήθελαν εκ προθέσεως οι Ιουδαίοι να διαδώσουν το κήρυγμα του ευαγγελίου, πάλι, μετά την αύξησή του εκεί, τους διώχνουν. Πρόσεχε παντού τους διωγμούς που επιφέρουν μεγάλα αγαθά και αποδεικνύουν εκείνους μεν που τους καταδίωκαν νικημένους, ενώ εκείνους που διώκονταν, λαμπρούς· διότι, αφού ήρθε στα Λύστρα ο Παύλος, κάνει εκεί μεγάλο θαύμα ανασταίνοντας τον χωλό και με δυνατή φωνή· και άκου πώς έγινε αυτό:

       «Κα τις νρ ν Λστροις δνατος τος ποσν κθητο, χωλς κ κοιλας μητρς ατο πρχων, ς οδποτε περιπεπατκει. Οτος κουσε το Παλου λαλοντος· ς τενσας ατ κα δν τι πστιν χει το σωθναι, επε μεγλ τ φων· νστηθι π τος πδας σου ρθς. Κα λατο κα περιεπτει (: Στα Λύστρα υπήρχε κάποιος άνθρωπος που είχε παράλυτα πόδια, διότι ήταν χωλός από την κοιλιά της μητέρας του και δεν είχε περπατήσει ποτέ στη ζωή του. Αυτός καθόταν κι άκουγε με προσοχή και ενδιαφέρον τον Παύλο, όταν κήρυττε. Κι ο Παύλος κάποια στιγμή τον παρατήρησε προσεκτικά και είδε ότι είχε την πίστη που χρειαζόταν για να γίνει το θαύμα της θεραπείας του. Γι’ αυτό του είπε με δυνατή φωνή: ‘’Σήκω όρθιος στα πόδια σου’’. Κι εκείνος πήδησε πάνω και άρχισε να περπατά)»[Πράξ. 14,8-10].

      Γιατί το είπε με δυνατή φωνή; Με σκοπό να πιστέψουν τα πλήθη. Πρόσεχε δε ο άνθρωπος αυτός, άκουε τα λόγια του Παύλου έχοντας συγκεντρωμένη όλη την προσοχή του σ’ αυτά·  διότι αυτό σημαίνει το «κουσεν». Είδες πόθο για την αλήθεια; Σε τίποτε δεν βλάφθηκε η προθυμία του από το ότι ήταν χωλός, στο να ακούσει το κήρυγμα του Παύλου. «Αυτός αφού τον κοίταξε προσεκτικά, διαπίστωσε ότι έχει πίστη για να σωθεί». Ήδη η προαίρεσή του είχε καταστεί ευνοϊκή στο να πιστέψει, αν και βέβαια στους άλλους συνέβαινε το αντίθετο· διότι πρώτα θεραπεύονταν τα σώματά τους και μετά θεραπευόταν η ψυχή τους, αυτός, όμως, όχι έτσι. Εγώ νομίζω ότι ο Παύλος πρόσεξε την ψυχή αυτού. «Και εκείνος», λέγει, «πετάχτηκε επάνω και περπατούσε». Το πήδημα επάνω ήταν απόδειξη της πλήρους αποκαταστάσεως της υγείας του.

     «Ο δ χλοι δντες ποησεν Παλος πραν τν φωνν ατν Λυκαονιστ λγοντες· ο θεο μοιωθντες νθρποις κατβησαν πρς μς· κλουν τε τν μν Βαρνβαν Δα, τν δ Παλον Ερμν, πειδ ατς ν γομενος το λγου. δ ερες το Δις το ντος πρ τς πλεως ατν, ταρους κα στμματα π τος πυλνας νγκας, σν τος χλοις θελε θειν (:Καθώς, όμως, τα πλήθη του λαού είδαν αυτό που έκανε ο Παύλος, άρχισαν να φωνάζουν δυνατά και να λένε στη λυκαονική γλώσσα: «Οι θεοί πήραν ανθρώπινη μορφή και κατέβηκαν σε μας».  Και ονόμαζαν τον Βαρνάβα «Δία», επειδή ήταν πιο ηλικιωμένος και σοβαρός˙ και τον Παύλο τον ονόμαζαν «Ερμή», διότι αυτός ήταν ο αρχηγός του λόγου και μιλούσε περισσότερο και με μεγαλύτερη ευχέρεια.  Στο μεταξύ και ο ιερεύς του Δία, του οποίου ο ναός ήταν έξω από την πόλη των Λύστρων, άρχισε να φέρνει δίπλα στον ναό, όπου βρίσκονταν οι πόρτες του τείχους της πόλεως, ταύρους και στεφάνια, με τα οποία θα στεφάνωνε τα ζώα που θα θυσιάζονταν. Και ήθελε μαζί με το πλήθος του λαού να προσφέρει θυσία για τη λατρεία των δύο Αποστόλων)»[Πράξ. 14, 11-13]. Αλλά δεν ήταν φανερό· διότι μιλούσαν στη δική τους γλώσσα, λέγοντας ότι «οι θεοί κατέβηκαν σε μας με μορφή ανθρώπων»· γι'αυτό δεν έλεγαν τίποτε σε αυτούς. Όταν, όμως, είδαν τα στεφάνια, τότε, αφού βγήκαν έξω, ξέσχισαν τα ενδύματά τους.

    Πρόσεχε και την αφέλεια των εθνικών και την κακουργία των Ιουδαίων. Με έργα έδειχναν ότι ήταν άξιοι να ακούνε το κήρυγμά τους· τόσο πολύ τους τιμούσαν από τα θαύματα μόνο. Οι μεν εθνικοί τους τιμούσαν σαν θεούς, οι δε Ιουδαίοι τους κατεδίωκαν σαν καταστροφείς· και οι μεν εθνικοί όχι μόνο δεν εμπόδιζαν το κήρυγμα, αλλά και έλεγαν: «Ο θεο μοιωθντες νθρποις κατβησαν πρς μς (:Οι θεοί πήραν ανθρώπινη μορφή και κατέβηκαν σε μας)»[Πράξ. 14,11], οι δε Ιουδαίοι σκανδαλίζονταν. «κλουν τε», λέγει, «τν μν Βαρνβαν Δα, τν δ Παλον Ερμν (:Και ονόμαζαν τον Βαρνάβα «Δία», για το παράστημα και τη σοβαρότητά του˙ και τον Παύλο τον ονόμαζαν «Ερμή», διότι αυτός ήταν ο κύριος ομιλητής και μιλούσε και με μεγαλύτερη ευχέρεια)»[ Πράξ. 14,12].

       Δεν ήταν μικρός και ο πειρασμός αυτός που προέκυψε από την υπερβολική γνώμη που διαμόρφωσαν για τους Αποστόλους. Και πρόσεχε πως παντού όλα τα αποδίδουν στον Θεό. Αυτούς ας μιμηθούμε και εμείς· τίποτε να μη θεωρούμε δικό μας κατόρθωμα, τη στιγμή βέβαια που ούτε και αυτή η πίστη μας ακόμα δεν είναι δικό μας κατόρθωμα. Το ότι δε δεν είναι δικό μας, αλλά το μεγαλύτερο μέρος είναι δώρο του Θεού, άκου τον Παύλο που λέγει: «Κα τοτο οκ ξ μν, Θεο τ δρον (:Και αυτό δεν προέρχεται από σας, αλλά είναι δώρο του Θεού)»[Εφεσ.2,8].

      «κοσαντες δ ο πστολοι Βαρνβας κα Παλος, διαρρξαντες τ μτια ατν εσεπδησαν ες τν χλον κρζοντες  κα λγοντες· νδρες, τ τατα ποιετε; Κα μες μοιοπαθες σμεν μν νθρωποι (:Όταν, όμως, τα άκουσαν αυτά οι απόστολοι Βαρνάβας και Παύλος και κατάλαβαν τι ήθελαν να κάνουν, ξέσχισαν τα ρούχα τους για να εκδηλώσουν την αγανάκτηση και την αποστροφή τους απέναντι στην ειδωλολατρική, αυτή, πράξη και την ασεβή θεοποίηση που ήθελαν να τους κάνουν οι κάτοικοι των Λύστρων. Και πήδησαν μέσα στο πλήθος του λαού φωνάζοντας και λέγοντας: ‘’Άνθρωποι, τι είναι αυτά που κάνετε; Κι εμείς άνθρωποι είμαστε, με την ίδια ασθενική και θνητή φύση που έχετε κι εσείς’’)»[Πράξ. 14,14-15].  

     Πρόσεχε αυτούς που από παντού αποκαλύπτονται αδιάφοροι για τη δόξα, που όχι μόνο δεν την ποθούν, αλλά και την αποκρούουν όταν τους δίδεται, όπως ακριβώς και ο Πέτρος έλεγε: «νδρες σραηλται, τί θαυμάζετε π τούτῳ, μν τί τενίζετε ς δί δυνάμει εσεβεί πεποιηκόσι το περιπατεν ατόν; (:Άνδρες Ισραηλίτες, γιατί θαυμάζετε για τη θεραπεία του ανθρώπου αυτού και γιατί έχετε καρφώσει τα μάτια σας πάνω μας, λες και με δική μας δύναμη ή λόγω της δικής μας ευσέβειας έχουμε κατορθώσει να περπατά αυτός;)»[Πράξ. 3,12]. Και αυτοί το ίδιο λένε. Και ο Ιωσήφ επίσης έλεγε για τα όνειρα: «Οχ δι το Θεο διασάφησις ατν στι; (:Μήπως με την βοήθεια του αληθινού Θεού δεν γίνεται η εξήγηση των ονείρων; Εκείνος μόνο τα ερμηνεύει και τα αποκαλύπτει)» [: Γέν. 40, 8]. Και ο Δανιήλ όμοια έλεγε: « μο δ οκ ν σοφί τ οσ ν μο παρ πάντας τος ζντας τ μυστήριον τοτο πεκαλύφθη, λλ᾿ νεκεν το τν σύγκρισιν τ βασιλε γνωρίσαι, να τος διαλογισμος τς καρδίας σου γνς.μο δ ο δι σοφίαν τν οσαν ν μο παρ πάντας τος ζντας τ μυστήριον τοτο πεκαλύφθη (: Σε εμένα λοιπόν αποκαλύφθηκε το μυστηριώδες αυτό όνειρο, όχι διότι υπάρχει σε εμένα σοφία ή ικανότητα περισσότερη από όση υπάρχει στους άλλους ανθρώπους, αλλά γι’ αυτόν και μόνον τον σκοπό μου αποκαλύφθηκε αυτό από τον Θεό, για να γνωστοποιήσω στον βασιλιά την ερμηνεία του ονείρου, ώστε να κατανοήσεις και να λάβεις απάντηση στις σκέψεις, τις απορίες και τα ερωτήματα της διανοίας σου)»[Δαν. 2,30]. Και ο Παύλος παντού αυτό λέγει, όπως όταν λέγει: «Κα πρς τατα τίς κανός;(: Και ποιος είναι ικανός να επιτελέσει τα κατορθώματα και αποτελέσματα αυτά; Όντως κανείς άλλος παρά μόνον ο Θεός)» [Β΄Κορ. 2,16]. Και πάλι: «Οχ τι κανοί σμεν φ᾿ αυτν λογίσασθαί τι ς ξ αυτν, λλ᾿ κανότης μν κ το Θεο (:Όχι επειδή είμαστε από τον εαυτό μας ικανοί, ώστε να θεωρήσουμε ότι κάτι απ’ αυτά που κατορθώνονται στην αποστολική μας διακονία προέρχεται από τον εαυτό μας και τη δύναμή μας, αλλά η ικανότητά μας είναι από τον Θεό)»[ Β’ Κορ. 3,5].

        Ας μην μεγαλοφρονούμε, λοιπόν, ούτε να υπερηφανευόμαστε, την στιγμή που είμαστε άνθρωποι, χώμα και στάχτη, καπνός και σκιά. Διότι πες μου, γιατί μεγαλοφρονείς; Επειδή έδωσες ελεημοσύνη και μοίρασες τα χρήματα; Και τι είναι αυτό; Σκέψου τους φτωχούς, ή καλύτερα σκέψου πόσοι και τα σώματά τους έδωσαν και, αφού τα έδωσαν, ταλάνισαν αμέτρητες φορές τον εαυτό τους. Συ τα έδωσες για τον εαυτό σου, ενώ ο Χριστός για σένα· συ έδωσες εκείνο που όφειλες ενώ ο Χριστός δεν όφειλε σε σένα. Σκέψου το άγνωστο του μέλλοντος και μην υψηλοφρονείς, αλλά να φοβάσαι· μην μειώσεις την αρετή σου με την αλαζονεία σου. Θέλεις πραγματικά να κάνεις κάτι μεγάλο; Ποτέ μη σκεφθείς ότι είναι μεγάλα τα κατορθώματά σου[…].

………………………………………………………………………………………………

      [Ομιλία ΛΑ΄] «κοσαντες δ ο πστολοι Βαρνβας κα Παλος, διαρρξαντες τ μτια ατν εσεπδησαν ες τν χλον κρζοντες  κα λγοντες· νδρες, τ τατα ποιετε; Κα μες μοιοπαθες σμεν μν νθρωποι, εαγγελιζμενοι μς π τοτων τν ματαων πιστρφειν π τν Θεν τν ζντα, ς ποησε τν ορανν κα τν γν κα τν θλασσαν κα πντα τ ν ατος(:Όταν, όμως, τα άκουσαν αυτά οι απόστολοι Βαρνάβας και Παύλος και κατάλαβαν τι ήθελαν να κάνουν, ξέσχισαν τα ρούχα τους για να εκδηλώσουν την αγανάκτηση και την αποστροφή τους απέναντι στην ειδωλολατρική, αυτή, πράξη και την ασεβή θεοποίηση που ήθελαν να τους κάνουν οι κάτοικοι των Λύστρων. Και πήδησαν μέσα στο πλήθος του λαού φωνάζοντας και λέγοντας: «Άνθρωποι, τι είναι αυτά που κάνετε; Κι εμείς άνθρωποι είμαστε, με την ίδια ασθενική και θνητή φύση που έχετε κι εσείς. Και σας κηρύττουμε να αφήσετε τα μάταια αυτά που σχεδιάζετε να κάνετε, θυσιάζοντας σε θεούς ψεύτικους και ανύπαρκτους˙ και να επιστρέψετε στον αληθινό Θεό, που δεν είναι νεκρός σαν τα  είδωλα, αλλά είναι Θεός ζωντανός. Αυτός δημιούργησε τον ουρανό και τη γη και τη θάλασσα και όλα όσα υπάρχουν μέσα σε αυτά)»[Πράξ.14,14-15].

     Πρόσεχε που όλα οι Απόστολοι τα κάνουν με μεγάλη ψυχική δύναμη. Ξέσχισαν τα ενδύματά τους, έτρεξαν προς τον λαό, κάνοντας τα πάντα από γνήσια ψυχική διάθεση, νιώθοντας αποστροφή για εκείνα που έγιναν και ενεργώντας με εκδηλώσεις πένθους· διότι ήταν πένθος, πραγματικά πένθος απαρηγόρητο, εάν επρόκειτο να θεωρούνται θεοί  και να εισάγουν ειδωλολατρία, την οποία ήρθαν να καταργήσουν. Και αυτό ήταν επινόημα του διαβόλου. Οι Απόστολοι, όμως, δεν ησυχάζουν, αλλά τι κάνουν; «Και εμείς», λέγουν, «είμαστε άνθρωποι ομοιοπαθείς με εσάς». Αμέσως και από την αρχή ανέτρεψαν το κακό. Δεν είπαν απλώς «άνθρωποι», αλλά «σαν εσάς». Έπειτα, για να μη φανούν ότι τιμούν τους θεούς, άκουσε τι προσθέτουν: «Που κηρύττομε το ευαγγέλιο σε σας για να επιστρέψετε από τα μάταια αυτά πράγματα στον ζωντανό Θεό, ο Οποίος δημιούργησε τον ουρανό και τη γη και τη θάλασσα και όλα όσα υπάρχουν μέσα σε αυτά» [πρβ. Ψαλμ.145,6: «Μακάριος ο Θες ακβ βοηθς ατο, λπς ατο π Κύριον τν Θεν ατοῦ, τν ποιήσαντα τν ορανν κα τν γν, τν θάλασσαν κα πάντα τ ν ατος(: Μακάριος είναι εκείνος, του οποίου ο Θεός του Ιακώβ είναι βοηθός του, ο οποίος την ελπίδα του στήριξε στον Κύριο, στον Παντοδύναμο Θεό του. Στον Θεό, ο Οποίος έκανε τον ουρανό και την γη, την θάλασσα και όλα όσα υπάρχουν σε αυτά)»]. Πρόσεχε ότι αυτοί πουθενά δεν κάνουν λόγο για τους προφήτες, ούτε λένε για ποιον λόγο, ενώ είναι Δημιουργός όλων, άφησε τα έθνη αυτόνομα;

    Και πρόσεχε ότι τα λόγια είναι μετρημένα κατά την επίπληξη και είναι συγχρόνως γεμάτα από θαυμασμό και επίπληξη. Αυτό προπάντων εμπόδισε αυτούς, το ότι είπε: «Κα μες μοιοπαθες σμεν μν νθρωποι εαγγελιζμενοι μς π τοτων τν ματαων πιστρφειν π τν Θεν τν ζντα, ςποησε τν ορανν κα τν γν κα τν θλασσαν κα πντα τ ν ατος (: Κι εμείς είμαστε όμοιοι με σας άνθρωποι, έχοντας την ίδια ασθενή και αδύνατη ανθρώπινη φύση. Κηρύττουμε δε σε σας, να αφήσετε αυτά τα ψευδή και μάταια περί θεών και θυσιών, που έως τώρα πιστεύατε, και να γυρίσετε στον Θεό τον ζωντανό και αληθινό, ο Οποίος δημιούργησε τον ουρανό και τη γη και τη θάλασσα και όσα υπάρχουν σε αυτά)»[Πράξ. 14,15]. Είναι σαν να έλεγε: «Άνθρωποι μεν είμαστε», λέγει, «αλλά ανώτεροι απ΄ αυτά· διότι αυτά είναι νεκρά». Πρόσεχε αυτούς που δεν αποκρούουν μόνο τη γνώμη αυτών, αλλά και τους διδάσκουν και δεν λέγουν τίποτε για τα αόρατα.

       Μάρτυρες αναφέρει αυτές τις ίδιες τις εποχές. «ς ν τας παρχημναις γενεας εασε πντα τ θνη πορεεσθαι τας δος ατν (:Στον ζωντανό Θεό, ο Οποίος στις περασμένες γενιές εγκατέλειψε όλους τους εθνικούς να ζουν και να συμπεριφέρονται σύμφωνα με τις αμαρτωλές συνήθειές τους και τα ειδωλολατρικά φρονήματά τους)» [Πράξ.14,16]. Το ότι τα άφησε, το λέγει, γιατί όμως τα άφησε, δεν το λέγει ακόμα· στην αρχή σταματά στο κατεπείγον, μη αναφέροντας πουθενά το όνομα του Χριστού.

     «Κατοι γε οκ μρτυρον αυτν φκεν γαθοποιν, ορανθεν μν ετος διδος κα καιρος καρποφρους, μπιπλν τροφς κα εφροσνης τς καρδας μν (:Κι εκείνοι αγνοούσαν τον αληθινό Θεό και ζούσαν με τρόπο ειδωλολατρικό μακριά απ’ Αυτόν, παρόλο που ο Θεός δεν άφησε άγνωστο και χωρίς μαρτυρία τον εαυτό Του. Εξακολουθούσε και τότε να σας ευεργετεί και να σας δίνει από τον ουρανό βροχές και εποχές καρποφορίας, για να γίνονται και να ωριμάζουν οι καρποί˙ και σας γέμιζε άφθονα με τροφή και ευφροσύνη τις καρδιές σας)» [Πράξ.14,17]. Πρόσεχε ότι δεν θέλει να αυξήσει την σε βάρος τους κατηγορία, αλλά τους διδάσκει αποδίδοντας το παν στον Θεό· διότι έμαθαν ότι δεν πρέπει τόσο πολύ να φροντίζουν να πουν κάτι το άξιο περί του Θεού, όσο το να είναι αυτό ωφέλιμο για τους ακροατές. Πρόσεχε πώς, με τρόπο που να μη γίνεται αντιληπτό, διατυπώνει την κατηγορία (της ειδωλολατρίας).

     Και βέβαια, εάν έκανε αυτό, έπρεπε να τιμωρηθούν αυτοί, διότι, ενώ απόλαυσαν τόσα αγαθά, δεν Τον αναγνώρισαν ούτε σαν χορηγό τροφής· όμως δεν το λέγει φανερά, αλλά το υπαινίσσεται, λέγοντας «ορανθεν μν ετος διδος κα καιρος καρποφρους, μπιπλν τροφς κα εφροσνης τς καρδας μν». Το ίδιο έλεγε και ο Δαβίδ: «δωκας εφροσύνην ες τν καρδίαν μου· π καρπο σίτου, ονου κα λαίου ατν πληθύνθησαν(: Γέμισες την καρδιά μου από ευφροσύνη, την οποία δεν δοκιμάζουν οι αντίπαλοί μου, μολονότι είναι γεμάτοι από καρπό σίτου, οίνου και ελαίου)» [Ψαλμ. 4,8]· και σε πολλές περιπτώσεις, μιλώντας για την Δημιουργία, αυτά αναφέρει.

      Και ο Ιερεμίας ομιλεί πρώτα για την Δημιουργία και έπειτα για την πρόνοια του Θεού που εκδηλώνεται με τις βροχές [Ιερ.5,22-24: «Μ μ ο φοβηθσεσθε; Λγει Κριος, π προσπου μου οκ ελαβηθσεσθε; Τν τξαντα μμον ριον τ θαλσσ, πρσταγμα αἰώνιον, κα οχ περβσεται ατ, κα ταραχθσεται κα ο δυνσεται, κα χσουσι τ κματα ατς κα οχ περβσεται ατ. Τ δ λα τοτ γενθη καρδα νκοος κα πειθς, κα ξκλιναν κα πλθοσαν· κα οκ επον ν τ καρδίᾳ ατν· φοβηθμεν δ Κριον τν Θεν μν, τν διδντα μν ετν πρϊμον κα ψιμον κατ καιρν πληρσεως προστγματος θερισμο κα φλαξεν μν(: «Μήπως δεν θα φοβηθείτε Εμένα;», λέγει ο Κύριος. «Ή μήπως δεν θα αισθανθείτε ενώπιόν μου βαθιά ευλάβεια και ιερό δέος; Ενώπιον Εμένα, του Δημιουργού και Παντοκράτορος Θεού, ο Οποίος έθεσα την ευτελέστατη άμμο ως όριο και φραγμό στην αφρισμένη θάλασσα; Εγώ, ο Δημιουργός και νομοθέτης, έδωσα αιώνιο πρόσταγμα, και η θάλασσα δεν θα το υπερβεί. Θα φουσκώσει, θα συνταραχθούν, θα ορμήσουν στην ακτή με βία, βοή και πάταγο τα μεγάλα κύματά της, αλλά δεν θα μπορέσουν να υπερβούν την λεπτή άμμο, που έθεσα ως φραγμό και όριο, διότι υποτάσσονται στο αιώνιο πρόσταγμά μου. Αντιθέτως,  ο λαός αυτός έχει καρδιά απειθή, παρήκοο και ανυπότακτη· επαναστάτησαν και παρεξέκλιναν από τον άγιο νόμο του Θεού και απομακρύνθηκαν από Αυτόν. Και δεν είπαν μέσα στην καρδιά τους, στα βάθη του εσωτερικού τους: ‘’Ας φοβηθούμε, λοιπόν, τον Κύριο, τον Θεό μας, ο Οποίος κατά την αγαθή πρόνοια και φιλοστοργία Του δίνει συνεχώς σε μας βροχή πρώιμη και όψιμη στον κατάλληλο καιρό, ώστε να τηρούνται και να εφαρμόζονται οι διατάξεις του μωσαϊκού νόμου για τον καιρό του θερισμού. Αυτός επίσης ο φιλόστοργος Πατέρας, που μεριμνά για το μέλλον των παιδιών Του, διατηρεί αποθέματα βροχής, ώστε να μην εξαντλείται και να υπάρχει πάντοτε, για να μη συμβεί ανομβρία και ξηρασία ή βροχόπτωση σε ακατάλληλη εποχή)»]· ώστε ομιλεί έτσι επειδή είχε διδαχθεί από εκείνον· «μπιπλν (:γεμίζοντάς τους)», λέγει, «τροφς κα εφροσνης(: με τροφή και ευφροσύνη)». Με γενναιοδωρία δίνεται η τροφή, όχι μόνο για να είναι επαρκής, ούτε μόνο για να ικανοποιεί τις ανάγκες.

     «Κα τατα λγοντες μλις κατπαυσαν τος χλους το μ θειν ατος(:Και με αυτά που έλεγαν οι απόστολοι, μόλις και μετά βίας μπόρεσαν να σταματήσουν τους όχλους, ώστε να μην προσφέρουν θυσία σε αυτούς)»[Πράξ.14,18]. Και γι'αυτό θαυμάσθηκαν πάρα πολύ. Βλέπεις ότι η όλη προσπάθειά τους σε αυτό απέβλεπε, στο να ανατρέψει δηλαδή τη μανία εκείνη;

         

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

 

ΠΗΓΕΣ:

  • https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-acta apostolorum.pdf
  • Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στις Πράξεις των Αποστόλων, επιλεγμένα αποσπάσματα από τις ομιλίες Λ΄και ΛΑ΄,πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1984, τόμος 16Α, σελίδες 193-197, 201, 215-219 και 225.
  • Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος Θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
  • Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος Θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
  • Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
  • Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.
  • https://www.saint.gr/bible.aspx
  • Π. Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.
  • http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
  • http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
  • http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου