Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

Λάμπρος Σκόντζος: Ἅγιος Ἄνθιμος Κουρούκλης - Ὁ ἀόμματος φλογερὸς Ἱεραπόστολος

 
 
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητοῦ  
 
Βασικὸ στοιχεῖο τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ζωῆς εἶναι ἡ ἱεραποστολή. Ἡ διδαχὴ τῶν ἀρχῶν τῆς σώζουσας πίστεώς μας, σὲ ἀνθρώπους ποὺ εἴτε δὲ γνώρισαν τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, εἴτε τὴν γνώρισαν πλημμελῶς. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ἐνέταξαν στὴν ποιμαντική τους διακονία καὶ τὴν ἱεραποστολή. Ἕνας μεγάλος ἱεραπόστολος ὑπῆρξε καὶ ὁ ὅσιος Ἄνθιμος Κουρούκλης ὁ τυφλός, ἀπὸ τὴν Κεφαλονιά. 

Γεννήθηκε στὸ Ληξούρι τῆς Κεφαλονιᾶς στὰ 1717 ἀπὸ τὴν εὐσεβῆ οἰκογένεια τοῦ ναυτικοῦ Ἰωάννη καὶ τῆς Ἀντζουλέττας Κουρούκλη – Ψωμᾶ. Τὸ βαπτιστικό του ὄνομα ἦταν Ἀθανάσιος. Ὄντας παιδὶ ἀκόμη χτύπησε θλίψη τὴν ζωή του, προσβλήθηκε ἀπὸ τὴ φοβερή, γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ἀσθένεια τῆς εὐλογιᾶς, ἡ ὁποία τὸν τύφλωσε. Ἡ εὐσεβὴς μητέρα του ἐναπόθεσε τὶς ἐλπίδες της στὸ Θεό, ἡ ὁποία προσευχόταν μὲ θέρμη καὶ κάνοντας σαρανταλείτουργα γιὰ τὴν ἴαση τοῦ παιδιοῦ της. Ὁ Θεὸς ἄκουσε τὶς προσευχές της, κάποια μέρα σὲ λειτουργία στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων στὴ Μονὴ Κορωνάτου, ἔγινε τὸ θαῦμα, ὁ μικρὸς Ἀθανάσιος ξαναβρῆκε τὸ φῶς του, τὴν ὥρα ποὺ ὁ ἱερέας εἶπε: «Μετὰ φόβου Θεοῦ πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε»! Αὐτὸ τὸ θαῦμα τὸν συγκλόνισε καὶ ἀποφάσισε νὰ ἀφιερωθῇ στὸ Θεό, νὰ Τὸν ὑπηρετήσῃ γιὰ τὴ μεγάλη εὐεργεσία ποὺ ἔλαβε ἀπὸ Αὐτόν! 

Τὰ πρῶτα γράμματά του τὰ ἔμαθε ἀπὸ τὸν ἡγούμενο Ἄνθιμο, στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς Λεπέδων, λίγο ἔξω ἀπὸ τὸ Ληξούρι, δείχνοντας ἐξαιρετικὴ ἐπιμέλεια καὶ φιλομάθεια. 

Ὅταν ἐνηλικιώθηκε, ἀκολούθησε τὸν πατέρα του στὸ ναυτικὸ ἐπάγγελμα. Ὅμως μέσα του ἔκαιγε ἡ φλόγα νὰ ὑπηρετήσῃ τὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ ἔφυγε ἀπὸ τὰ καράβια καὶ ἐπέστρεψε στὴν Ἱερὰ Μονή τῶν Λεπέδων, κοντὰ στὸ σεβαστὸ του πνευματικὸ πατέρα καὶ δάσκαλο, ὅπου ντύθηκε τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ πῆρε τὸ μοναχικὸ ὄνομα Ἄνθιμος. Ἐκεῖ, παρ’ ὅλο τὸ νεαρὸ τῆς ἡλικίας του, ἔδειξε προχωρημένη πνευματικὴ ὡριμότητα καὶ φάνηκαν ἐνωρὶς οἱ ἀρετές του. 

Στὰ 1747 ἀναχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιο Ὅρος, στὴ Μονὴ Ἰβήρων, ὅπου ἔλαβε τὸ Μέγα Ἀγγελικὸ Σχῆμα. Τὸν συνεπῆρε ἡ ἁγία μορφὴ τῆς Παναγίας τῆς Πορταΐτισσας, προσευχόμενος μπροστὰ στὴν Ἱερὴ Της Εἰκόνα, ὧρες ὁλόκληρες. Ἀγρυπνοῦσε νήστευε καὶ μελετοῦσε θεοφιλῆ ἀναγνώσματα, ἀποκτῶντας ἱκανότητα ἱεροκήρυκα. 

Μετὰ ἀπὸ καιρὸ ἀποφάσισε νὰ βγῇ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Ὅρος, νὰ στερηθῇ ὁ ἴδιος τὴν ἡσυχία τοῦ Ἄθωνος καὶ νὰ κηρύξῃ τὸ σωτήριο λόγο τοῦ Θεοῦ στοὺς ὑπόδουλους, κατατρεγμένους καὶ ἀκατήχητους ἀδελφούς του. Διάλεξε τὰ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου πελάγους γιὰ τὸ ἱεραποστολικό του ἔργο. Ἐπισκέφτηκε ἀρχικὰ τὴ Χίο, ὅπου ἐγκαταστάθηκε στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Ματρῶνας καὶ δίδασκε ἀνελλιπῶς γιὰ ἕναν χρόνο. Κατόπιν ἔφυγε γιὰ τὴ Σίφνο, τὴν Πάρο, τὴ Νάξο, τὴν Ἴο καὶ τὸ Καστελόριζο, ὅπου δίδασκε μὲ πάθος καὶ φλόγα τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Περνῶντας ἀπὸ τὴν Πάρο στὴ Σίφνο καταπράϋνε, μὲ τὴν προσευχή του, μιὰ φοβερὴ τρικυμία. Πλῆθος πιστῶν ἔτρεχαν νὰ ἀκούσουν τοὺς ἐμπνευσμένους καὶ ἀφυπνιστικοὺς λόγους του. Ταυτόχρονα ὁ ἴδιος ὑποβάλλονταν σὲ αὐστηρὴ ἄσκηση καὶ πνευματικὸ ἀγῶνα τελειώσεως. 

Μετέβη καὶ στοὺς Ἁγίους Τόπους ὅπου προσκύνησε τὰ ἅγια προσκυνήματα καὶ βάδισε στὰ θεοβάδιστα μέρη. 

Ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, στὰ 1759, πῆγε στὴ Μεγίστη, ὅπου κήρυξε καὶ ἔσωσε μὲ προσευχή του τὸ νησί, θαυματουργικά, ἀπὸ φοβερὴ ἀνομβρία. Ἐκεῖ ἔκτισε τὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου

Στὰ 1760 πῆγε στὴν Ἀστυπάλαια, ὅπου καὶ ἐκεῖ κήρυξε καὶ ἔκτισε τὴ Ἱερὰ Μονὴ τῆς Παναγίας Πορταΐτισσας κατὰ τρόπο θαυματουργικό, γεγονὸς ποὺ μαρτυρεῖ ἐπιγραφή, ἡ ὁποία βρίσκεται ἐντειχισμένη στὴν εἴσοδο τῆς Μονῆς. Σὲ αὐτὴ τὴ Μονὴ ἔδωσε τὴν ψυχή του. Ἰδιαίτερη μέριμνά του ὑπῆρξε ἡ ἱστόρηση τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας Πορταϊτισσας, γιὰ τὴν ὁποία πῆγε νὰ τὴν παραγγείλει καὶ νὰ τὴ φέρῃ ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὅρος. 

Ἀνέβηκε στὴ γνώριμή του Μονὴ τῶν Ἰβήρων καὶ παρακάλεσε κάποιον μοναχὸ ἁγιογράφο νὰ τοῦ ζωγραφίσῃ ἀντίγραφο τῆς Παναγίας Πορταΐτισσας, προστάτιδας τῆς ἁγιορείτικης αὐτῆς Μονῆς. Ὁ μοναχὸς δὲν ἦταν πρόθυμος νὰ ἱκανοποιήσει τὸ αἴτημά του, προσποιούμενος τὸν πολυάσχολο. Τότε ὁ ὅσιος πῆρε μιὰ σανίδα, τὴν ἀκούμπησε ἐπάνω στὴ θαυματουργικὴ εἰκόνα καί, ὦ τοῦ θαύματος, ἀποτυπώθηκε ἡ μορφή της στὴ σανίδα! Πῆρε μὲ εὐλάβεια τὴν εἰκόνα καὶ τὴν πῆγε στὴν Ἀστυπάλαια καὶ τὴν ἔκανε ἐφέστια εἰκόνα τῆς Μονῆς. Ἡ Ἱερὴ εἰκόνα σώζεται ὡς τὰ σήμερα, θεωρεῖται θαυματουργὴ καὶ εἶναι ἡ προστάτιδα τῆς Ἀστυπάλαιας. Ἐκεῖ ἔμεινε πολλὰ χρόνια, κηρύττοντας καὶ κάνοντας πολλὰ θαύματα. Κάποτε ἔσωσε τὸ νησὶ ἀπὸ πληθώρα φαρμακερῶν φιδιῶν, τὰ ὁποῖα ἀποδεκάτιζαν ἀνθρώπους καὶ ζῶα! 

Ὅμως οἱ ἐξοντωτικὲς περιοδεῖες του καὶ ἡ αὐστηρότητα τῆς ἄσκησής του κλόνισαν τὴν εὔθραυστη ὑγεία του καὶ ἄρχισαν τὰ προβλήματα μὲ τὴν ὅρασή του, τὴν ὁποία ἐν τέλει ἔχασε τελείως. Αὐτὸ ὅμως δὲν τὸν ἐμπόδιζε νὰ συνεχίζῃ τὴν ἱεραποστολὴ μὲ τὸν ἴδιο ζῆλο, ἂν καὶ ἀόμματος! 

Στὰ 1766-67 ἔγινε ἕνας φοβερὸς σεισμὸς στὴν Κεφαλονιά. Αὐτὸ τὸν ὁδήγησε νὰ πάρ[h τὴν ἀπόφαση στὰ 1769 νὰ γυρίσῃ στὸ Ληξούρι καὶ νὰ ἐγκατασταθῇ στὴ Μονὴ τῶν Λεπέδων, τὴν ὁποία ἀνακαίνισε ἀπὸ τὶς ζημιὲς τῶν σεισμῶν τοῦ 1766, μὲ τὶς εὐλογίες τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σωφρονίου Κουτούβαλη. Ὅταν ἀποπερατώθηκαν οἱ ἐργασίες καὶ τὴν ἐπάνδρωσε, ἀποφάσισε νὰ ἐπισκεφτῇ καὶ ἄλλα μέρη, γιὰ νὰ κηρύξῃ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, μὲ ὁρμητήριο τὴ Μονὴ τῶν Λεπέδων. 

Περιόδευσε κηρύττοντας καὶ θαυματουργῶντας σὲ πολλὰ μέρη. Τὰ ἔτη 1770, 1773 καὶ 1775 ἱδρύει ἀντίστοιχα τὶς Ι. Μονὲς τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου στὰ Σφακιὰ τῆς Κρήτης, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου στὸ Λιβάδι τῶν Κυθήρων καὶ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς στὴ Σίκινο τῶν Κυκλάδων

Σὲ ἡλικία 55 ἐτῶν, τσακισμένος ἀπὸ τὴ σκληρὴ ἀσκητικότητα, ποὺ ὑπέβαλλε τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴ σκληρὴ δουλειά, ἀσθένησε ἀπὸ ἴκτερο καὶ κοιμήθηκε εἰρηνικὰ στὶς 4 Σεπτεμβρίου 1781 στὴ Μονὴ τῶν Λεπέδων. Ἐκεῖ σώζεται ὡς σήμερα τὸ σπήλαιο, ὅπου προσευχόταν. Θεωρεῖται ὁ προστάτης ἅγιος τῆς Ἀστυπάλαιας. 

Στὶς 30 Σεπτεμβρίου 1974, κατόπιν ἐνεργειῶν τῶν Μητροπολιτῶν Λέρου καὶ Κεφαλληνίας, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τὸν κατέταξε στὴ χορεία τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ μνήμη του τιμᾶται τὴν ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του, στὶς 4 Σεπτεμβρίου


__________________________________
Πολυτονισμὸς ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου