Μέσα ἀπὸ τὴ σύγχρονη πνευματικὴ Βαβὲλ καὶ τὸ πυκνὸ σκοτάδι τῆς ψυχαναγκαστικῆς ἰδεοληψίας κατὰ τῆς χριστιανικῆς πίστης, προβάλλουν οἱ ὁλόφωτες μορφὲς τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας γιὰ νὰ μᾶς θυμίσουν ὅτι ἡ πίστη στὸ Χριστὸ εἶναι φῶς, διότι ὁ «ἀρχηγὸς καὶ τελειωτὴς» τῆς πίστεώς μας Ἰησοῦς (Ἑβρ. 12, 2), εἶναι ὁ Ἴδιος «τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν» (Ἰωάν. 1, 9), καὶ τὸ «φῶς τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. 8, 12). Οἱ ἅγιοι καὶ τὸ ἔργο τους εἶναι οἱ ἰσχυροὶ ἱστορικοὶ κόλαφοι κατὰ τῶν διαφόρων χριστιανομάχων, οἱ ὁποῖοι, λασπολογῶντας, θέλουν νὰ παρουσιάσουν τὴν Ἐκκλησία μας ὡς σκοτάδι.
Μιὰ ἀπὸ τὶς μυριάδες ὁλόφωτες μορφὲς τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι καὶ ὁ Μιχαὴλ Χωνιάτης ἢ Ἀκομινάτος, ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν. Γεννήθηκε τὸ 1138 στὴ πόλη Χῶνες τῆς Μ. Ἀσίας. Ὡς ἔφηβος πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ σπουδάσῃ στὰ ἐκεῖ ὀνομαστὰ πανεπιστήμια. Ἄλλωστε ἡ Βασιλεύουσα ὑπῆρξε γιὰ περισσότερα ἀπὸ ὀκτακόσια χρόνια τὸ πνευματικὸ καὶ μορφωτικὸ κέντρο τοῦ κόσμου. Μὲ τὴν κατάρρευση τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ παιδευτικοῦ ἰδεώδους, ἡ παιδεία καὶ ὁ πνευματικὸς πολιτισμὸς τοῦ ἀρχαίου κόσμου μεταφέρθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐμβαπτισμένος στὰ νάματα τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας, καλλιέργησε καὶ ἔδωσε στὴν ἀνθρωπότητα τὸν νέο καὶ ἀξεπέραστο ὡς τὰ σήμερα ἑλληνοχριστιανικὸ πολιτισμό.
