Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Χρῆστος Κελαϊδώνης: Τὸ Μυστήριο τοῦ Γάμου ἀπέναντι στὴν πνευματικὴ πτώχευση ἑνὸς ἔθνους, ὅπως αὐτὴ φαίνεται μέσα ἀπὸ τὴν λέξη «σύντροφος» - Μέρος Α΄

 

Γράφει ὁ Χρῆστος Κελαϊδώνης  

1. Τὸ ὄνομα τοῦ δευτέρου ἀνθρώπου πρὶν τὴν Πτώση καὶ ἡ τότε εἰδικὴ σημασία του

Ξεφυλλίζοντας κανεὶς τὸ Ἱερὸ κείμενο τῆς Γενέσεως μπορεῖ νὰ σκοντάψῃ πάνω σὲ κάτι πού, μὲ μιὰ πρώτη γρήγορη ματιά, φαντάζει πάρα πολὺ παράξενο.

Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι, πρὶν τὴν Πτώση, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν πρῶτο ἄνθρωπο ποὺ ὀνομαζόταν «Ἀδάμ», ὁ δεύτερος φαίνεται σὰν νὰ μὴν εἶχε κανένα συγκεκριμένο προσωπικὸ ὄνομα μέσα στὸν ἀρχαῖο Παράδεισο.

Πράγματι, βλέπουμε ὅτι προπτωτικὰ τὸν ἀποκαλοῦσαν, γενικὰ καὶ ἀόριστα, ἁπλῶς «γυνή», δηλαδὴ «γυναῖκα»:

«αὕτη κληθήσεται γυνή» Γένεσις 2, 23

https://biblehub.com/interlinear/genesis/2-23.htm

Τὸ ὄνομα «Ζωή/Εὔα»[1] τῆς τὸ δίνει ὁ ἴδιος ὁ Ἀδὰμ μετὰ τὴν Πτώση (!) γιὰ τὸν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ρόλο της:

«καὶ ἐκάλεσεν Ἀδὰμ τὸ ὄνομα τῆς γυναικὸς αὐτοῦ Ζωή, ὅτι αὕτη μήτηρ πάντων τῶν ζώντων» Γένεσις 3, 20

https://biblehub.com/interlinear/genesis/3-20.htm

Δὲν μοιάζει, λοιπόν, κάπως παράδοξο τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκείνη, πρὶν τὴν παρακοή, δὲν ὀνομαζόταν Εὔα, ὅπως μπορεῖ νὰ νομίζαμε;

Δηλαδή, δὲν εἶναι παράξενο ποὺ ὁ Ἀδὰμ προπτωτικὰ ποτὲ δὲν τὴν ἀποκαλοῦσε ἔτσι, ἀλλὰ ἁπλῶς τῆς ἔλεγε:

«Γυναῖκα, σὲ παρακαλῶ πολύ, ἔλα ἐδῶ! Γυναῖκα, σὲ παρακαλῶ πολύ, ἔλα ἐκεῖ! Γυναῖκα, σὲ παρακαλῶ πολύ, κάνε ἐκεῖνο! Γυναῖκα, σὲ παρακαλῶ πολύ, κάνε τὸ ἄλλο»

Καὶ, μάλιστα, πῶς ἐκείνη, ὄχι μόνο δὲν θεωροῦσε καθόλου ὑποτιμητικὸ καὶ ἄδικο τὸ νὰ μὴν ἔχῃ καὶ ἡ ἴδια κάποιο ἀντίστοιχο ὄνομα σὰν τὸν Ἀδάμ, ἀλλὰ, ἀντίθετα, τὸ ἐκλάμβανε καὶ ἀπὸ πάνω ὡς κάτι τὸ πολὺ τιμητικό, ὄμορφο καὶ χαροποιὸ, σὲ σημεῖο ποὺ νὰ αἰσθάνεται ὅτι πλέει σὲ πελάγη ἀπέραντης παραδεισένιας χαρᾶς καὶ εὐτυχίας;

Μπορεῖ ἐκείνη νὰ μὴν τὸ καταλάβαινε αὐτό;

Φυσικά, ὄχι, γιατί ἡ διαφορὰ ἦταν ἰδιαίτερα ἐμφανής!

Μπορεῖ, πάλι, ὁ Θεὸς νὰ μὴν τὸ πρόσεξε αὐτὸ καὶ νὰ ξέχασε νὰ τῆς δώσῃ;

Ἀναμφίβολα, ὄχι, γιατὶ μιλᾶμε γιὰ τὸν Πάνσοφο καὶ Παντογνώστη Θεό!

Τὸ ἀντίθετο, θὰ λέγαμε!

Φαίνεται ὅτι Ἐκεῖνος τὸ ἄφησε σκόπιμα νὰ εἶναι ἔτσι, ἐπειδὴ αὐτὸ εἶχε τὴν εἰδικὴ σημασία του, ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω [2].

Ἀκόμα πιὸ ἀλλόκοτη μοιάζει ἡ ἐξήγηση ποὺ μᾶς δίνει ἡ Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα γιὰ τὸν λόγο ποὺ ἐκείνη ὀνομάστηκε «γυνή»:

«αὕτη κληθήσεται γυνή, ὅτι ἐκ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς ἐλήφθη αὕτη» Γένεσις 2, 23

Αὐτὴ θὰ ὀνομασθῇ γυναῖκα, ἐπειδὴ … ἐλήφθη ἀπὸ τὸν ἄνδρα της…(!!!)

Ἂν καί, ἐκ πρώτης ὄψεως, φαίνεται ὅτι δὲν βγαίνει νόημα, στὴν πραγματικότητα, ὁ στίχος αὐτός, ὄχι μόνο ἔχει λογική, ἀλλὰ κρύβει καὶ κάτι πάρα πολὺ σπουδαῖο καὶ ὄμορφο γιὰ τὴν ἀρχικὴ μεταξὺ τους σχέση, μὲ μιὰ ἰδιαίτερα σημαντικὴ πνευματικὴ προέκταση, τόσο στὸν ἐδῶ μεταπτωτικὸ κόσμο, ὅσο καὶ στὴν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ποὺ θὰ ἀνατείλῃ μετὰ τὴν Ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καὶ τὴν τελικὴ Κρίση.

Γιὰ νὰ μπορέσουμε, ὅμως, νὰ τὸ δοῦμε, θὰ πρέπει νὰ καταφύγουμε στὸ ἑβραϊκὸ κείμενο:

https://biblehub.com/interlinear/genesis/2-23.htm

Σε αὐτό, στὴν ἑλληνικὴ λέξη «γυνή» ἀντιστοιχεῖ ἡ ἑβραϊκὴ λέξη «ἰσσά»: (אשה)(I.P.A.: ʔiʃ ˈʃa)[3].

Θεωρεῖται ὅτι ἡ πρώτη, τουλάχιστον ἀπὸ ἕνα σημεῖο καὶ μετά, συνδέθηκε νοηματικὰ μὲ τὴν λέξη, ἀρσενικοῦ γένους, «ἴς»: (איש)(I.P.A.: ʔiːʃ)[4], ἡ ὁποία σημαίνει «ἄνδρας, ἄνθρωπος, πρόσωπο, σύζυγος κ.λ.π.».

Ἀπὸ τὸ τελευταῖο συμπεραίνουμε ὅτι ὁ συγκεκριμένος στίχος, τελικά, δὲν μᾶς λέει κάτι τὸ παράλογο, ἀλλὰ μᾶς διευκρινίζει ὅτι, ὅπως τὸ ὄνομα «Ἀδάμ»: (אדם)(I.P.A.: ʔaːˈðaːm)[5] δόθηκε στὸν πρῶτο ἄνθρωπο, καὶ κατ’ ἐπέκτασιν σὲ ὅλο, γενικά, τὸ ἀνθρώπινο γένος γιὰ νὰ δείχνῃ τὴν προέλευσή τους ἀπὸ τὴν «Ἀδαμά»: (אדמה)(I.P.A.: ʔa.ða:ˈma:)[6], δηλαδὴ ἀπὸ τὸ ἔδαφος/γῆ,[7] ἔτσι καὶ τὸ ὄνομα «ἰσσά»: (אשה) δόθηκε στὸν δεύτερο ἄνθρωπο γιὰ νὰ δείχνῃ τὴν προέλευσή της ἀπὸ τὸν «ἴς»: (איש), δηλαδὴ ἀπὸ τὸν ἄνδρα/ἄνθρωπό της.

Συνεπῶς, ἡ λέξη «ἰσσά»: (אשה), ἀπὸ τὴν μία, μπορεῖ νὰ σημαίνῃ «γυναῖκα, σύζυγος κ.λ.π.», ἀλλὰ, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἔχει νοηματικὴ σύνδεση μὲ τὴν λέξη «ἴς»: (איש).

Μπορεῖ, ὅμως, αὐτὴ ἡ λέξη νὰ σημαίνῃ καὶ κάτι πιὸ γενικὸ, ὅπως τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο φῦλα αὐτοῦ ποὺ χαρακτηρίζεται συνολικὰ ὡς ἄνθρωπος ἢ ὡς ἀνθρώπινο γένος

Βλέπουμε, λοιπόν, ὅτι, ἀντίθετα ἀπὸ τὴν ἀρχικὴ ἐντύπωση ποὺ μπορεῖ νὰ σχηματίσῃ κάποιος, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος, στὴν πραγματικότητα, εἶχε καὶ ἐκεῖνος ὄνομα μέσα στὸν ἀρχαῖο Παράδεισο, καθὼς ἡ λέξη «γυνή/ἰσσά» λειτουργοῦσε σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση, ἀκριβῶς, ὡς τέτοιο.

Καταλαβαίνουμε, ἐπίσης, ὅτι ὁ Θεὸς μὲ ὅλο αὐτὸ ἤθελε, ἀφ' ἑνός, νὰ τονίσῃ σκόπιμα, τόσο τὴν προέλευση τῆς γυναίκας ἀπὸ τὸν ἄνδρα, ὅσο καὶ τὴν κοινὴ ἀνθρώπινη φύση τους.

Ἀφ' ἑτέρου, ἤθελε νὰ μᾶς δείξῃ πὼς οἱ δυὸ Πρωτόπλαστοι λογίζονταν προπτωτικὰ ὡς μιὰ ἰδιαίτερη ἑνότητα διακριτῶν προσώπων, σὲ σημεῖο ποὺ ὁ ἕνας νὰ θεωρῇ ὅτι ὁ ἄλλος ἀποτελεῖ, τρόπον τινά, μέρος τοῦ εἶναι του:

«τοῦτο νῦν ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μου» Γένεσις 2, 23

https://biblehub.com/interlinear/genesis/2-23.htm

Ἔτσι, εἴχαμε τὸν Ἀδὰμ καὶ τὸν (θηλυκὸ) ἄνθρωπό του, δηλαδὴ τὴν γυναῖκα του, χωρὶς ἡ τελευταία νὰ ἔχῃ ἀνάγκη γιὰ ἐπιπλέον προσδιορισμὸ μέσα σὲ αὐτὴ τὴν ἀγαπητικὴ ἕνωση:

«καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον (στὸ ἑβραϊκό, «Ἀδάμ»: (אדם)), κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς»  Γένεσις 1, 27

https://biblehub.com/interlinear/genesis/1-27.htm

Ἐκεῖ, ἀκριβῶς, ποὺ εἴχαμε ἐκείνη τὴν πολυδιάστατη ἀρχέγονη ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.

Ὅλα τὰ παραπάνω, λοιπόν, ἦταν καὶ ὁ λόγος ποὺ ἐκείνη, ὄχι μόνο δὲν ἀντιδροῦσε καὶ δὲν θλιβόταν προπτωτικά, ὅταν ἄκουγε τὸ ὄνομα «γυνή/ἰσσά» ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Ἀδάμ, ἀλλὰ, ἀντίθετα, αἰσθανόταν καὶ ἀπὸ πάνω πολὺ μεγάλη χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση.

2. Ἡ ἀλλαγὴ στὴν σχέση τῶν δυὸ Πρωτοπλάστων ἐξαιτίας τῆς Πτώσης

Μὲ τὴν παρακοή, ὅμως, τὰ πράγματα ἀλλάζουν δραματικά.

Αὐτὴ ἡ ἰδιαίτερη ἀγαπητικὴ ἑνότητα προσώπων παύει νὰ ὑπάρχῃ, οἱ Πρωτόπλαστοι ἀποστασιοποιοῦνται ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλο, ψυχραίνονται οἱ καρδιές τους καὶ χάνουν τὴν ἀρχικὰ ἀπολύτως ἁρμονικὴ ἀγαπητικὴ κοινωνία, τόσο μεταξὺ τους, ὅσο καὶ μεταξὺ ἐκείνων καὶ τοῦ Θεοῦ.

Αὐτὸ γίνεται πολὺ φανερὸ στὸ σημεῖο ποὺ ὁ Ἀδάμ, χωρὶς κανένα δισταγμό, κατηγορεῖ γιὰ τὴν Πτώση, ἄμεσα τὴν γυναῖκα του, μὲ τὴν ὁποία μοιράστηκαν «συντροφικὰ» τόσες εὐχάριστες στιγμὲς μέσα στὸν Παράδεισο, καὶ ἔμμεσα τὸν Ἴδιο τὸν Θεὸ ποὺ τοῦ τὴν ἔδωσε γιὰ βοηθό:

«καὶ εἶπεν ὁ Ἀδάμ· ἡ γυνή, ἣν ἔδωκας μετ᾿ ἐμοῦ, αὕτη μοι ἔδωκεν ἀπὸ τοῦ ξύλου, καὶ ἔφαγον»  Γένεσις 3, 12

https://biblehub.com/interlinear/genesis/3-12.htm

Τί εἶναι, ὅμως, αὐτὸ ποὺ ἄλλαξε ὡς δεδομένο μὲ τὴν προπατορικὴ ἁμαρτία γιὰ νὰ ἔχουμε ἐκείνη τὴν ρήξη, τόσο σὲ αὐτὴ τὴν ἀρχικὴ ἀγαπητικὴ σχέση μεταξὺ τῶν Πρωτοπλάστων, ὅσο καὶ σὲ ἐκείνη ποὺ ἀρχικὰ εἶχαν οἱ δυὸ τους μὲ τὸν Ἴδιο τὸν Θεό, σὲ σημεῖο νὰ γεννηθῇ ἡ ἀνάγκη νὰ ἀποκτήσῃ ἡ «γυνή» νέο προσωπικὸ ὄνομα;

Γιατί, πράγματι, ἡ λέξη «γυνή/ἰσσά» μετὰ τὴν Πτώση δὲν μποροῦσε νὰ χρησιμοποιηθῇ πιὰ ὡς ἕνα ὄνομα ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ ἀναδεικνύῃ μὲ κάποιο τρόπο ἐκείνη τὴν ἀρχικὴ προπτωτικὴ κατάσταση, καθὼς ἡ τελευταία ἔπαψε πλέον νὰ ὑπάρχῃ.

Μήπως αὐτὴ καθ’ αὐτὴ ἡ λεγομένη «συντροφικότητα» τῶν δυὸ πρώτων ἀνθρώπων;

Προφανῶς ὄχι, γιατὶ «σύντροφοι» ἦταν πρὶν τὴν Πτώση, ἂν καὶ χωρὶς σαρκικὴ/σεξουαλικὴ[8] ἐπιθυμία καὶ ἐπαφή[9], «σύντροφοι» (κυριολεκτικὰ) ἦταν ὅταν δοκίμαζαν μαζὶ τὸν καρπὸ τοῦ δέντρου τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ πονηροῦ, «σύντροφοι» παρέμειναν καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν Πτώση, ποὺ μπῆκε μέσα τους τὸ στοιχεῖο τῆς σαρκικῆς ἕλξης καὶ ἐπιθυμίας τοῦ ἑνὸς γιὰ τὸν ἄλλο[10].

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ «συντροφικότητα» δὲν περιέχει ὁπωσδήποτε ὡς ἔννοια τὴν ἀπόλυτα ἁρμονικὴ καὶ βαθιὰ ἀγαπητικὴ σχέση καὶ ἑνότητα τῶν προσώπων.

Ἄρα, πρέπει νὰ ἀναζητήσουμε τὴν ἀλλαγὴ αὐτὴ στὴν ἀρχικὴ τους σχέση σὲ κάτι ἄλλο.

Ποιό ἦταν αὐτό;

Πρὶν τὴν Πτώση ἐκεῖνο ποὺ ἔφερνε ἀγαπητικὰ τόσο κοντὰ τὰ πρόσωπα, σὲ σημεῖο ποὺ νὰ μὴν ὑπάρχῃ ὁποιαδήποτε ἀνάγκη νὰ φέρῃ κάποιο ἄλλο προσωπικὸ ὄνομα ὁ δεύτερος ἄνθρωπος, πέρα ἀπὸ τὴν λέξη «γυνή/ἰσσά», ἦταν ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ σὰν μυστικὴ γέφυρα συνέδεε τὸν ἕνα μὲ τὸν ἄλλο.

Γιατὶ Ἐκείνη εἶναι ὁ φορέας τῆς πραγματικῆς καὶ τέλειας ἀγάπης ποὺ ἀναβλύζει μέσα ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ εἶναι τοῦ Θεοῦ καὶ ζωογονεῖ τὴν σχέση ἀγάπης τῶν προσώπων[11], καθιστῶντας την Παράδεισο τῆς τρυφῆς, ὅπως ἀκριβῶς καὶ τότε ἀνέβλυζε ποταμὸς ἀπὸ τὴν Ἐδὲμ καὶ ζωογονοῦσε κάθε τι ποὺ βρισκόταν μέσα στὸν ἀρχαῖο Παράδεισο:

«ποταμὸς δὲ ἐκπορεύεται ἐξ Ἐδὲμ ποτίζειν τὸν παράδεισον»  Γένεσις 2, 10

https://biblehub.com/interlinear/genesis/2-10.htm

Ὡς ὀντότητες, τόσο ὁ Ἀδάμ, ὅσο καὶ ἡ γυναῖκα του, ἀμέσως μετὰ τὴν δημιουργία τους ἀπὸ τὸν Θεὸ «ἀποτελοῦνταν», τρόπον τινά, ἀπὸ τρία στοιχεῖα, εἰς τύπον τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Τὸ πρῶτο ἦταν ἡ κτιστὴ ψυχὴ τοῦ καθένα τους, τὸ δεύτερο, τὸ κτιστὸ σῶμα τοῦ καθένα τους καὶ τὸ τρίτο, ἡ ἄκτιστη Χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ στόλιζε μὲ τὴν δόξα Της, σὰν λαμπρὸ ἱμάτιο, τὰ γυμνὰ σώματά τους, γιὰ νὰ μὴν φαίνονται ἐκεῖνοι γυμνοί, παρ’ ὅλο ποὺ δὲν φοροῦσαν ροῦχα, ἀκριβῶς, ὅπως στόλιζε τὸν Χριστὸ ἡ θεία Χάρη γιὰ νὰ μὴν φαίνεται γυμνὸ τὸ Ἀναστημένο σῶμα Του.

Αὐτὸ τὸ καταλαβαίνουμε ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι διαπίστωσαν πὼς εἶναι γυμνοὶ ἀμέσως μετὰ τὴν Πτώση ποὺ Τὴν ἔχασαν ἐξαιτίας τῆς παρακοῆς[12].

Μὲ τὴν ἁμαρτία, ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ ἔφυγε ἀπὸ πάνω τους καὶ ἡ γύμνια τους ἀποκαλύφθηκε.

Συνεπῶς, ἡ ἀλλαγὴ ἔγινε στὴν πνευματικὴ τους κατάσταση, καθὼς τὴν συγκεκριμένη ἡμέρα ποὺ χωρίστηκε τὸ τρίτο ἀρχικὸ στοιχεῖο τους ἀπὸ τὰ ἄλλα δυὸ, ὑπέστησαν κάποιου εἴδους πνευματικὸ θάνατο, ὅπως, ἀκριβῶς, πεθαίνει κανεὶς σωματικά, ὅταν χωρίζεται τὸ πρῶτο ἀπὸ τὸ δεύτερο, δηλαδὴ ἡ ψυχὴ του ἀπὸ τὸ σῶμα του.

Γι’ αὐτὸ κάθε ἀπώλεια τῆς Χάριτος μὲ τὴν ἁμαρτία ἀποτελεῖ καὶ ἕναν πνευματικὸ θάνατο καὶ κάθε ἔλευσή Της ἀποτελεῖ καὶ μιὰ πνευματικὴ Ἀνάσταση, καθὼς ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾷ καὶ πάλι τὸ τρίτο ἀρχικὸ στοιχεῖο μας καὶ ξαναγίνεται Ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος[13].

Γιατί, κατὰ μία ἔννοια, σὲ αὐτὸν τὸν θάνατο ἀναφερόταν ὁ Θεός, ὅταν τοὺς ἔλεγε τὸ τί θὰ συνέβαινε, ἀκριβῶς, ἐκείνη τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ παρέβαιναν τὴν ἐντολή:

«ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» Γένεσις 2, 17

https://biblehub.com/interlinear/genesis/2-17.htm

Μαζί, ὅμως, πέθανε καὶ ἐκείνη ἡ ἀρχικὴ πολὺ βαθιὰ ἀγαπητικὴ σχέση τους, καθὼς χωρίστηκε, μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα, τὸ ἕνα πρόσωπο ἀπὸ τὸ ἄλλο καὶ ἀπομονώθηκε, ὄχι καὶ σὲ λίγα πράγματα, τὸ καθένα τους μέσα στὴν φυλακὴ τοῦ ἐγὼ του.

 



[1] Ἡ Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα στὸν στίχο 3,20 μεταφράζει τὸ ὄνομα ὡς «Ζωή», ἐνῶ στοὺς στίχους 4,1 καὶ 4,25 τὸ μεταγράφει ὡς «Εὔαν».

Τὸ μασοριτικὸ κείμενο, πάλι, στοὺς στίχους 3,20 καὶ 4,1 χρησιμοποιεῖ τὴν λέξη «Χαββά»: (חַוָּה) ποὺ σημαίνει «ζωὴ, ζωδότης κ.λ.π.»:

https://biblehub.com/hebrew/2332.htm

Ἀξίζει νὰ σημειωθῇ ὅτι τὸ μασοριτικὸ κείμενο καὶ ἡ Σαμαρειτικὴ Πεντάτευχος στὸν στίχο 4,25 δὲν ἀναφέρουν κανένα ὄνομα, ἀντίθετα ἀπὸ τὴν μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα ποὺ παραθέτει, ὅπως εἴπαμε, τὴν μεταγραφὴ «Εὔαν».

[2] Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ θέμα τοῦ προπτωτικοῦ ὀνόματος τῆς πρώτης γυναίκας, ὑπάρχει καὶ ἕνα ἄλλο πολὺ σπουδαῖο θέμα, γιὰ τὸ ὁποῖο θὰ μιλήσουμε λίγο παρακάτω, ποὺ ἀφορᾷ τὸ «γιατὶ ὁ Θεὸς δὲν τὴν δημιούργησε ἀπὸ τὴν ἀρχή, ἐφόσον ἤξερε ἀπὸ πρὶν ὅτι ὁ Ἀδὰμ θὰ αἰσθανόταν κενὸ καὶ ἀνάγκη μέσα του;»

Ὅλες αὐτὲς οἱ φαινομενικὲς «παραλείψεις» τοῦ Θεοῦ, στὴν πραγματικότητα, ὄχι μόνο δὲν εἶναι ἀληθινὰ παραλείψεις Του, ἀλλὰ γίνονται ἀπὸ Ἐκεῖνον τελείως σκόπιμα, γιὰ νὰ τονίσῃ κάποιο εἰδικὸ, ἀλλὰ πολὺ σπουδαῖο, θεολογικὸ ἢ/καὶ ἀνθρωπολογικὸ χαρακτηριστικὸ ποὺ πρέπει νὰ προσέξουμε ἰδιαίτερα.

[4] Strong's Hebrew: 802 אִשָּׁה (ishshah) -- Woman, wife

Πρέπει νὰ σημειωθῇ ὅτι οἱ περισσότεροι γλωσσολόγοι πλέον πιστεύουν ὅτι οἱ δυὸ λέξεις δὲν συνδέονται ἐτυμολογικά.

Συγκεκριμένα θεωροῦν ὅτι ἡ λέξη (איש) προέρχεται ἀπὸ τὴν σημιτικὴ ρίζα *’yš ποὺ ὑποδηλώνει δύναμη/ὕπαρξη, ἐνῷ ἡ λέξη (אשה) ἀπὸ τὴν ρίζα *’n-š ποὺ συνδέεται μὲ τὴν ἀσθένεια/εὐθραυστότητα ἢ τὴν κοινωνικότητα.

Μάλιστα, ἑρμηνεύουν τὴν ὁμοιότητα ὡς μεταγενέστερη φωνητικὴ καὶ γραμματικὴ προσαρμογὴ τῆς μιᾶς λέξης πάνω στὴν ἄλλη (δευτερογενὴς μορφολογικὴ ἐξομοίωση).

Ὅμως, οἱ ἐτυμολογήσεις ἑβραϊκῶν λέξεων ποὺ κάνουν οἱ ἱεροὶ συγγραφεῖς, ἀναφερόμενοι σὲ ἐποχὲς ποὺ δὲν εἶχε δημιουργηθεῖ ἀκόμα ἡ ἑβραϊκὴ γλῶσσα (π.χ. τὴν ἐποχὴ τῶν Πρωτοπλάστων), μπορεῖ νὰ δείχνουν μὲ μιὰ πρώτη ματιὰ ἰσχυρὰ ἀναχρονιστικὲς καὶ «λαϊκές», ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα διασώζουν τὴν ἀρχικὴ νοηματικὴ σύνδεση, μέσῳ τῆς ὁμοιότητας τῶν λέξεων καὶ τῆς φαινόμενης ἐτυμολογικῆς σύνδεσης τῆς ἐποχῆς τους (δευτερογενὴς ἐτυμολογικὴ συσχέτιση).

Κάτι ἀνάλογο προσπαθεῖ νὰ κάνῃ καὶ ὁ Σύμμαχος ποὺ ἀντὶ γιὰ τὴν λέξη «γυνὴ» παραθέτει τὴν λέξη «ἀνδρίς» (=γυναῖκα), ἡ ὁποία ἔχει προφανῆ ἐτυμολογικὴ σύνδεση μὲ τὴν λέξη «ἀνήρ», ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλγάτα ποὺ παραθέτει τὴν λέξη «virago», ἡ ὁποία ἔχει προφανῆ ἐτυμολογικὴ σύνδεση μὲ τὴν λέξη «vir»: 

https://archive.org/details/origenishexaplor01origuoft/page/14/mode/2up , https://vulgate.org/ot/genesis_2.htm

Σύμμαχος ο Εβιωναίος - Βικιπαίδεια , ἀνδρίς - Ancient Greek (LSJ), https://en.wikipedia.org/wiki/Etymological_calque

Στοὺς Ἑβδομήκοντα δὲν φαίνεται, ὄχι μόνο ἡ ἐτυμολογική, ἀλλὰ οὔτε κἂν ἡ νοηματικὴ σύνδεση τῆς λέξης «ἀνὴρ» μὲ τὴν λέξη «γυνὴ» καὶ γι’ αὐτὸ φαίνεται δυσνόητος ὁ στίχος.

[5] Ἡ λέξη χρησιμοποιεῖται, τόσο ὡς ὄνομα γιὰ τὸν πρῶτο ἄνθρωπο, ὅσο καὶ γιὰ τὸν κάθε ἄνθρωπο ἢ τὸ ἀνθρώπινο γένος συνολικὰ ἢ γιὰ τὸν ἄνδρα:

Strong's Hebrew: 120. אָדָם (adam) -- Man, mankind, human, Adam

[7] «καὶ ἔπλασεν Θεὸς τὸν ἄνθρωπον (στο εβραϊκό, «Αδάμ»: (אדם)), χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς (στο εβραϊκό, «Αδαμά»: (אדמה))» Γένεσις 2, 7

https://biblehub.com/interlinear/genesis/2-7.htm

[8] Ὅταν λέμε «σαρκική», ἐννοοῦμε ἐδῶ τὴν «σεξουαλικὴ» καὶ γι’ αὐτὸ παραθέτουμε τὴν μία λέξη δίπλα στὴν ἄλλη.

Κάνουμε τὴν συγκεκριμένη διευκρίνιση, γιατὶ κάποιοι μπορεῖ νὰ μὴν γνωρίζουν τὴν εἰδικὴ σημασία τοῦ ὅρου «σαρκικὸς» στὴν Πατερικὴ ὁρολογία.

[9] Τὸ ἴδιο τὸ κείμενο τῆς Γενέσεως μας λέει ὅτι ὁ Ἀδὰμ συνευρέθηκε σαρκικὰ μὲ τὴν γυναίκα του μετὰ τὴν Πτώση:

«Ἀδὰμ δὲ ἔγνω Εὔαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ συλλαβοῦσα ἔτεκε τὸν Κάϊν καὶ εἶπεν· ἐκτησάμην ἄνθρωπον διά τοῦ Θεοῦ» Γένεσις 4, 1

https://biblehub.com/interlinear/genesis/4-1.htm

[10] Ἡ σαρκικὴ ἕλξη μπῆκε ὡς στοιχεῖο στὴν ζωὴ τῶν ἀνθρώπων μὲ τὴν ἀρχαία «κατάρα» τοῦ Θεοῦ:

«καὶ τῇ γυναικὶ εἶπε· πληθύνων πληθυνῶ τὰς λύπας σου καὶ τὸν στεναγμόν σου· ἐν λύπαις τέξῃ τέκνα, καὶ πρὸς τὸν ἄνδρα σου ἡ ἀποστροφή σου, καὶ αὐτός σου κυριεύσει» Γένεσις 3, 16

https://biblehub.com/interlinear/genesis/3-16.htm

[11]«Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔρχονται ἔξωθεν – δὲν ὑπάρχουν μέσα μας. Ἔρχονται ἀπ' ἔξω, ἔρχονται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Ἁπλῶς ὁ ἄνθρωπος, σὰν ἀποδέκτης αὐτῶν τῶν χαρισμάτων, κάνει δεκτὴ αὐτὴν τὴν προσφοράν. Γιὰ παράδειγμα σᾶς λέγω, ἡ ἀγάπη δὲν ἔχει πηγή της τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, ὄχι... Ἔχει πηγή, τὸ χάρισμα τῆς ἀγάπης, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Τὸ στέλνει αὐτὸ ὁ Θεὸς τὸ χάρισμα καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι δεκτικὸς αὐτοῦ τοῦ χαρίσματος, τὸ παίρνει. Καὶ ὅταν τὸ πάρει, τότε ἔχει τὸ χάρισμα τῆς ἀγάπης, εἴτε εἰς τὸν Θεόν, εἴτε εἰς τὸν πλησίον ἄνθρωπον, πάντως τὸ χάρισμα τῆς ἀγάπης ἔρχεται ἀπ’ ἔξω. Αὐτὸ νὰ τὸ ξέρομε καὶ νὰ τὸ καταλάβομε» π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος, «Τὸ χάρισμα τοῦ Μαρτυρίου καὶ οἱ προϋποθέσεις του» 

[12] Στὸ σημεῖο αὐτὸ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι τὰ ροῦχα ποὺ φορᾶμε ἔχουν μία ἰδιαίτερη ἱερότητα, γιατὶ ἀντικαθιστοῦν καὶ παράλληλα εἰκονίζουν ἐκείνη τὴν ἀρχικὴ ἀχειροποίητη «ἐνδυμασία», μὲ τὴν ὁποία περιέβαλλε ἡ θεία Χάρις τοὺς Πρωτοπλάστους:

https://ethnegersis.blogspot.com/2022/04/blog-post_745.html

Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ὁ Ἴδιος ὁ Θεὸς τοὺς ἔντυσε μὲ χιτῶνες μετὰ τὴν Πτώση, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄλλα ποὺ ξέρουμε, τόσο γιὰ νὰ μᾶς ὑπενθυμίζουν αὐτὴ τὴν ἀχειροποίητη «ἐνδυμασία» τῆς θείας Χάριτος ποὺ χάσαμε, ὅσο καὶ νὰ μᾶς προτρέπουν διαρκῶς νὰ βάλουμε ὡς στόχο νὰ τὴν ξαναποκτήσουμε.

Γιατὶ μετὰ τὴν Ἀνάσταση τῶν νεκρῶν οἱ δίκαιοι θὰ περιβάλλονται μὲ αὐτήν, ὅπως ἀκριβῶς περιέβαλλε ἡ θεία Χάρις τὸ Ἀναστημένο σῶμα τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ μὴ φαίνεται ἐκεῖνο γυμνό..

[13] «Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν;» Πρὸς Κορινθίους Α΄ 3, 16

«ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν;»   Πρὸς Κορινθίους Α΄ 6, 19

«τίς δὲ συγκατάθεσις ναῷ Θεοῦ μετὰ εἰδώλων; ὑμεῖς γὰρ ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός» Πρὸς Κορινθίους Β΄ 6, 16


__________________________________
Πολυτονισμὸς ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου