Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Σοφία Μπεκρῆ: Οἱ Εὐχὲς τῆς Γονυκλισίας

 

Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος-θεολόγος  
 
Γενικὰ

Ὡς γνωστόν, κατὰ τὸν Ἑσπερινὸ τῆς Πεντηκοστῆς ἀναγιγνώσκονται οἱ Εὐχὲς τῆς Γονυκλισίας. Ὀνομάζονται ἔτσι ἀπὸ τὴν ἐπίκληση τοῦ πρεσβυτέρου «Ἔτι καὶ ἔτι, κλίναντες τὰ γόνατα, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν».

Οἱ Εὐχὲς αὐτὲς χωρίζονται σὲ τρεῖς ὁμάδες, ὅσες καὶ οἱ ἀντίστοιχες γονυκλισίες. Κατὰ τὴν πρώτη γονυκλισία, ἀναγιγνώσκονται οἱ δύο πρῶτες Εὐχές, κατὰ τὴν δεύτερη, οἱ ἑπόμενες δύο, καὶ κατὰ τὴν τρίτη ἄλλες τρεῖς Εὐχές, συνολικά, δηλαδή, ἑπτὰ Εὐχές. Σὲ ἄλλες περιγραφές, γίνεται λόγος γιὰ τρεῖς Εὐχές· μετά, ὅμως, ἀπὸ τὴν πρώτη Εὐχὴ ἀναφράφεται ὅτι «ἐπισυνάπτει καὶ ταύτην», ὁμοίως καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν τρίτη Εὐχὴ ἐπισυνάπτεται ἄλλη μία, καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν πέμπτη Εὐχὴ ἐπισυνάπτονται ἄλλες δύο Εὐχές· ἄρα, στὴν πραγματικότητα πρόκειται γιὰ τὸ ἴδιο πράγμα.

Στὸ παρόν, θὰ ἀναλύσουμε τὶς Εὐχές, ἀναφέροντας τὸν συνολικό ἀριθμό τους. Νὰ σημειωθ ὅτι ἡ ἀνάγνωση τῶν Εὐχῶν τῆς Γονυκλισίας ξεκινάει ἀμέσως μετὰ ἀπὸ τό «Φῶς ἱλαρόν» καὶ τὸ πανηγυρικὸ Προκείμενο «Τίς Θεὸς μέγας, ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν». Μετὰ ἀπὸ τὸ πέρας τῶν Εὐχῶν ὁ Ἑσπερινὸς συνεχίζεται κανονικὰ μὲ τά «Πληρωτικά», ἕως τὸ τέλος.

Γιατί γονατίζουμε τὴν Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς, θὰ ἀναρωτηθῇ κάποιος, ἀφοῦ, κατὰ τὰ θέσμια, οὔτε τὶς Κυριακὲς δὲν γονατίζουμε; Διότι ὁ Ἑσπερινὸς τῆς Πεντηκοστῆς, ὅπως ὀνομάζεται, ἀνήκει στὸν λειτουργικὸ κύκλο τῆς Δευτέρας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ ἀρχικά, τοὐλάχιστον, ψαλλόταν τὴν Κυριακὴ τὸ ἑσπέρας, ὅπως ψάλλεται καὶ σήμερα σὲ κάποιες Μονές. Κατόπιν, γιὰ διευκόλυνση τῶν πιστῶν, μεταφέρθηκε τὸ πρω τῆς Κυριακῆς, ἀκριβῶς μετὰ ἀπὸ τὸ πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας τῆς Πεντηκοστῆς.

Ἡ γονυκλισία μας, λοιπόν, κατὰ τὸν Ἑσπερινὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ τρίτου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, γίνεται γιὰ νὰ ζητήσουμε τὴν χάρη καὶ τὸ ἔλεός Του, ὡς ταπεινοὶ καὶ μετανοημένοι ἄνθρωποι ποὺ εἴμαστε -πρέπει νὰ ἤμαστε. Ὅπως ζητοῦμε τὴν χάρη καὶ τὸ ἔλεος τῶν ἄλλων δύο προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ, ἔτσι, γονατιστοί, σὲ ἔνδειξη ἱκεσίας, ζητοῦμε καὶ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ εἶναι καὶ αὐτὸ Θεός, «θεὸς καὶ θεοποιοῦν», κατὰ τὴν ὑμνολογία, μὲ τὴν ξεχωριστὴ ἰδιότητα νὰ νέμει στοὺς πιστοὺς τὰ χαρίσματα.

Στὴν πραγματικότητα, ἀνταποκρινόμαστε στὴν ἐπίκληση τοῦ πρεσβυτέρου «Ἔτι καὶ ἔτι, κλίναντες τὰ γόνατα, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν», γιὰ νὰ ἐκδηλώσουμε, μὲ τὴν γονυκλισία, τὴν ἀγάπη μας γιὰ τὴν τιμὴ ποὺ μᾶς κάνει ὁ Θεὸς νὰ μᾶς χορηγῇ διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πλουσιοπάροχα τὶς δωρεές Του!

Τὸ περιεχόμενο τῶν Εὐχῶν

πρώτη, λοιπόν, Εὐχὴ τῆς Γονυκλισίας καὶ ἡ δεύτερη, ποὺ ἐπισυνάπτεται μὲ αὐτήν, ἀπευθύνονται στὸν Θεὸ Πατέρα «Σοῦ δεόμεθα, καὶ σὲ παρακαλοῦμεν..., τὸν Πατέρα τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ...», «τὸν ἄναρχον, ἀμίαντον, ἄναρχον, ἀόρατον, ἀκατάληπτον, ἀνεξίκακον...», Ἐκεῖνον ποὺ γνωρίζει καὶ παρέχει «πρὸ τοῦ αἰτεῖσθαι τοῖς πᾶσιν τὰ αἰτήματα». Ἡ ἐπίκληση στὸ ὄνομά Του «ἐξαιρέτως ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτ τῆς Πεντηκοστῆς», κατὰ τὴν ὁποία «κατέπεμψε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον», γίνεται, διότι «ἐξέλιπον ἐν ματαιότητι αἱ ἡμέραι ἡμῶν», «ἐστερήμεθα ἀπὸ πάσης ἀπολογίας»· ζητᾶμε, λοιπόν, νὰ μὴν μᾶς ἐγκαταλείψ ἀλλὰ νὰ μᾶς ἀξιώσ «πρὶν ἡμᾶς εἰς τὴν γῆν ἀποστρέψαι πρὸς σέ (αὐτὸν) ἐπιστρέψαι». Καὶ ἐπειδὴ γνωρίζουμε τὸ μέγεθος τοῦ ἐλέους Του, Τὸν παρακαλοῦμε νὰ ἀντιπαραθέσ τήν «ἄβυσσον τῶν οἰκτειρμῶν» Του στό «πλῆθος τῶν πλημμελημάτων» μας καὶ νὰ μᾶς συναγάγ «πάντας εἰς τὴν Βασιλείαν» Του, ἀφοῦ μᾶς χαρίσ ἄφεση τῶν ἁμαρτημάτων μας καὶ μᾶς καθαρίσ «τ ἐνεργεί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».

τρίτη καὶ ἡ ἐπισυναπτόμενη μὲ αὐτὴν τέταρτη Εὐχὴ ἀπευθύνονται στὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ποὺ παρεῖχε τὴν εἰρήνη καὶ τὴν δωρεὰ τοῦ Παναγίου Πνεύματος στοὺς ἀνθρώπους «εἰς ἀναφαίρετον κληρονομίαν» καὶ παρακαλεῖ Αὐτὸν ποὺ εἶναι «τὸ ἀπαύγασμα τοῦ Πατρός», ἡ ἀκτινοβολία δηλαδὴ τῆς θεϊκῆς δόξης, νὰ μᾶς δείξ τὸν ὀρθὸ τρόπο τῆς προσευχῆς, «πῶς δεῖ καὶ ὑπὲρ ὧν δεῖ προσεύχεσθαι», ὥστε μὲ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Πνεύματος «σοφίας», «συνέσεως», «φόβου (Θεοῦ)», νὰ μᾶς ὀδηγήσ νὰ πράττωμε τὶς ἐντολές Του. Ἐκφράζεται δὲ ἡ βεβαιότητα ὅτι ὁ Θεὸς δὲν θὰ παραβλέψ «τὰ ἔργα τῶν χειρῶν» Του, διότι: «σοὶ μόνῳ ἁμαρτάνομεν, ἀλλὰ καὶ σοὶ μόνῳ λατρεύομεν· οὐκ οἴδαμεν προσκυνεῖν θε ἀλλοτρίῳ».

πέμπτη καὶ ἡ ἐπισυναπτόμενη μὲ αὐτὴν ἕκτη Εὐχὴ ἀναπέμπονται καὶ αὐτὲς στὴν «συναδιον τοῦ Πατρὸς δημιουργικὴν δύναμιν», στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ποὺ εἶναι τό «ἀδιον φῶς, ἐξ ἀϊδίου φωτός» καὶ ὁ «Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης»· παρακαλεῖ Αὐτὸν ποὺ διέρρηξε «τοὺς δεσμοὺς τοῦ Ἅδου» καὶ μᾶς χάρισε τὴν αἰώνιο ζωή, νὰ χαρίσ τὴν ἀνάπαυση στὶς ψυχὲς τῶν «προκεκοιμημένων πατέρων, ἀδελφῶν, συγγενῶν καὶ οἰκείων τῆς πίστεως». Καὶ ἐπανέρχεται στὸ αἴτημα γιὰ ἀνάπαυση τῶν ψυχῶν «ἐν τόπῳ φωτεινῷ, χλοερῷ, ἀναψύξεως...», συνδέοντάς το, αὐτὴν τὴν φορά, μὲ τὴν «παντέλειο» καί «σωτηριώδη» ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ποὺ μᾶς ἀξίωσε νὰ ἀναπέμπουμε «ἱλασμοὺς ἰκεσίους» γι’ αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται στὸν Ἅδη, δίνοντας σὲ ὅλους μεγάλες ἐλπίδες καὶ σὲ ὅσους κατέχονται ἀπὸ τὶς θλιβερὲς καταστάσεις τῆς ἁμαρτίας ἄνεση καὶ παρηγοριά.

Αὐτό, ὅμως, ποὺ εἶναι περισσότερο ἐλπιδοφόρο εἶναι ὅτι «οὐκ ἔστιν θάνατος ἐκδημούντων ἡμῶν ἀπὸ τοῦ σώματος καὶ πρὸς τὸν Θεὸν ἐνδημούντων, ἀλλὰ μετάστασις ἀπὸ τῶν λυπηροτέρων ἐπὶ τὰ χρηστότερα καὶ θυμηδέστερα (τὰ πιὸ εὐχάριστα).» Πράγματι, ὁ Χριστός μας, μὲ τὴν Ἀνάστασή Του, κατέστησε τὸν θάνατο κοίμηση καὶ χάρισε σὲ μᾶς τοὺς θνητοὺς τὴν ἐλπίδα τῆς αἰωνίου ζωῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐμεῖς, μὲ τὴν σειρά μας, λαμβάνουμε τὸ θάρρος νὰ τὸν παρακαλοῦμε νὰ μᾶς χαρίσ «τέλος ἀγαθὸν καὶ εἰρηνικόν» καὶ στοὺς προαπελθόντες ἀδελφούς μας «ἄνεσιν καὶ ἐλευθερίαν» ἀπὸ τὸν θάνατο.

Εἰδικά, ἡ δεύτερη, τέταρτη καὶ ἑβδόμη ἐπισυναπτόμενες Εὐχὲς ἀποτελοῦν ἑσπερινὲς δεήσεις πρὸς τὸν Κύριο νὰ μᾶς βοηθήση «ἀμέμπτως διελθεῖν τὸ νυκτερινὸν στάδιον» καὶ νὰ μᾶς παράσχη «τὴν παροῦσαν ἑσπέραν καὶ τὴν ἐπιοῦσαν νύκτα εἰρηνικήν», ὑπενθυμίζοντας, ἔτσι, ὅτι πρόκειται γιὰ Ἀκολουθία Ἑσπερινοῦ.

Κατὰ τ’ ἄλλα, ὁ ὑμνογράφος συμπεριλαμβάνει στὶς τελευταῖες εὐχές –πέμπτη καὶ ἕκτη- αἰτήματα τόσο γιὰ τοὺς ζῶντες ὅσο καὶ γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, «ἐπ’ ἐλπίδι ζωῆς αἰωνίου» καὶ γιὰ τὶς δύο κατηγορίες. Ἐξ ἄλλου, ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ γενέθλιος ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε σύμπασα ἡ Ἐκκλησία, στρατευομένη καὶ θριαμβεύουσα, συνεορτάζει. Εἶναι, ἐπίσης, ἀξιοσημείωτο ὅτι, ἐνῷ δὲν ἀναπέμπεται ξεχωριστὴ Εὐχὴ γιὰ τὸ κατ’ ἐξοχὴν τιμώμενο πρόσωπο τῆς ἡμέρας, τὸ Πανάγιον Πνεῦμα, ἐν τούτοις, σὲ ὅλες τὶς Εὐχές, γίνεται ἀναφορὰ σὲ Αὐτό, διὰ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ· ἑπομένως, ἐπισημαίνεται ἡ τριαδικότητα ὡς βασικὴ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας.

Συνεπῶς, ὅπως διαπιστώσαμε, οἱ ὑπέροχες Εὐχὲς τῆς Γονυκλισίας δὲν ἔχουν μόνον βαθὺ πνευματικὸ περιεχόμενο ἀλλὰ ἐκφράζουν ἄριστα καὶ τὴν ἠθικὴ καὶ κοινωνικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐφ’ ὅσον, ἀπὸ τὴν μία, κάνουν λόγο γιὰ τὸν τρόπο διορθώσεως τοῦ βίου μας, μὲ τὴν μετάνοια καὶ τὴν αἴτηση γιὰ συγχώρηση ἀπὸ τὸν ἐλεήμονα Θεό, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἐκφράζουν τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ζώντων γιὰ τοὺς κεκοιμημένους ἀδελφούς, οἱ ὁποῖοι, πλέον, δὲν εἶναι σὲ θέση οἱ ἴδιοι νὰ προσευχηθοῦν καὶ νὰ βελτιώσουν τὴν κατάστασή των. Ἄρα, σύνολη ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, πνευματική, ἠθικὴ καὶ κοινωνική, περιέχεται μέσα στὶς Εὐχὲς τῆς Γονυκλισίας!

Γι’ αὐτὸ καὶ μεῖς ὅλοι ἂς δοξάσωμε «τὴν τρισυπόστατον θεότητα» καὶ ἂς ἀναφωνήσωμε «Ἅγιος ὁ Θεός, ὁ τὰ πάντα δημιουργήσας, δι’ Υἱοῦ, συνεργεί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Ἅγιος ἰσχυρός, δι’ οὗ τὸν Πατέρα ἐγνώκαμεν, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐπεδήμησεν ἐν κόσμῳ, Ἅγιος ἀθάνατος, τὸ Παράκλητον Πνεῦμα, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον καὶ ἐν Υἱῷ ἀναπαυόμενον· Τριὰς ἁγία, δόξα σοι.» (Δοξαστικὸ τῶν Ἀποστίχων τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Γονυκλισίας). Ἀμήν! 

«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου