Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Σοφία Μπεκρῆ: Μὲ ἕναν «τυφλό» ὁδηγό μας!

 

Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος-θεολόγος 
 
Ἡ πορεία ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση πρὸς τὴν Πεντηκοστὴ συνεχίζεται καὶ κορυφώνεται σταδιακά. Τὶς τρεῖς πρῶτες Κυριακές, τοῦ Πάσχα, τοῦ Θωμᾶ καὶ τῶν Μυροφόρων, ὁ Κύριος ἐμφανίζεται συστηματικὰ στὸν στενὸ κύκλο τῶν μαθητῶν καὶ τῶν μαθητριῶν Του, γιὰ νὰ τοὺς πείση γιὰ τὴν Ἀνάστασή Του. Τὶς τρεῖς ἑπόμενες, τοῦ Παραλύτου, τῆς Σαμαρείτιδος καὶ τοῦ Τυφλοῦ, θαυματουργεῖ, γιὰ νὰ διατρανώσ τὴν θεότητά Του. Ἡ δὲ θαυμαστὴ ἐνέργειά Του γίνεται «δι’ ὁρατῶν καὶ ἀοράτων» σημείων, «δι’ ὕδατος καὶ πνεύματος», ὥστε νὰ μᾶς προετοιμάση γιὰ τὸν πλήρη ἁγιοπνευματικό μας φωτισμό, μὲ τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Κυρίου στοὺς παραπάνω ἀσθενεῖς, τὸν παράλυτο, τὴν Σαμαρείτιδα καὶ τὸν τυφλό, γίνεται μὲ τρόπο ἀνάλογο τῆς πνευματικῆς των καταστάσεως. Στὸν παράλυτο, ποὺ μᾶλλον εἶναι ὁ περισσότερο ἀνώριμος πνευματικά, ὁ Κύριος δὲν ἀποκαλύπτεται εὐθέως. Τοῦ ὑπενθυμίζει, ὅμως, μετὰ ἀπὸ τὴν θεραπεία του, νὰ φροντίση νὰ μὴν πέση ξανὰ στὴν ἁμαρτία. Καὶ τότε ἐκεῖνος ρωτᾶ καὶ μαθαίνει προφανῶς ὅτι «Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ» (Ἰωάν., ε’ 15).

Στὴν περίπτωση τῆς Σαμαρείτιδος ὁ θεραπευτὴς Κύριος χρησιμοποιεῖ ὅλη του τὴν μαεστρία, γιὰ νὰ τὴν ὀδηγήση πρὸς τὸ φῶς. Ἀπὸ τὸ ὑλικὸ ὕδωρ ποὺ τῆς ζητᾶ, γιὰ νὰ ξεδιψάση, τῆς ἀποκαλύπτει τὸ ζωντανὸ ὕδωρ, στὴν συνέχεια τὸν τρόπο λατρείας τοῦ Θεοῦ, «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ», καὶ τελικὰ τὴν κερδίζει, ἀποκαλύπτοντάς της τὸ σκοτεινό της παρελθὸν καὶ ὅτι Ἐκεῖνος ποὺ τῆς μιλάει εἶναι ὁ Μεσσίας ποὺ ἀναμένει: «ἐγὼ εἰμί, ὁ λαλῶν σοι» (Ἰωάν., δ’ 26). Ἡ Σαμαρείτιδα δὲν χρειάζεται ἄλλες ἀποδείξεις. Τρέχει, γιὰ νὰ ἀποκαλύψ, μὲ τὴν σειρά της, καὶ στοὺς ἄλλους Σαμαρεῖτες ποιός εἶναι αὐτὸς ποὺ τῆς εἶπε «πάντα ὅσα ἐποίησε» (ὅ. π., 29).

Καὶ βέβαια, στὴν περίπτωση τῆς Σαμαρείτιδος ὁ Χριστὸς ἀποκαλύπτεται σὲ μιὰν ἁμαρτωλὴ εἰδωλολάτρισσα, ξεγραμμένη γιὰ τοὺς πιστοὺς Ἰουδαίους. Στὴν περίπτωση ὅμως τοῦ τυφλοῦ (Ἰωάν, θ’ 1-38) ἀποκαλύπτεται σὲ ἕναν «ἁμαρτωλό» Ἰουδαῖο, ὅπως τὸν θεωροῦν οἱ «ὑγιεῖς» Φαρισαῖοι, πρᾶγμα ποὺ ὄχι ἁπλῶς σκανδαλίζει ἀλλὰ τοὺς διχάζει («σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς», ὅ.π., 16), μὲ ἀποτέλεσμα κάποιοι ἀπὸ αὐτοὺς νὰ ἀναρωτηθοῦν τελικά: «μὴ καὶ ἡμεῖς τυφλοὶ ἐσμέν;» Ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου εἶναι ἀφοπλιστική: «εἰ τυφλοὶ ἧτε, οὐκ ἂν εἴχετε ἁμαρτίαν. νῦν δὲ λέγετε ὅτι βλέπομεν. ἡ οὖν ἁμαρτία ὑμῶν μένει.» (ὅ. π., 40-41).

Καὶ τὸ ἄλλο σκάνδαλο. Ἡ μὲν Σαμαρείτιδα κηρύττει τὸν Χριστό, ἀρχικὰ τοὐλάχιστον, στοὺς ὁμοφύλους της Σαμαρεῖτες. Ὁ τυφλός, ὅμως, γίνεται κήρυκας τοῦ Χριστοῦ στοὺς βλέποντες Ἰουδαίους! Ἐπίσης: Ἡ Σαμαρείτιδα κηρύττει τὸν Χριστό, ἀφοῦ πρῶτα Ἐκεῖνος τῆς ἀποκαλύπτεται· ὁ τυφλὸς κηρύττει τὸν Χριστό, πρὶν νὰ τοῦ ἀποκαλυφθῇ Ἐκεῖνος! Ὁ Κύριος τοῦ ἀποκαλύπτεται, ὅταν πλέον ὁ πιστὸς τυφλὸς ἔχει διαχωρίσει τὴν θέση του ἀπὸ τοὺς ἀπίστους -οὔτε κἂν δυσπίστους- βλέποντες σχετικὰ μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀγνώστου θεραπευτῆ Του, μὲ τὸν ἀπολύτως λογικὸ ὑποθετικὸ συλλογισμό του: «εἰ μὴ οὗτος ἦν παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν» (ὅ. π., 33). Αὐτὸ σημαίνει πίστη καὶ βεβαιότητα! Τότε, ὁ Κύριος σπεύδει νὰ τοῦ ἀποκαλύψη, μὲ τὴν σειρά Του, ὅτι εἶναι ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ: «καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετά σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν.» (ὅ. π., 37). Ὁπότε, ὁ τυφλὸς ὁμολογεῖ τὴν πίστη του στὸν Κύριο, ὅπως τὸν ἀποκαλεῖ, καὶ τὸν προσκυνάει. Σὰν νὰ ἀκοῦμε τὸν Θωμᾶ νὰ ὁμολογῇ πεπεισμένος: «ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου»!

Ὁ Κύριος, πάντως, δὲν τοῦ ἀποκαλύπτεται μόνον ἀλλὰ καὶ τὸν ἐπιβραβεύει γιὰ τὴν πίστη του, αὐτὸν τὸν πρώην τυφλὸ καὶ νῦν βλέποντα, μὲ τὸ νὰ ὁμολογ μὲ νόημα ὅτι ἦρθε στὸν κόσμο, γιὰ νὰ ὁδηγήσ τοὺς ἀνθρώπους σὲ κρίση, «ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι καὶ οἱ βλέποντες τυφλοὶ γίνωνται» (ὅ. π., 39). Σ’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ κρίση, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐπιλέγουν, ἐνῷ βλέπουν, νὰ γίνωνται καὶ νὰ παραμένουν τυφλοί! Ὦ τῆς τυφλότητος!

Καὶ τώρα ἡ σειρά μας. Ἐμεῖς ὅλοι ποὺ διαβάζουμε τὴν περικοπὴ τοῦ τυφλοῦ ἄραγε «γιγνώσκουμε ἀναγιγνώσκουμε»; Ἀντιλαμβανόμαστε πὼς ἕνας τυφλὸς ποὺ βρῆκε τὸ φῶς του -κυριολεκτικά, ὅμως, διότι μέχρι πρό τινος δὲν διέθετε οὔτε ὀφθαλμούς!- ὁδηγεῖ τοὺς βλέποντες πρὸς τὸ φῶς, πού, ἐνῷ βλέπουν, δὲν τὸ βλέπουν; Μήπως ταυτιζόμαστε καὶ ἐμεῖς μαζί τους, μὲ τὸ νὰ ζητοῦμε πεισματικὰ ἀποδείξεις γιὰ τὰ αὐτονόητα, ὅπως καὶ οἱ πνευματικὰ τυφλοὶ Φαρισαῖοι; Τὸ χειρότερο, μήπως νομίζουμε ὅτι βλέπουμε φῶς, ἐνῷ ζοῦμε στὸ σκοτάδι τῆς ἀγνωσίας καὶ τῆς ἀλαζονείας μας; Μήπως τελικὰ νομίζουμε ὅτι εἴμαστε ἢ γινόμαστε θεοὶ στὴν θέση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ;

«Μὴ καὶ ἡμεῖς τυφλοὶ ἐσμέν»; Ἐὰν φτάσουμε, πάντως, νὰ ἀναρωτηθοῦμε μήπως εἴμαστε καὶ μεῖς τυφλοί -ἂν καὶ ὁ τυφλὸς δὲν ἦταν τυφλός!-, τότε ἴσως ἔχουμε κάνει τὸ πρῶτο βῆμα: Νὰ ἀμφισβητοῦμε ὅτι ὅσα βλέπουμε ἢ παραδεχόμαστε ἐμεῖς ὡς ὀρθὰ εἶναι πράγματι ὀρθά. Ἡ ἀμφισβήτηση, ἐὰν ἔχουμε καλὴ τὴν πίστη, ὅπως ὁ Θωμᾶς, θὰ μᾶς ὁδηγήση νὰ ἀναζητήσουμε τὴν ἀλήθεια «πιστούμενοι τοῖς ἄλλοις», ὅπως ἐπίσης ὁ Θωμᾶς, πιστεύοντας δηλαδὴ στὰ ἀδιάσειστα τεκμήρια ποὺ μᾶς προσφέρουν οἱ ἄλλοι πιστοί.

Στὴν περίπτωση τοῦ τυφλοῦ τοῦ Εὐαγγελίου, τὸ ἀδιάσειστο τεκμήριο τῆς θεραπείας του τὸ προσφέρει ὁ ἴδιος. Μόλις ὁ Κύριος «ἔπτυσε χαμαί» καὶ τοῦ ἔπλασε ὀφθαλμούς, τοῦ ζήτησε, κατόπιν, νὰ πάη στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ, γιὰ νὰ ὁλοκληρώση τὴν θεραπεία του· σὰν νὰ λέμε τοῦ ζήτησε νὰ πάη στὴν Ἐκκλησία, ὅπου καὶ οἱ ἄλλοι θεραπευμένοι, γιὰ νὰ βρῇ τὴν ὑγειά του. Ὁ τυφλός, ποὺ ἤθελε τὸ φῶς του, ὑπήκουσε, πῆγε καί «ἦλθε βλέπων». Ἰδού, ἡ ἁπτὴ ἀπόδειξη σὲ ὅλους ὅσοι τὸν ἤξεραν τυφλὸ καὶ τώρα τὸν βλέπουν θεραπευμένο!

Τώρα, ἐὰν ἤμαστε καὶ μεῖς Φαρισαῖοι καὶ δὲν πιστεύουμε ὅτι μπορεῖ ἕνας ἁμαρτωλὸς νὰ βρῇ τὴν ὑγειά του, -γιατί ἁμαρτωλὸ θεωροῦν τὸν τυφλὸ οἱ Φαρισαῖοι, ἐνῷ τοὺς ἑαυτούς τους ὑγιεῖς, βλέποντες, καὶ μὴ χρήζοντες θεραπείας-, τότε θὰ ρωτᾶμε καὶ μεῖς συνεχῶς γνωστούς, συγγενεῖς καὶ τὸν ἴδιο τόν ὑγιῆ, ὅπως ἔκαναν ἐκεῖνοι, γιὰ νὰ μάθουμε πῶς καὶ γιατί θεραπεύτηκε, ἐνῷ, κατὰ τὴν γνώμη μας, δὲν ἔπρεπε! Πόση ὑποκρισία καὶ ἀσπλαγχνία, ἀλλὰ καὶ πόσος σκοτασμὸς ἢ μᾶλλον σκοταδισμός, ἐφ’ ὅσον θέλουμε, σὰν τοὺς Φαρισαίους, νὰ πιστέψουν καὶ οἱ ἄλλοι στὴν δική μας πλάνη!

Ἐάν, ὅμως, καὶ ἐπιστρέφω στὸν ὑγιῆ πρώην τυφλό, ἔχουμε τὴν ταπείνωση νὰ ἐμπιστευτοῦμε ἐκεῖνον, τὸν τυφλό, ὡς ὁδηγό μας πρὸς τὸ φῶς, τότε πόσα μεγαλεῖα θὰ ἀντικρύσουμε! Θὰ φωτιστοῦμε σίγουρα ἀπὸ τὴν πίστη του καὶ θὰ ὑποθέσουμε ἁπλᾶ, ὅπως καὶ ἐκεῖνος: «εἰ μὴ οὗτος ἦν παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν». Τίποτε δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κάνη αὐτός, ἐὰν δὲν ἦταν Θεός!

Μόλις παραδεχτοῦμε κι ἐμεῖς ὅτι μόνον ἕνας Θεὸς μπορεῖ νὰ ἐνεργήση τέτοια θαυμαστά, τότε ὁ Κύριός μας καὶ Θεός μας θὰ ἀποκαλυφθῇ καὶ σὲ μᾶς νὰ μᾶς ἐνισχύση στὴν πίστη μας, ὅπως τὸν τότε τυφλό, καὶ νὰ μᾶς ὁδηγήση στὸ φῶς. «Τοὺς νοερούς μου ὀφθαλμοὺς φωταγώγησον, Κύριε», γιὰ νὰ πιστέψουμε ὅτι ἐσὺ εἶσαι τὸ φῶς τὸ ἀληθινό, ποὺ φώτισες τὸν τυφλό, καὶ συνεχίζεις νὰ φωτίζης «πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον». Εἴθε καὶ ἐμᾶς! Καλή μας φώτιση!

«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου