Ἔτσι, ἄλλοι ἀπὸ τοὺς προσκεκλημένους ἀμελοῦν καὶ ἀπέρχονται εἴτε στόν «ἴδιον ἀγρόν» εἴτε στήν «ἐμπορία» των, μεριμνοῦν δηλαδὴ γιὰ τὶς δικές των ἀπολαύσεις καὶ τὰ δικά των κέρδη. Ἄλλοι πάλι γίνονται πιὸ ἐπιθετικοί: «ὕβρισαν» καί «ἀπέκτειναν» τοὺς δούλους, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐξοργιστῇ ὁ βασιλιὰς καὶ νὰ τοὺς τιμωρήσῃ σκληρά: «πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ ἀπώλεσε τοὺς φονεῖς ἐκείνους καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε.» (ὅ.π., κβ’ 7). Ἡ σκηνὴ παραπέμπει στὴν καταστροφὴ τῶν Ἱεροσολύμων ἀπὸ τὰ στρατεύματα τῶν Ῥωμαίων, τὸ 70 μ.Χ., ὡς δικαία δίκη γιὰ τὸν ἄδικο φόνο τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τοὺς ἀνόμους Ἰουδαίους, τούς «κλητούς», τοὺς ἰδίους ποὺ φόνευσαν πρὶν καὶ τοὺς προφῆτες τοῦ Κυρίου, ποὺ ἀπεστάλησαν γιὰ τὴν σωτηρία των.
Στὴν συνέχεια, ὁ βασιλεὺς ἀποστέλλει καὶ τοὺς δευτέρους δούλους Του, τοὺς ἀποστόλους, αὐτὴν τὴν φορά, καὶ τοὺς ζητάει νὰ πορευτοῦν «ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν», καὶ ὅσους βροῦν νὰ τοὺς καλέσουν στὸν γάμο. Οἱ ἀπόστολοι ἀπευθύνουν τὴν πρόσκληση τοῦ βασιλέως στοὺς ἐθνικούς, τοὺς εἰδωλολάτρες. Ἐκεῖνοι βρίσκονταν στίς «ὁδούς» τῆς ἀσεβείας καὶ τῆς ἀγνοίας τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ τώρα ἔχουν τὴν μοναδικὴ εὐκαιρία νὰ παρευρεθοῦν στὸν γάμο τοῦ Νυμφίου. Ὁποία τιμὴ γι’ αὐτοὺς νὰ λάβουν τὴν κλήση ἀπὸ τὸν Θεὸ τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ ἐλέους, ἐκεῖνον ποὺ έχει «ἠτοιμασμένην τὴν βασιλεία Του πρὸ καταβολῆς κόσμου» καὶ μᾶς καλεῖ ἀπροϋπόθετα νὰ εἰσέλθωμε, διότι εἶναι ἀπείρως ἐλεήμων καὶ θέλει «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν.» (Πρὸς Τιμόθεον Α’, β’ 4)
Οἱ νέοι αὐτοὶ κλητοὶ εἶναι ποικίλων εἰδῶν, «πονηροί», ἄνθρωποι δηλαδὴ ποὺ ἀθετοῦσαν τὸ θέλημά Του, καί «ἀγαθοί», ἄνθρωποι ποὺ ζοῦσαν δικαίως καὶ προτοῦ γνωρίσουν τὸν Θεὸ τῆς ἀληθείας. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, ἀνταποκρίθηκαν στὸ κάλεσμά Του καὶ εἰσῆλθαν στοὺς γάμους τοῦ Νυμφίου, ἔχουν πλέον τὴν ὑποχρέωση νὰ φροντίσουν γιὰ τὸ ἔνδυμά Των, νὰ εἶναι «ἔνδυμα γάμου», εὐπρεπές, καθαρὸ και πάλλευκο.
Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ βασιλιάς, ὁ οὐράνιος Πατέρας, τοὺς εἰσερχομένους στὸ τραπέζι τοῦ γάμου δὲν τοὺς ἀφήνει πλέον ἀν-εύθυνους, τοὺς ἐπιπλήττει γιὰ τὴν ἀμέλειά των νὰ ἐνδυθοῦν τὸ κατάλληλο ἔνδυμα, ἔργα ἀντάξια τῆς κλήσεώς των, ἔργα ἐλέους καὶ ἀγάπης! Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐλάχιστη καὶ αὐτονόητη ὑποχρέωσή των, ἀφοῦ ἔγιναν ἀρχικῶς δεκτοί, παρὰ τὴν ἀνετοιμότητα καὶ ἀναξιότητά των. Ἔτσι, ἐπέπληξε καὶ τόν «ἑταῖρο» στὸ συγκεκριμένο τραπέζι τοῦ γάμου γιὰ τὴν ἀμφίεσή του («πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου;» ὅ. π., 12) καὶ μάλιστα διέταξε τοὺς διακόνους Του νὰ τὸν δέσουν χειροπόδαρα καὶ νὰ τὸν ἐκβάλουν στό «σκότος τὸ ἐξώτερον, ὅπου ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων» (ὅ. π., 14).
Γιὰ ὅσους, μάλιστα, σκανδαλίζονται γιὰ τὴν αὐστηρότητα τῆς ποινῆς ἀρκεῖ νὰ σκεφθοῦν ὅτι δὲν τιμωρεῖ ἀδίκως ὁ Κύριος, ἀλλὰ ἐμεῖς ἀπολαμβάνομε ἀξίως τῶν πράξεών μας καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχει προηγηθῇ ἄφθονο τὸ ἔλεός Του πρὸς ἐμᾶς. Καὶ σὲ ἄλλο μας ἄρθρο, μὲ ἀφορμὴ τὴν περικοπὴ τῆς μελλούσης κρίσεως, ὅπου καθίσταται σαφὲς ὅτι ἡ τελική μας κρίση ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ ἔργα μας, ἔχομε ἐπίσης τονίσει ὅτι ὁ Κύριος εἶναι αὐστηρὸς ἀλλὰ δίκαιος κριτής. Καὶ ὁ Ἀδελφόθεος Ἰάκωβος ἐπισημαίνει: «ἀνέλεος ἡ κρίσις τῷ μὴ ποιήσαντι ἔλεος.» (Καθολικὴ Ἐπιστολὴ Ἰακώβου, β’ 13).
Ἐάν, λοιπόν, θέλωμε νὰ ἀνήκωμε στούς «ἐκλεκτούς» τῆς βασιλείας Του, αὐτοὺς ποὺ δὲν ἀνταποκρίνονται ἁπλῶς στὸ κάλεσμά Του, ἀλλὰ προσπαθοῦν νὰ φανοῦν ἀντάξιοι τῆς τιμῆς ποὺ τοὺς ἔγινε νὰ γίνουν ἀρχικὰ δεκτοὶ στὸ οὐράνιο δεῖπνο, χρειάζεται καθ’ ἑξῆς νὰ ἀγωνιζώμαστε νὰ καθαρίζωμε διαρκῶς τό «ἔνδυμά» μας, τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή μας, ὥστε νὰ ἀστράφτουν ἀπὸ ἔργα ἀγαθά, ἔργα ἐλέους καὶ μετανοίας· νὰ ἀνανεώνωμε τὸ βάπτισμά μας μὲ τὴν ἐξομολόγηση καὶ μὲ τὴν θεία κοινωνία, διότι μόνον μὲ τὴν μετοχὴ στὸ κοινὸ ποτήριο θὰ κατορθώσωμε νὰ γίνωμε μέτοχοι καὶ τῆς βασιλείας Του!
Εἶναι πραγματικὰ δύσκολος ὁ ἀγῶνας νὰ καθιστᾷ κανεὶς τὸν ἑαυτό του ἐκλεκτὸ δοῦλο τοῦ Κυρίου, διάκονο τοῦ δικοῦ Του θελήματος καὶ ὄχι δοῦλο τῶν δικῶν του ἐπιθυμιῶν, ὅσων δὲν συνάδουν μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι, ὅμως, ἀντιστοίχως πολὺ μεγάλη ἡ χαρὰ νὰ συμμετέχῃ στὸ κοινὸ τραπέζι τῆς βασιλείας Του, φορῶντας τὸ κατάλληλο «ἔνδυμα». Εἴθε νὰ μεριμνοῦμε πάντοτε γιὰ τὸ ἔνδυμα τῶν καλῶν μας ἔργων ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσουν μὲ ἀσφάλεια στὴν ἀπόλαυση τῶν οὐρανίων Του ἀγαθῶν «νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων». Ἀμήν! Γένοιτο!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου