Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α'. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α'. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2023

Ἀσκητές μέσα στόν κόσμο Α΄: Σωτήριος Βακουφτσῆς

 
Στὸ χωριὸ Αὔρα Καλαμπάκας γεννήθηκε καὶ ἔζησε ὁ Σωτήρης Βακουφτσής. Ἀπὸ μικρὸς ἔδειχνε ἰδιαίτερη ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία. Ἔκανε προσευχὲς καὶ νηστεῖες καὶ ἄλλους πνευματικοὺς ἀγῶνες χωρὶς νὰ ἔχη κάποιον ὁδηγό ἀλλὰ παρακινούμενος ἀπὸ τὴν καρδιακή του θέρμη πρὸς τὸν Χριστό. Ἀργότερα βοηθήθηκε πολὺ ἀπὸ κάποιον μακρινὸ συγγενῆ του, τὸν Χρῆστο Γκουντόπουλο, μεγαλύτερό του στὴν ἡλικία. 

Ὁ Χρῆστος ἐργάστηκε ὡς βοσκὸς στὴν Αὔρα γιὰ πολλὰ χρόνια. Ἀπὸ μικρὸς εἶχε ἀνατραφῆ κοντὰ στὸ Μοναστήρι Βυτουμᾶ ὅπου ὁ πατέρας του εἶχε γίνη καλόγερος. Ὅ Χρῆστος ἦταν πολὺ ἁπλὸς καὶ μεγάλος νηστευτής. Τὶς Σαρακοστὲς ἔτρωγε μόνο χόρτα μαγειρεμένα μὲ καλαμπόκι ἀλεσμένο. Εἶχε ἰδιαίτερο τόπο γιὰ προσευχὴ μέσα στὸ δάσος. Ἡ προσευχή του διαρκοῦσε πολλὲς ὧρες. Στεκόταν ὄρθιος κρατῶντας στὰ χέρια του μία φυλλάδα, ἂν καὶ ἦταν ἀγράμματος. Εἶχε δυνατὴ προσευχή, γι᾿ αὐτὸ τὸν παρακαλοῦσαν καὶ ἄλλοι νὰ προσεύχεται γιὰ διάφορα προσωπικά τους θέματα. Μία φορὰ πῆρε πληροφορία στὴν προσευχή του ὅτι τραυματίστηκε ἕνας ἐξάδελφός του. Εἶπε στοὺς συγγενεῖς του ὅτι ὁ Γιῶργος «σήμερα τραυματίστηκε ἀλλὰ δὲν θὰ πεθάνει τώρα. Πάντως ἀπὸ σφαῖρα θὰ πεθάνει». Τὰ ὁποῖα καὶ ἔγιναν. Στὸ τέλος ὁ Χρῆστος προγνώρισε τὸν θάνατό του. Ἔφυγε καὶ πῆγε στὸ σπίτι ἑνὸς ἐξαδέλφου του, ὅπου καὶ ἐκοιμήθη. 

Τετάρτη 1 Μαρτίου 2023

Ἀσκητές μέσα στόν κόσμο Α΄: Κωνσταντῖνος Σωτηρίου (Μέρος 2ον)

 
Τὸ Πρῶτο μέρος ΕΔΩ
 
Στό δω­μά­τιό του ἦ­ταν τό εἰ­κο­νο­στά­σι, ἡ εἰ­κό­να τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου καί ἕ­να κρε­μα­στό καν­τή­λι. Εἶ­χε ἕνα σι­δε­ρέ­νιο κρεβ­βά­τι μέ λε­πτό στρῶ­μα καί μα­ξι­λά­ρι πο­λύ συμ­πα­γές, σκλη­ρό σάν ξύ­λο. Τόν χει­μῶ­να σκε­πα­ζό­ταν μέ μαύ­ρη φλο­κά­τη (τζέρ­γα). Στά­θη­κε ἀδύ­να­τον νά τοῦ τά ἀλ­λά­ξουν. «Για­τί εἶ­ναι τό­σο σκλη­ρό τό μα­ξι­λά­ρι;», ρω­τοῦ­σαν τά παι­διά. «Ἔ!, ἔτσι πρέ­πει», ἀ­παντοῦ­σε. Ἕ­να με­γά­λο ρο­λό­ϊ στό τζά­κι τοῦ ἔ­δει­χνε τήν «πα­λαι­ά» βυ­ζαντι­νή ὥ­ρα. Μέ βά­ση αὐ­τήν ἔ­κα­νε τήν προ­σευ­χή του, ὅ­πως εἶ­χε συ­νη­θί­σει ἀ­πό τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Δέν τήν ἄλ­λα­ζε. «Τό δι­κό σας ρο­λό­ϊ πά­ει μέ τό φράγ­κι­κο», ἔ­λε­γε.

Ὅ­ταν τόν ρω­τοῦ­σαν γι­ά με­τά­νοι­ες ἔ­λε­γε: «Τί, νά μήν κά­νου­με σα­ράντα με­τά­νοι­ες τοὐ­λά­χι­στον;». Ἦ­ταν ὁ ἀ­ριθ­μός πού θε­ω­ροῦ­σε σάν ἐ­λα­χι­στό­τα­το καί ἀ­πα­ραί­τη­το γι­ά ὅ­λους. Ὁ ἴ­διος ἔ­κα­νε ὅ­λες τίς με­τά­νοι­ές του στρω­τές· ση­κω­νό­ταν ἐ­πά­νω καί στε­κό­ταν λί­γο προ­σευ­χό­με­νος μέ­χρι τήν ἑ­πό­με­νη. Δη­λα­δή τίς ἔ­κα­νε μέ ἀρ­γό ρυθ­μό· ἦ­ταν μί­α ἱ­ε­ρο­τε­λε­στία. Τό ὅ­τι ὅ­μως ἔ­σκυ­βε νά κά­νη με­τά­νοι­α ἐρ­χό­ταν δεύ­τε­ρο. Τό κυ­ρί­αρ­χο ἦ­ταν ἡ θέρ­μη στήν προ­σευ­χή του, ἡ ἠ­ρε­μί­α του. Ἦ­ταν πλή­ρως ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος σ᾿ αὐ­τό πού ἔ­κα­νε. Δέν ἦ­ταν τυ­πι­κή καί στε­γνή ἡ προ­σευ­χή του, εἶ­χε γλύ­κα καί πο­λύ φό­βο Θε­οῦ.

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2023

Ἀσκητές μέσα στόν κόσμο Α΄: Κωνσταντῖνος Σωτηρίου (Μέρος 1ον)


Ήταν μο­να­χο­γυι­ός τοῦ Βο­ρει­ο­η­πει­ρώ­τη ἀ­πό τήν Κο­ρυ­τσά Δη­μη­τρί­ου καί τῆς Ἑλένης, κά­τοι­κος Ἱ­ε­ρισ­σοῦ. Γεν­νή­θη­κε τό 1880. Ὁ πα­τέ­ρας του ἐρ­γα­ζό­ταν στό Ἅγιον Ὄ­ρος. Σέ ἡ­λι­κί­α ἑ­πτά ἐ­τῶν ἔ­μει­νε ὀρ­φα­νός ἀ­πό μη­τέ­ρα. Τόν ἐ­φρό­ντι­ζε μία θεία του. Εἶ­χε καί ἕ­ναν ἀ­δελ­φό ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­κοι­μή­θη σέ ἡ­λι­κί­α πέντε ἐ­τῶν.

Μί­α ἡ­μέ­ρα ἀρ­ρώ­στη­σε μέ ὑ­ψη­λό πυ­ρε­τό. Ἦ­ταν μι­κρό παι­δί, μό­νο του στό σπί­τι· πῆ­γε νά πι­ῆ νε­ρό καί ἡ στά­μνα ἦ­ταν ἄ­δεια. Ξά­πλω­σε, ἔ­κλαι­γε μέ λυγ­μούς καί ἔ­λε­γε: «Για­τί νά μήν ἔ­χω καί ἐ­γώ τήν μαν­νού­λα μου;». Ξαφ­νι­κά ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα τοῦ δωματίου, βλέ­πει ἕ­ναν ἱ­ε­ρέ­α μέ πε­τρα­χή­λι νά τοῦ χα­μο­γε­λᾶ καί νά τόν χα­ϊ­δεύ­η στό μέ­τω­πο.

Τοῦ λέ­ει ὁ μι­κρός:

‒Ποι­ός εἶ­σαι ἐ­σύ, δέν εἶ­σαι δι­κός μας ἱ­ε­ρέ­ας· τούς ξέ­ρω ὅ­λους.

‒Σω­στά λές, Κων­σταντῆ. Ἐ­γώ εἶ­μαι αὐ­τός, καί τοῦ ἔ­δει­ξε τήν εἰ­κό­να τοῦ ἁ­γί­ου Νικολά­ου πού εἶ­χαν στό σπί­τι. Ἡ μη­τέ­ρα του εὐ­λα­βεῖ­το πο­λύ τόν Ἅ­γιο. Ὁ μι­κρός λέει:

‒Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος, μοῦ ἔ­λε­γε ἡ μη­τέ­ρα μου.

‒Ναί, ἐ­γώ εἶ­μαι ὁ ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος καί ἦρ­θα γι­ά νά σέ βο­η­θή­σ­ω, μή κλαῖς.

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2022

Ἀσκητές μέσα στόν κόσμο Α΄: Παπά Γιάννης ὁ ἐξορκιστής


Ὅταν τό 1917 στήν Ρωσία ἔγινε ἡ ἐπανάσταση τῶν Μπολσεβίκων, συνέλαβαν στήν Ὀδησσό 17 ἱερεῖς γιά νά τούς ἐκτελέσουν. Ἕνας ἀπ᾿ αὐτούς κρύφθηκε στά δάση καί σώθηκε· μετά βρῆκε τά δύο του παιδιά, ἕνα ἀγόρι καί ἕνα κορίτσι, τά ὁποῖα εἶχαν κρύψει οἱ γείτονές του καί γλύτωσαν ἀπό τούς κομμουνιστές. Τήν πρεσβυτέρα του ὅμως τήν συνέλαβαν καί τήν ἐκτέλεσαν.
 
Ὁ ἱερέας αὐτός ὀνομαζόταν παπα-Γιάννης καί ἦταν Ἕλληνας. Πῆρε λοιπόν τά δύο του παιδιά καί περιπλανώμενος ἀπό τόπου εἰς τόπον, πεζοπορῶντας τό περισσότερο διάστημα ἦρθε μέσῳ Ρουμανίας καί Βουλγαρίας στήν Ἑλλάδα, τήν πατρίδα του. Ἔκανε ἐφημέριος στήν Μακεδονία καί στήν Θράκη. Ἔπειτα ἦρθε στό χωριό Σκουτερά Ἀγρινίου, διότι ἦταν κενή ἡ θέση τοῦ ἐφημερίου.

Ὀ παπα-Γιάννης ἦταν ρακένδυτος. Φοροῦσε ἕνα τριμμένο ράσο μέ ἕνα ξυλάκι ἀπό ρείκι γιά κουμπί καί στό λαιμό του εἶχε κρεμασμένο μέ μαῦρο κορδόνι ἕνα ξύλινο Σταυρό. Ἔμοιαζε μέ τόν ἅγιο Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό. Ἀπό τή νηστεία καί τίς ταλαιπωρίες εἶχε ὄψη ἐξαϋλωμένη, ἦταν «πετσί καί κόκαλο».
 
Τό χωριό Σκουτερά τόν καλοδέχτηκε καί τόν βοήθησε στίς ἀνάγκες του. Ἔμενε σ᾿ ἕνα δωμάτιο μαζί μέ τά δύο του παιδιά, τό κορίτσι δέκα ἐτῶν καί τό παιδί ὀκτώ ἐτῶν. Ἄρχισε λοιπόν ὁ παπᾶ-Γιάννης νά λειτουργεῖ τακτικά, νά κηρύττει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, νά ἐξομολογεῖ καί νά κοινωνεῖ τούς ἀνθρώπους. Ἔτρεχε νά βοηθᾶ πνευματικά ὅπου τόν καλοῦσαν, νά διαβάζει εὐχές σέ ἀρρώστους καί σέ ἄρρωστα κτήνη πού ἀμέσως θεραπεύονταν.

Πέμπτη 12 Μαΐου 2022

Ἀσκητές μέσα στόν κόσμο Α΄: Πατήρ Ἠλίας Διαμαντίδης ὁ μυροβλήτης - Μέρος 2ο καί τελευταίο

 


Τὸ πρῶτο μέρος ΕΔΩ
 
Ἦταν ἀσκητικός καί λιτοδίαιτος. Συνήθως τό φαγητό του ἦταν λίγο ρυζάκι νερουλό ἤ λίγα καρύδια ἤ λίγο λάχανο βραστό. Στά τέλη του ἔπινε τσάϊ μέ παξιμάδι. Κρατοῦσε τά τριήμερα καί τό βράδυ ἔτρωγε μόνο τρία φουντούκια. Νήστευε μέ ζῆλο τίς Σαρακοστές. Συχνά πάθαινε γαστρορραγίες καί ἦταν πολύ ἀδύνατος. Συνήθισε καί τά παιδιά του ἀπό μικρά στή νηστεία.

Τήν ἡμέρα ἐργαζόταν στό κτῆμα του. Καλλιεργοῦσε λαχανικά καί πολλῶν εἰδῶν καρποφόρα δένδρα, ἀκόμη καί τσάγια.

Ὁ πατήρ εἶχε ὡς εὐλογία τό δεξί χέρι τοῦ παπα-Γιάννη Τριανταφυλλίδη πού ἅγιασε. Ἐπίσης μιά ἡγουμένη ἀπό τό Σοχούμ του χάρισε τήν καρδιά καί τό δακτυλάκι μιᾶς παιδούλας, ὀνόματι Μαρίας, πού διατηρήθηκαν ἄφθαρτα μετά τήν ἐκταφῆ της. Τό κοριτσάκι αὐτό καταγόταν ἀπό τήν Σάντα τοῦ Πόντου. Οἱ γονεῖς της ἦταν πάμπλουτοι ἀλλά ὑπερβολικά φιλάργυροι καί ἄσπλαχνοι. Ὅταν ἐκοιμήθη ἡ μητέρα της, ἡ μητρυιά ἐβασάνιζε τή Μαρία καί τήν ἄφηνε νηστική. Αὐτή μοίραζε κρυφά τίς νύχτες σέ φτωχούς καί ἐγκυμονοῦσες γυναῖκες πολλά ὑλικά ἀγαθά. Ἔδινε ἀκόμη καί τό λιγοστό ψωμάκι της σέ πεινασμένους καί αὐτή ἔμενε νηστική. Ἐκοιμήθη σέ ἡλικία δώδεκα χρόνων καί στήν ἐκταφῆ τῆς βρέθηκαν ἄφθαρτα τό δεξί της χέρι καί ἡ καρδιά της μέσα σέ μύρο. Ἔβλεπαν πρίν στόν τάφο της κάθε νύχτα ἕνα φῶς πού ἀνεβοκατέβαινε τρεῖς φορές, καί αὐτό τούς παρακίνησε νά κάνουν ἀνακομιδή, όπότε καί βρέθηκε ὁ τάφος της νά εὐωδιάζη γεμᾶτος μύρο.

Τετάρτη 11 Μαΐου 2022

Ἀσκητές μέσα στόν κόσμο Α΄: Πατήρ Ἠλίας Διαμαντίδης ὁ μυροβλήτης - Μέρος 1ο

 

Τά στοιχεῖα πού συνθέτουν τόν σύντομο βίο τοῦ π. Ἠλία προέρχονται ἀπό διηγήσεις τῆς κόρης του Καλλιόπης (Κάλλης) καί τῶν ἐγγονῶν του Μαρίας καί Ὄλγας (κόρες τῆς Καλλιόπης). Εὐχαριστίες ὀφείλονται στούς κ. Κλημεντίδη Παναγιώτη καί κ. Πιλιτσίδη Μιχαήλ, δισέγγονο τοῦ π. Ἠλία, πού κατέγραψαν ἀντιστοίχως τίς διηγήσεις. Ὁ Γέροντας Παίσιος εἶχε διαβάσει τόν βίο, ἔκανε τίς παρατηρήσεις του καί τόνισε ὅτι ὁ π. Ἠλίας ἀπό μικρός πῆρε τήν θεία Χάρι γιατί ὑπέμεινε μέ ἀνεξικακία τά βασανιστήρια τῆς μητρυιᾶς του.
 ____________________________
 
Ὁ πατήρ Ἠλίας Διαμαντίδης γεννήθηκε τό 1880 στό χωριό Χουρμικιάντο τῶν Σουρμένων τοῦ Πόντου, τό ὁποῖο ἀπέχει ὀκτώ ὧρες μέ τό καΐκι ἀπό τήν Τραπεζοῦντα.

Οἱ γονεῖς του, Παναγιώτης καί Ἀθηνᾶ, ἦταν φτωχοί ἀλλά μέ φόβο Θεοῦ. Ἀπέκτησαν τρία παιδιά, τόν Κωνσταντῖνο, τόν Γεώργιο καί τόν Ἠλία. Τό 1888 ἀφοῦ στερέωσε τά παιδιά της στήν εὐλάβεια ἐκοιμήθη ἡ Ἀθηνᾶ. Ὁ Παναγιώτης ξαναπαντρεύτηκε καί πῆρε μιά γυναῖκα βάρβαρη καί κακιά, τήν Καντίνα. Ἡ μητρυιά κακομεταχειριζόταν καί βασάνιζε τόν μικρό Ἠλία. Μέ δάκρυα διηγεῖτο ἀργότερα πολύ ἐμπιστευτικά σέ μιά ὀρφανή τά βάσανα τῆς παιδικῆς του ἡλικίας, μέ σκοπό νά τήν στηρίξη.

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2022

Ἀσκητές μέσα στόν κόσμο Α΄: Άγιος Ιωάννης ο νέος ελεήμων


Ο τι­μώ­με­νος ὡς Ἅ­γιος το­πι­κός ἀ­πό τούς Πο­ντί­ους, π. Ἰ­ω­άν­νης Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δης[1] γεν­νή­θη­κε στίς 10 Φε­βρου­α­ρί­ου 1836 στό χω­ριό Λω­ρί­α (Μού­ζε­να) τοῦ νο­μοῦ Τρα­πε­ζοῦ­ντος, ἀ­πό εὐ­λα­βεῖς γο­νεῖς τόν Τρι­αν­τά­φυλ­λο καί τήν Κυ­ρια­κή. Ἐ­πει­δή δέν ὑ­πῆρ­χε σχο­λεῖ­ο στήν πα­τρί­δα του ἔ­μα­θε ἀπό ἕναν ἐγγράμματο τά κοι­νά γράμ­μα­τα σέ ἕξι μῆ­νες, ὄντας πο­λύ εὐ­φυ­ής.

Σέ ἡ­λι­κί­α δε­κα­τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν ἔ­μει­νε ὀρ­φα­νός ἀ­πό πα­τέ­ρα γι᾿ αὐ­τό ἀ­ναγ­κά­στη­κε πρός ἐ­ξεύ­ρε­ση ἐρ­γα­σί­ας νά ξε­νι­τευ­θῆ στά πα­ρά­λια τοῦ Πόν­του, ὅ­που ἐρ­γα­ζό­ταν τόν χει­μῶ­να σέ ἀρ­το­ποι­εῖ­ο καί τό κα­λο­καί­ρι σέ γε­ωρ­γι­κές ἐρ­γα­σί­ες. Ἐ­νυμ­φεύ­θη δέ­κα ἑ­πτά ἐ­τῶν κά­ποι­α σε­μνή καί εὐ­λα­βῆ νέ­α, ὀ­νό­μα­τι Ἑ­λέ­νη, μέ τήν ὁ­ποί­α ἀ­πέ­κτη­σε ἕ­ναν υἱ­ό καί θυ­γα­τέ­ρες.

Κά­ποι­ο κα­λο­καί­ρι μέ τήν σύ­ζυ­γό του πή­γαι­ναν στό χω­ριό του μέ τά πό­δια. Στόν δρό­μο τούς συ­νάν­τη­σαν τρεῖς Ἄγ­γε­λοι μέ μορφή ἀν­θρώ­πων. Προ­πο­ρευ­ό­ταν ὁ Ἰ­ω­άν­νης. Τόν κοί­τα­ξαν προ­σε­κτι­κά οἱ Ἄγ­γε­λοι ἀλ­λά δέν τοῦ μί­λη­σαν. Με­τά συ­νάν­τη­σαν τήν σύ­ζυ­γό του καί ὁ ἕ­νας τῆς λέ­γει: «Οἱ χω­ρια­νοί σας πε­ρι­μέ­νουν νά γίνη ἱ­ε­ρέ­ας ὁ Ἰ­ω­άν­νης. Αὐ­τό εἶ­ναι τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ». Ὁ δεύ­τε­ρος τῆς εἶ­πε: «Με­τά ἀ­πό τριά­ντα χρό­νια θά ἀ­ξι­ω­θῆ­τε νά προ­σκυ­νή­σε­τε τούς Ἁ­γί­ους Τό­πους», καί ὁ τρί­τος: «Με­τά τήν κοί­μη­σή του θά συ­να­ριθ­μη­θῆ μέ τούς Ἁ­γί­ους».

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2021

Ἀσκητές μέσα στόν κόσμο Α΄: Πρεσβυτέρα Κυριακή Γ. Τσιτουρίδου

 

Γεννήθηκε τό 1870 καί παντρεύτηκε τό 1890 τόν Γε­ώργιο Τσιτουρίδη ὁ ὁποῖος χειροτονήθη­κε ἱε­ρέ­ας καί ἐφημέρευε στό χωριό τους Τσόπλη ἤ Δερ­μιτζίκιοϊ τῆς Ὀρτού (Κοτυώρων) τοῦ Πόντου. Ἀπέ­κτησαν ἕξι κόρες καί ἕνα γυιό πού ἐκοιμήθη μικρός.
 
Ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα Κυ­ρια­κή ἦ­ταν ἁ­πλῆ, εὐ­λα­βέ­στα­τη καί πο­λύ ἐ­λε­ή­μων. Πο­νοῦ­σε καί ἔ­κλαι­γε ὅ­ταν ἔ­βλε­πε τήν δυ­στυ­χί­α τῶν ἀν­θρώ­πων. Εἶ­χε πάν­τα ἀ­νοι­χτή τήν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ της ὅ­που εὕ­ρι­σκαν φα­γη­τό καί ζε­στα­σιά οἱ φτω­χοί καί πει­να­σμέ­νοι, καί τό­πο γιά νά μεί­νουν οἱ ξέ­νοι.

Τό ἔ­τος 1903 ὁ πα­πα–Γι­ώρ­γης μέ τήν οἰ­κο­γέ­νειά του με­τα­νά­στευ­σε καί ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στό χω­ριό Ἄ­τα­ρα ἤ Ἀ­ζάν­τα τῆς πε­ρι­ο­χῆς Σο­χούμ τῆς Γε­ωρ­γί­ας. Ἦ­ταν ὁ μο­να­δι­κός ἱ­ε­ρέ­ας τῆς πε­ρι­ο­χῆς ὅπου ζοῦ­σαν πολ­λοί Ἕλ­λη­νες πρό­σφυ­γες. Λει­τουρ­γοῦ­σε, βά­πτι­ζε, στε­φά­νω­νε καί δι­ά­βα­ζε τούς ἀρ­ρώ­στους. Στό σπί­τι του κα­τέ­φευ­γαν κά­θε μέ­ρα δε­κά­δες πρό­σφυ­γες πού δέν εἶ­χαν “ποῦ τήν κε­φα­λήν κλῖ­ναι”. 

Ἡ πο­νό­ψυ­χη πρε­σβυ­τέ­ρα ἀ­κού­ρα­στη ζύ­μω­νε, μα­γεί­ρευ­ε καί ἔ­τρε­φε ὅ­λους τούς φτω­χούς πού κα­τέ­φευ­γαν στό σπί­τι τους. Τούς ἀ­γα­ποῦ­σε καί τούς πα­ρη­γο­ροῦ­σε σάν παι­διά της. Ἐ­πει­δή δέν χω­ροῦ­σαν νά φι­λο­ξε­νη­θοῦν ὅ­λοι στό μι­κρό τους σπι­τά­κι, ζή­τη­σε ἀ­πό τόν πα­πα–Γι­ώρ­γη νά φτιά­ξη ἕ­να με­γά­λο ξε­νῶ­να καί ἔ­τσι μπο­ροῦ­σε νά φι­λο­ξε­νῆ μέ­χρι ἑ­κα­τό ἄ­το­μα.

Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2021

Ἀσκητές μέσα στόν κόσμο Α΄: «Ελέναμπα» η προορατική

 

Στό χω­ριό Κε­φα­λο­χώ­ρι πού βρί­σκε­ται στήν πε­ρι­ο­χή τῆς Νί­και­ας τῆς Μι­κρᾶς Ἀ­σί­ας, πρίν ἀ­πό τήν Ἀνταλ­λα­γή, ζοῦ­σε μί­α εὐ­λα­βής καί χα­ρι­τω­μέ­νη νέ­α, ἡ Ἑ­λέ­νη. Τήν ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν Ἑ­λέ­ναμ­πα, δη­λα­δή Ἑ­λέ­νη πού εἶ­χε γε­ροντι­κή σύ­νε­ση, δι­ά­κρι­ση καί μι­λοῦ­σε σάν Ἀβ­βᾶς (Γέ­ρο­ντας).

Ἦ­ταν ὀρ­φα­νή ἀ­πό γο­νεῖς καί ἐρ­γα­ζό­ταν ὡς ὑ­πη­ρέ­τρια σ᾽ ἕ­ναν πο­νό­ψυ­χο Τοῦρ­κο. Τή νύ­χτα ἡ «Ἑλέ­ναμ­πα» προ­σευ­χό­ταν πολ­λές ὧ­ρες. Ὁ Τοῦρ­κος­ τήν ἄ­κου­γε πού ἔ­λε­γε στήν προ­σευ­χή της: «Νά πά­ρω καί αὐ­του­νοῦ τίς ἁ­μαρ­τί­ες». Προ­σευ­χό­ταν δη­λα­δή γιά ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους. Ὁ Τοῦρ­κος ἔ­βλε­πε νά ἔρ­χωνται πολ­λοί ἄν­θρω­ποι νά τήν συμ­βου­λευ­θοῦν καί κα­τά­λα­βε ὅ­τι ἔ­χει ἰ­δι­αί­τε­ρη χά­ρη. Τήν εἶ­χε σέ με­γά­λη ἐ­κτί­μη­ση καί αἰ­σθα­νό­ταν ὅ­τι τόν βο­η­θᾶ ὁ Θε­ός γιά χά­ρη τῆς «Ἑ­λέ­ναμ­πα». Ση­μεί­ω­νε ὁ ἴδιος τά γε­γο­νό­τα καί τίς προ­φη­τεῖ­ες της, για­τί ἦταν πε­πει­σμέ­νος ὅτι ἡ «Ἑ­λέ­ναμ­πα» εἶ­χε χά­ρι­σμα προ­ο­ρα­τι­κό.

Τό­τε πολ­λούς Ἕλ­λη­νες τούς ἐ­πι­στρά­τευ­αν στόν τούρ­κι­κο στρα­τό στά Τάγ­μα­τα Ἐρ­γα­σί­ας (Ἀ­με­λέ Ταμ­που­ροῦ) γι­ά πέντε μέ δέ­κα χρό­νια μέ σκο­πό τήν ἐ­ξόντω­σή τους. Δέν ἔ­δι­ναν ση­μεῖ­α ζω­ῆς καί οἱ οἰ­κο­γέ­νει­ές τους ἀ­νη­συ­χοῦ­σαν. Οἱ γυ­ναῖ­κες πή­γαι­ναν καί ρω­τοῦ­σαν τήν «Ἑ­λέ­ναμ­πα» ἂν ζοῦν ἤ ἄν ἔ­χουν σκο­τω­θῆ. Ἐ­κεί­νη γι­ά νά μήν ἀμ­φι­σβη­τή­σουν ὅ,τι θά τούς ἔ­λε­γε, πρῶ­τα πε­ρι­έ­γρα­φε τόν ἄν­δρα. Ἔ­λε­γε π.χ.: «Ὁ ἄν­δρας σου εἶ­ναι ψη­λός, ξαν­θός μέ μου­στά­κι». Πρό­σθε­τε καί ἄλ­λα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά καί ὕ­στε­ρα ἔ­λε­γε ἄν πέ­θα­νε ἤ ἄν ζῆ ἤ πό­τε θά γυ­ρί­σει.

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2021

Ἀσκητές μέσα στόν κόσμο Α΄: Πατήρ Βασίλειος ὁ θαυματουργός - Μέρος 3ο καί τελευταίο

 

...Ἔ­φε­ραν κάποτε ἀ­πό τήν Και­σά­ρεια ἕ­να δαι­μο­νι­σμέ­νον. Ἐνῶ φαι­νό­ταν ἤ­ρε­μος, ξε­σποῦ­σε σέ κραυ­γές καί ἔ­βγα­ζε ἀ­φρούς ἀ­πό τό στό­μα του. Τόν ἔ­φε­ραν δε­μέ­νο καί ὁ πατήρ τούς εἶ­πε νά τόν φέ­ρουν μέ­σα στό δω­μά­τιό του. Τούς ἔ­βγα­λε ὅ­λους ἔ­ξω, ἔ­κλει­σε τήν πόρ­τα καί ἄρ­χι­σε νά τοῦ δι­α­βά­ζη τούς ἐ­ξορ­κι­σμούς. Ἕνα μι­κρό ἐγ­γο­νά­κι του ὅμως, ἡ­λι­κί­ας τεσ­σά­ρων μέ πέντε ἐ­τῶν, κρύ­φτη­κε μέ­σα στό δω­μά­τιο, πα­ρα­κο­λού­θη­σε καί δι­η­γή­θη­κε ὅ­σα εἶ­δε. Ὁ πα­πᾶς διά­βα­ζε τούς ἐ­ξορ­κι­σμούς ἐ­πι­τι­μώ­ντας τά δαι­μό­νια νά φύ­γουν. Κά­θε φο­ρά πού χτυ­ποῦ­σε τό πό­δι στό πά­τω­μα ὁ ἱ­ε­ρέ­ας, ἔ­βλε­πε τό παι­δά­κι ἀ­πό τό στό­μα τοῦ δαι­μο­νι­σμέ­νου νά βγαί­νουν τά δαι­μό­νια μέ μορ­φή ποντι­κι­ῶν. Οἱ ἐ­ξορ­κι­σμοί κρά­τη­σαν πολ­λή ὥ­ρα καί τό παι­δά­κι βλέ­ποντας τά ποντί­κια (δαί­μο­νες) νά γε­μί­ζουν τό δω­μά­τιο, φο­βι­σμέ­νο ἄρ­χι­σε νά φω­νά­ζη:

–Παπποῦ, παπ­ποῦ, γέ­μι­σε τό σπί­τι μας ποντί­κια.

–Μή φο­βᾶ­σαι, παι­δί μου, δέν εἶ­ναι ποντί­κια αὐ­τά, θά φύ­γουν.

Ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σαν οἱ ἐ­ξορ­κι­σμοί ὁ δαι­μο­νι­σμέ­νος ἠ­ρέ­μη­σε καί ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε. Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε, τοῦ ἔ­δω­σαν φα­γη­τό καί νε­ρό. Ἀ­να­γνώ­ρι­σε τούς δι­κούς του καί ἤ­ρε­μος πλέ­ον δι­η­γεῖ­το τί ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πό τούς δαί­μο­νες εὐ­χα­ρι­στώντας τόν Θε­ό πού τόν ἀ­πάλ­λα­ξε ἀπ᾿ αὐ­τό τό μαρ­τύ­ριο. Εὐ­χα­ρί­στη­σαν τόν πα­πα–Βα­σί­λη, ἀ­σπά­σθη­καν τό χέ­ρι του καί ἔ­φυ­γαν.

Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2021

Ἀσκητές μέσα στόν κόσμο Α΄: Πατήρ Βασίλειος ὁ θαυματουργός - Μέρος 2ο

...Πε­ρί­με­ναν μέ πε­ρι­έρ­γεια τήν ἄ­φι­ξη τοῦ Τούρ­κου. Ὅ­ταν ἦρ­θε, χαι­ρέ­τη­σε κά­νοντας ἕ­να τε­με­νά μέ­χρι τό χῶ­μα.

Ὁ παπα–Βα­σί­λης τόν ἀντι­χαι­ρέ­τη­σε καί τόν ρώ­τη­σε, τί ἤ­θε­λε. Ἀ­πάντη­σε: «Ἄχ, παπα–Ἐ­φέντη, ἀ­πό μα­κρυ­ά ἔρ­χο­μαι, “ντέρ­τια” (βάσανα) πολ­λά ἔ­χω. Πο­νά­ω πο­λύ. Δέν μπο­ρῶ νά κοι­μη­θῶ οὔ­τε νύ­χτα οὔ­τε μέ­ρα. Ἦρ­θα νά μοῦ δι­α­βά­σης εὐ­χή ἀ­πό τό ἅ­γιο “κι­τάπ” (βι­βλί­ο) πού ἔ­χεις, μή­πως βρῶ τήν για­τρειά μου».

Ὁ παπα–Βα­σί­λης τοῦ δι­ά­βα­σε εὐ­χή καί ἀ­μέ­σως στα­μά­τη­σαν οἱ πό­νοι του. Ἀ­πό εὐ­γνω­μο­σύ­νη ἔ­βγα­λε ἀ­πό τόν κόρ­φο του σα­ράντα λε­πτά καί τά ἔ­δι­νε στόν παπᾶ, στόν ὁ­ποῖ­ο συ­νε­χῶς ἔ­λε­γε εὐ­χές καί εὐ­χα­ρι­στί­ες.

–Τί εἶ­ναι αὐ­τά, για­βρούμ, ρώ­τη­σε ὁ πα­πᾶς, τά­χα σάν νά μήν ἤ­ξε­ρε.

–Παπα–Ἐ­φέντη εἶ­ναι ἕ­να γρό­σι, εἶ­ναι ἡ πλη­ρω­μή σου.

–Μά, παι­δί μου, μέ ἕ­να γρό­σι πιά­νει ἡ εὐ­χή; Δέν ἔ­χεις ἄλ­λα χρή­μα­τα πά­νω σου;

–Ἀ­μάν, παπα–Ἐ­φέντη, σέ πα­ρα­κα­λῶ, δέ­ξου τα. Καί αὐ­τά τά μά­ζε­ψα ἀ­πό ἄλ­λους δα­νει­κά.

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2021

Ἀσκητές μέσα στόν κόσμο Α΄: Πατήρ Βασίλειος ὁ θαυματουργός[1] - Μέρος 1ο


Στήν ἁ­γι­ο­τό­κο Καπ­πα­δο­κί­α γεν­νή­θη­κε, ἔ­ζη­σε καί ἐ­κοι­μή­θη ὁ πα­πα–Βα­σί­λης. Κα­τά τίς μαρ­τυ­ρί­ες συγ­χω­ρια­νῶν του γεν­νή­θη­κε στό Κον­τζούκ ἢ Γκöλ­τζύκ (Λί­μνα) πού βρί­σκε­ται 65 χι­λι­ό­με­τρα Ν–ΝΔ τῆς Και­σά­ρειας, γι᾽ αὐ­τό τόν ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν ὁ πα­πα–­­­­­­Βα­σί­λης ὁ Κοντζι­κλῆς γιά νά τόν ξε­χω­ρί­ζουν ἀ­πό τούς πολ­λούς ἄλ­λους πού εἶ­χαν τό ἴ­διο ὄ­νο­μα.

Ὁ Βα­σί­λει­ος Κοντζι­κλῆς ἔ­λα­βε σύ­ζυ­γο τήν Σουλ­τά­να ἀ­πό τό χω­ριό Σαρ­μου­σα­κλί (Χα­μιντι­έ). Ἀπέ­κτη­σαν τέσ­σε­ρα ἀ­γό­ρια καί πε­ρισ­σό­τε­ρα κο­ρί­τσια. Ὁ Βα­σί­λει­ος πρίν γί­νη ἱ­ε­ρέ­ας ἔ­ζη­σε γι­ά ἕ­να δι­ά­στη­μα μα­ζί μέ ἀ­σκη­τές πού ὑ­πῆρ­χαν στά μέ­ρη του, ἀ­πό τούς ὁ­ποί­ους ἔ­μα­θε νά νη­στεύ­η αὐ­στη­ρά καί νά προ­σεύ­χε­ται πο­λύ. Αὐ­τά τά τη­ροῦ­σε στήν με­τέ­πει­τα ἱ­ε­ρα­τι­κή του δι­α­κο­νί­α.

Ὁ Βα­σί­λει­ος, ἔ­χοντας ἔμ­φυ­τη κλί­ση πρός τήν ἱ­ε­ρω­σύ­νη, χει­ρο­το­νή­θη­κε ἱ­ε­ρέ­ας γύ­ρω στά 18302 στό χω­ριό Τσάτ, τό βο­ρει­ό­τε­ρο ἀ­πό τά Ἑλ­λη­νι­κά χω­ριά τῆς Καπ­πα­δο­κί­ας, πέ­ρα ἀ­πό τόν Ἅ­λυ πο­τα­μό. Σ᾿ αὐ­τό τό χω­ριό ζοῦ­σαν μα­ζί Ρω­μιοί, Τοῦρ­κοι καί Ἀρ­μέ­νιοι. Με­τά τήν ἐκδίωξη τῶν Ἀρ­με­νί­ων καί τήν ἐγ­κα­τά­στα­ση τῶν Τσερ­κέ­ζων στά σπί­τια τῶν Ἀρ­με­νί­ων, οἱ Ρω­μιοί πι­ε­ζό­με­νοι ἔ­φυ­γαν ἀ­πό τό χω­ριό καί ἐγ­κα­τα­στά­θη­καν στό τουρ­κό­φω­νο ἑλ­λη­νι­κό χω­ριό Τασ­λίκ, 31 χι­λι­ό­με­τρα νο­τί­ως τοῦ Τσάτ.