Ο
στάρετς Παρθένιος της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου συλλογιζόταν συχνά
το μεγάλο μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Κυρίου. Μια φορά, λίγο μετά τα
Χριστούγεννα και έπειτα από ολονύκτια προσευχή, είχε προσηλωμένο το
πνεύμα του με ευσεβή πόθο στον σαρκωμένο Θεό. Συλλογιζόταν πόσο
χαριτωμένος, πόσο ωραίος θα ήταν ο μικρός Ιησούς, περισσότερο απ’ όλους
τους ανθρώπους.
Μ’ αυτές τις άγιες σκέψεις βυθίστηκε σ’ έναν απαλό ύπνο. Και να! Δύο άγγελοι, που πετούσαν από την ανατολή, κρατούσαν το θείο Βρέφος στα χέρια τους. Κατέβηκαν και Το άφησαν μπροστά στον κατάπληκτο στάρετς.
– Ανθρώπινη γλώσσα, έλεγε ο ίδιος, δεν μπορεί να εκφράσει την ομορφιά του θείου Βρέφους. Με κοίταζε μ’ ένα βλέμμα γεμάτο αγάπη, από την οποία φλογίστηκε η καρδιά μου. Δεν κατάλαβα πόσο κράτησε αυτή η οπτασία. Οι άγγελοι πήραν τον μικρό Ιησού, μολονότι τους παρακάλεσα να Τον αφήσουν λίγο ακόμα, κι έφυγαν. Πέταξαν προς τη μητέρα Του… Όταν ξύπνησα, ήμουν έξαλλος από χαρά. Όλη την ημέρα τίποτ’ άλλο δεν μπορούσα να σκεφθώ ή να κάνω. Η σκέψη μου ήταν κολλημένη στη μορφή του θείου Βρέφους…
