Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2022

ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ - του Αυγουστίνου Καντιώτη


Ο ΑΓΙΟΣ Θεόδωρος ο Στουδίτης, αγαπητοί μου, ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, του οποίου η μνήμη εορτάζεται την 11η Νοεμβρίου, είνε μία πελωρία μορφή. Εάν υπήρχε στην Ελλάδα τηλεόρασι με σκοπό να παράγη έργα μεγάλα και υψηλά και προέβαλλε σε συνέχειες όχι έργα επαίσχυντα και φθοροποιά, αλλ’  έργα ανωτέρας πνοής, θα μπορούσε να συμπεριλάβη στο πρόγραμμά της και την παραγωγή μιας ταινίας με θέμα τη μεγάλη αυτή μορφή της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Εάν δε η τηλεόρασις έδειχνε σε σειρά εκπομπών ένα έργο με τη ζωή του αγίου αυτού, να είστε βέβαιοι πως δεν θα έμενε μάτι αδάκρυτο, βλέποντας στο πρόσωπό του τη δόξα της Εκκλησίας μας.

Στην ταραχώδη εποχή που ζούμε, στα δύσκολα τούτα χρόνια, κάτι σημαντικό έχει να μας πη ο βίος του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου. Τα χρόνια είνε παράλληλα· ό,τι συνέβη στην εποχή του Θεοδώρου του Στουδίτου, συμβαίνει και σήμερα. Και όπως εκείνος αγωνίστηκε, έτσι πρέπει ν  γωνισθομε κ  μες κατά το ρητό του αποστόλου· «Μνημονεύετε των ηγουμένων υμών, οίτινες ελάλησαν υμίν τον λόγον του Θεού, ων αναθεωρούντες την έκβασιν της αναστροφής μιμείσθε την πίστιν» (Εβρ. 13, 7), δηλαδή· Να θυμάστε τους πνευματικούς σας οδηγούς, που σας δίδαξαν το λόγο του Θεού, και επανεξετάζοντας πού σας έφερε η συναναστροφή μαζί τους να μιμήσθε την πίστι τους.
Επιτρέψατέ μου, λοιπόν, εν συντομία να παρουσιάσω ενώπιόν σας την γιγαντιαία μορφή του μεγάλου αυτού ομολογητού της πίστεως.

 

Ανοίγουμε την ιστορία και μεταφερόμεθα στο παρελθόν, στα παλαιότερα ένδοξα χρόνια. Όπως υπάρχει διαστημόπλοιο, με το οποίο οι αστροναύτες μπορούν να φθάσουν σε άλλο πλανήτη, έτσι υπάρχει και μέσο, με το οποίο μπορούμε κ’ εμείς να μεταφερθούμε σε έναν άλλο καιρό, στο παρελθόν, και να δούμε να ζωντανεύουν εμπρός μας παλαιές ιστορίες και αρχαίες δόξες. Το δε μέσον αυτό είνε η φαντασία μας. Ας ταξιδέψουμε λοιπόν με τη φαντασία μας πίσω, στον καιρό του Βυζαντίου, κι ας σταματήσουμε στην πόλι των ονείρων μας, στην Κωνσταντινούπολι.


Βρισκόμαστε στο 795 μ.Χ. Μπορείτε να μου πήτε, ποιός ήταν τότε ο αυτοκράτορας, που βασίλευε στη μεγάλη και ένδοξο αυτή πόλι;
Ω «ματαιότης ματαιοτήτων»! «Άρα τις εστι, βασιλεύς η στρατιώτης;…». «Επελθών γαρ ο θάνατος ταύτα πάντα εξηφάνισται». Κανείς δεν θυμάται. Όπως και μετά από 100 χρόνια ποιός θα θυμάται, ποιός είνε σήμερα πρόεδρος της δημοκρατίας, ποιός είνε πρωθυπουργός, και ποιός είνε υπουργός της δικαιοσύνης;… Και ποιός θα θυμάται, ποιός είνε αρχιεπίσκοπος και ποιός είνε επίσκοπος;… Αλλ’ α
ν η ιστορία σβήνη τα ονόματα εκείνων που επρόδωσαν την πίστι και την πατρίδα, θα ζουν όμως πάντοτε μεσ  στ
ς καρδιές των ορθοδόξων Ελλήνων, όσα χρόνια κι αν περάσουν, τα ονόματα των αγωνιστών και ομολογητών της Ορθοδοξίας. «Εις μνημόσυνον αιώνιον έσται δίκαιος» (Ψαλμ. 111, 6).

Και ενώ το όνομα του βασιλέως εκείνου, του αυτοκράτορος που ατίμασε τον βίο του με μία αισχρά πράξι, έχει σβησθή και μόνο οι ιστοριοδίφαι ερευνούν για να βρουν τ΄ όνομά του, η ιστορία έχει γράψει με χρυσά γράμματα το όνομα ενός ασκητού, του Θεοδώρου του Στουδίτου.
Ποιός ήταν ο Θεόδωρος ο Στουδίτης; Δεν θα εξιστορήσω εδώ όλο τον βίο του. Τρεις μαθηταί του έχουν γράψει την ιστορία του.

Γεννήθηκε το 759 στην Κωνσταντινούπολι. Δεν γεννήθηκε από βράχο. Κανείς δεν γεννιέται από βράχο. Όλους μια μάνα μας γέννησε. Και η μάνα παίζει σπουδαίο ρόλο. Πίσω από κάθε μεγάλον άνδρα ζητήστε τη γυναίκα, ζητήστε τη μάνα. Όπως πίσω από τον Μ. Βασίλειο είνε η Εμμέλεια και πίσω από τον Χρυσόστομο είνε η Ανθούσα και πίσω από τον Γρηγόριο τον Θεολόγο είνε η Νόννα και πίσω από τον ιερό Αυγουστίνο, του οποίου αναξίως φέρω το όνομα, είνε η Μόνικα η αγία, έτσι λοιπόν και πίσω από τον άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη είνε η μάνα, η γλυκυτάτη μάνα. Το όνομά της; Θεοκτίστη.


Όταν πέθανε η μητέρα του, ο Θεόδωρος πήγε στον τάφο της και έκλαψε, έκλαψε σαν το Χριστό, και εξεφώνησε ένα λόγο περισπούδαστο. Εκεί ονομάζει τη μητέρα του με το όνομα «διμήτηρ», δηλαδή μάνα δυό φορές. Ω μάνα γλυκειά, μάνα δυό φορές! Τι θα πη δυό φορές μάνα; Σαν να της έλεγε· «Με γέννησες δυό φορές. Μια φορά με γέννησες με το φυσικό τρόπο· μικρά γέννησις αυτή. Αλλά με γέννησες και κατ΄άλλο τρόπο, πνευματικό τρόπο. Μαζί με το γάλα, που με πότισες, με πότισες και το γάλα του Χριστού, την ιερά διδασκαλία». Και το ζην και το ευ ζην ώφειλε στη μητέρα του. Εκείνη τον έπαιρνε την ημέρα στα γόνατά της και τον δίδασκε, και τη νύχτα, τα μεσάνυχτα, κάτω από τα άστρα και μπροστά στα αφρίζοντα κύματα του Βοσπόρου, τον γονάτιζε και τον μάθαινε να προσεύχεται και να επικοινωνή με τον ουράνιο Πατέρα. Ω μάνα γλυκειά, δυό φορές με γέννησες!


Γυναίκες που μ’  ακούτε, να στε μάνες όχι μια αλλά δυό φορές. Το να γεννήσετε είνε δύσκολο και σπουδαίο, αλλά όχι και μεγάλο. Γεννούν και τα σκυλιά, γεννούν και τα λιοντάρια, γεννούν και όλα τα άλλα όντα της ζωολογικής κλίμακος. Το γεννάν δεν σε κάνει μάνα. Μάνα θα γίνης, αν μεσ’  στὴν καρδιά του παιδιού φυτέψης το Χριστό και την πατρίδα. Αν το κάνης αυτό, εσύ μεν θα γεράσης, θ’ ασπρίσουν τα μαλλιά σου, θα πεθάνης. Αλλ’ επάνω στον τάφο σου θα έλθη κάποιος, είτε στρατηγός είτε επίσκοπος είτε εργάτης είτε οικογενειάρχης…, και θα πη· «Μάνα, γλυκειά μου μάνα, δυό φορές με γέννησες». Αν δεν σας το πουν αυτό, τότε δεν είστε άξιες μητέρες και άξιες Ελληνίδες. Όπως λοιπόν η μάνα του αγίου Θεοδώρου ήτο «διμήτηρ», έτσι κ  εσείς να γίνετε διμήτορες. Δυό φορές να γεννήσετε. Να φέρετε παιδιά στον κόσμο, κι αυτά τα παιδιά να τα οδηγήσετε στο Χριστό.


Από τέτοια μάνα βγήκε. Κλωνάρι ένδοξο εκλεκτής, γενναίας, σπανίας οικογενείας. Από μικρός ακολούθησε το Χριστό. Αφιερώθηκε στην υπηρεσία του. Έκτισε μοναστήρι. Τι μοναστήρι; Κοντά στο Θεόδωρο το Στουδίτη μαζευτήκανε -παρακαλώ μετρήστε- 1.000 νέοι! Λεβεντιά και δόξα. Στρατιώτες του Χριστού, που έφτειαξαν κοινόβιον. Τι σημαίνει κοινόβιο; Κράτος Θεού. Επιτρέψτε μου να μιλήσω με τη σύγχρονη γλώσσα, αν και κινδυνεύω να παρεξηγηθώ· το κοινόβιο του Στουδίτου ήταν μία σοσιαλιστική χριστιανική κοινωνία. Όλα κοινά. Τίποτε ίδιον, κανείς δεν είχε ιδιοκτησία. Κ’ εύρισκες να υπάρχουν εκεί όλα τα επαγγέλματα κι όλες οι δουλειές· και γεωργοί, και βοσκοί, και κτίστες, και ξυλουργοί, και σιδηρουργοί, και αγωγιάτες, και μάγειροι, και υποδηματοποιοί,… ακόμη και τυπογράφοι. Εκεί υπήρχε το μεγαλύτερο τυπογραφείο της Ανατολής.

―Μα είνε δυνατόν, το 795 τυπογραφείο; Η τυπογραφία, μεγάλη εφεύρεσι στην οποία οφείλει τόσα η ανθρωπότης, έγινε, όπως ξέρουμε, τον 15ο αιώνα. Πως λοιπόν τον 8ο αιώνα είχε ο Στουδίτης τυπογραφείο;
Οι καλόγεροι ξενυχτούσαν αντιγράφοντας κείμενα μέχρι της πρωϊνές ώρες. Τα άγια χεράκια τους έγραφαν Αποστόλους, έγραφαν Ευαγγέλια, έγραφαν πατέρας (Χρυσόστομο, Μέγα Βασίλειο, Μέγα Αθανάσιο…), έγραφαν και κλασσικούς (Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Θουκυδίδη…). Αν υπάρχη σήμερα ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και άλλοι κλασσικοί συγγραφείς, αυτό το οφείλουμε στα άγια χέρια των καλογήρων εκείνων, που ήταν οι τυπογράφοι της εποχής και αντέγραφαν καλλιγραφικώς όλα τα σπουδαία κείμενα.


Ο άγιος Θεόδωρος ήταν ακόμα και ποιητής. Οι λεγόμενοι αναβαθμοί της Οκτωήχου, που είνε μέλι γλυκύτατο, τα εγκώμια του Επιταφίου θρήνου, που ψάλλονται τη Μεγάλη Παρασκευή, και πολλοί άλλοι ύμνοι, είνε όλα έργα του θεοπνεύστου αυτού ανδρός, του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου.
Αυτό ήταν το έργο του μεγάλου αυτού πατρός της Εκκλησίας μας. Και ποιό ήταν το τέλος του; Είπαμε, ότι ο άγιος Θεόδωρος είχε μοναστήρι, και θα περίμενε κανείς να τελειώση τη ζωή του εκεί. Πέθανε λοιπόν στο μοναστήρι;
Τα μοναστήρια και οι αδελφότητες -ας τ’ ἀ
κούσουν όλοι- δεν είνε αυτοσκοπός. Είνε μέσα. Το επαναλαμβάνω· οι αδελφότητες και τα μοναστήρια δεν είνε αυτοσκοπός, αλλά είνε μέσα. Και τα μέσα αυτά έχουν αξία, εφ  σον υπάρχει σκοπός. Και σκοπός είνε η δόξα του Θεού.


Έρχονται στιγμές, που θα θυσιάσης όχι μόνο τον εαυτό σου, αλλά και το μοναστήρι σου· καλείσαι να το κάνης ολοκαύτωμα για τη δόξα του Χριστού. Κι όπως κάτω στην Κρήτη, στο Αρκάδι, ο Γαβριήλ έβαλε φωτιά κ’ έκαψε το μοναστήρι, και η φλόγα του Αρκαδίου φώτισε τον κόσμο και συνετέλεσε τα μέγιστα στην απελευθέρωσι της Κρήτης, έτσι κι ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης. Για να κτίση το περιλάλητο μοναστήρι του Στουδίου, κατέβαλε κόπους και μόχθους ετών. Αλλά ήρθε στιγμή που, για να διατηρήση το μοναστήρι του, έπρεπε να κάνη συμβιβασμούς σε ζητήματα ορθοδόξου πίστεως. Τότε εκείνος δεν λυπήθηκε το μοναστήρι του. Δεν είπε Θα υποχωρήσω. Αλλά σε μια στιγμή, δραματική στιγμή της ιστορίας, το «έκαψε» το μοναστήρι, το έκανε λιβάνι και θυσία. Τότε το μοναστήρι αυτό διαλύθηκε. Από τους χίλιους μοναχούς, που διώχθηκαν βιαίως, άλλοι πέθαναν στην εξορία, άλλοι υποβλήθηκαν σε ποικίλες δοκιμασίες και μαρτύρια ομολογώντας την ορθόδοξο πίστι, υπέστησαν κακώσεις, έχασαν τα μάτια τους η άλλα μέλη του σώματός τους. Σκορπίσθηκαν οι σεβάσμιοι μοναχοί, ερείπια έγινε το περίφημο μοναστήρι.
Φυσικό είνε να ρωτήση κανείς· Μα πως διαλύθηκε μία τόσον ένδοξος αδελφότης; Πως; Εδώ ακριβώς θέλω να προσέξετε, αγαπητοί μου.


Στα χρόνια εκείνα συνέβη ένα θλιβερό γεγονός και η είδησι διαδόθηκε μεσ’  στὴν πόλι. Πως διαδόθηκε; Εφημερίδες τότε δεν υπήρχαν, ραδιόφωνα δεν υπήρχαν, τηλεοράσεις δεν υπήρχαν. Αλλ’ η πρώτη εφημερίδα ποιά είνε; Είνε το στόμα. Αυτή είνε η πρώτη εφημερίδα. Όσοι είστε από χωριό και προλάβατε τη ζωή των προηγουμένων ετών, θα θυμάστε, ότι στην κοινωνία εκείνη μέσα σε πέντε λεπτά μάθαιναν όλοι το κάθε τι από στόμα σε στόμα. Από στόμα σε στόμα λοιπόν διαδόθηκε και μέσα στην Πόλι, στην Κωνσταντινούπολι, το θλιβερό γεγονός. Στα σπίτια, στις συνοικίες, στον ιππόδρομο, στο λιμάνι που ήταν οι ναύτες, στα καΐκια, στα πλοία, παντού, μια κουβέντα είχαν·

―Πω πω τι έγινε! Δυστύχημα. Χειρότερο από κάθε άλλο δυστύχημα. Χειρότερο κι από το να χαλάση μια εκκλησία. Γιατί το να γκρεμίσης μια εκκλησία είνε φοβερό, αλλά αυτό που συνέβη ήταν ακόμη πιο φοβερό.
―Τι συνέβη λοιπόν; Τι δυστύχημα ήταν αυτό;

 

Β΄Μέρος

 

Πρόκειται για πνευματικό δυστύχημα.
Μέσα στα ανάκτορα ο τότε αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος ο ΣΤ΄  (780-797), είχε μια αγία γυναίκα. Το όνομά της Μαρία. Δεν είχε ο Κωνσταντίνος κανένα παράπονο εναντίον της Μαρίας. Οι ιστορικοί της εποχής εκείνης μαρτυρούν, ότι η Μαρία υπήρξε υπόδειγμα γυναικός. Κι όμως μια μέρα ο αυτοκράτορας τη διώχνει, την πετάει έξω από τα ανάκτορα. Έπειτα με στρατιώτες την παίρνει και την στέλνει σ  ένα μοναστήρι· κ’ εκεί, χωρίς τη θέλησί της, την κάνει καλόγρια, πράγμα που απαγορεύουν οι κανόνες. Δεν σταματά όμως εδώ το κακό. Αφού έδιωξε τη νόμιμη σύζυγό του, παίρνει ως σύζυγο μια άλλη γυναίκα, μια νέα, που έλαμπε από κάλλος σωματικό, αλλά εστερείτο ψυχικού κάλλους. Ο γάμος έγινε τη νύχτα, τα μεσάνυχτα, μέσα στα ανάκτορα. Και  επειδ δεν βρισκόταν άλλος ιερεύς στην Πόλι να τους στεφανώση, ένας παπάς από  κείνους που αποτελούν αίσχος για την Εκκλησία του Χριστού ―πάντοτε θα υπάρχουν προδότες παπάδες και προδότες δεσποτάδες―, ένας τέτοιος παπάς, ο Ιωσήφ, που ήταν πρωτόπαπας στην αγία Σοφία, ανέβηκε τη νύχτα απάνω και στεφάνωσε το παράνομο ζεύγος. Και μόνο αυτό; Την άλλη μέρα ο Κωνσταντίνος, ενώ η νόμιμη σύζυγος έκλαιγε μεσ΄  στος τέσσερις τοίχους του κελλιού του μοναστηριού, αγκαζέ παρακαλώ με τη Θεοδότη, πάνω στην ανακτορική άμαξα μετά πολλής φαντασίας πήγε στην αγία Σοφία, κ’ εκεί η πόρνη και παλλακίς εστέφθη επισήμως αυγούστα, βασίλισσα.

 

 

Το πρώτο έγκλημα του αυτοκράτορος· έδιωξε τη νόμιμη γυναίκα του αναιτίως. Το δεύτερό του έγκλημα· την έκλεισε παρά τη θέλησί της στο μοναστήρι. Το τρίτο έγκλημα· πήρε ως σύζυγο την πόρνη αυτή, τη Θεοδότη. Το τέταρτο· την στεφανώθηκε νύχτα στα ανάκτορα. Το πέμπτο· έκανε βασίλισσα την παλλακίδα μέσα στην αγία Σοφία. Το έκτο· ποιό το έκτο; ότι το παράδειγμά του θα το μιμήθηκαν ασφαλώς υπουργοί, στρατηγοί, ναύαρχοι, μεγάλοι και μικροί, για ν’  νάψ φωτιά μεγάλη στο έθνος.

Μεγάλο το σκάνδαλο. Και όμως κανείς δεν μιλούσε. Σιωπή νεκροταφείου. Ποιός να μιλήση;
Τότε μέσα στη σιωπή αυτή ακούστηκε βροντή κ  έλαμψε αστραπή. Κάποιος μίλησε, κάποιος φώναξε. Ποιός ήταν; Ο πατριάρχης; Όχι. Δεσπότης; Όχι. Ποιός; Ένας απλός ιερομόναχος, ο ηγούμενος του Στουδίου, ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, του οποίου να  χουμε την ευχή. Αυτός μίλησε. Αυτός ήλεγξε το παράνομο αυτοκρατορικό ζεύγος, ήλεγξε τον αυλοκόλακα ιερέα που τους στεφάνωσε, έκοψε δε και το μνημόσυνο του τότε πατριάρχου, επειδή κι αυτός δεν τιμώρησε τον παρανομήσαντα ιερέα.


Πάντοτε, σε σκληρές εποχές και σε στιγμές δύσκολες, αναδεικνύει ο Θεός πρόσωπα που με παρρησία θα υπερασπισθούν την πίστι. Όταν ο Δαυίδ αμάρτησε, παρουσιάστηκε ένας Νάθαν που στάθηκε εμπρός του και τον ήλεγξε. Κι όταν ο Αχαάβ ασέβησε με την περιβόητη εκείνη Ιεζάβελ, ένας Ηλίας ανέβηκε στα ανάκτορα και ήλεγξε το παράνομο βασιλικό ζεύγος. Κι όταν ο Ηρώδης έδιωξε τη νόμιμη γυναίκά του και πήρε την διαβόητη Ηρωδιάδα, ένας Πρόδρομος είπε το «Ουκ έξεστί σοι έχειν την γυναίκα του αδελφού σου». Κι όταν στην Κωνσταντινούπολι η Ευδοξία με τον Αρκάδιο αντιτάχθηκαν στην Εκκλησία, τότε ένας Χρυσόστομος ήλεγξε την κατάστασι. Έτσι και στην εποχή αυτή παρουσιάστηκε ο Θεόδωρος ο Στουδίτης.


Τι έκανε;


Πρώτον έπαυσε το μνημόσυνο, το πολυχρόνιο, του βασιλέως Κωνσταντίνου του ΣΤ΄.


Δεύτερον έπαυσε το μνημόσυνο του πατριάρχου Ταρασίου (784-806).


Τρίτον ξεσήκωσε το λαό.


Τέλος, νύχτα η ώρα, έκανε λιτανεία μεσ’  στὴν Κωνσταντινούπολι και έσεισε ολόκληρη την πόλι.


Το αποτέλεσμα; Ανοίξτε την ιστορία να μάθετε το αποτέλεσμα.


Ο βασιλιάς ταράχτηκε. Και τι σκέφτηκε. Προσπάθησε με κολακείες και άλλα μέσα να κάνη τον άγιο Θεόδωρο να συγκατατεθή, εκμεταλλευόμενος και κάτι άλλο πολύ σημαντικό. Και το σημαντικό αυτό στοιχείο είνε, ότι η Θεοδότη, που πήρε ως βασίλισσα στ’  ανάκτορα ο Κωνσταντίνος διώχνοντας την αγία του γυναίκα τη Μαρία, η Θεοδότη αυτή ήταν εξαδέλφη του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου!


 

Αν ήταν κανένας άλλος, θα είχε χαρά και αγαλλίασι. Αφού η εξαδέλφη του έγινε βασίλισσα, θα μπορούσε πλέον ν’  ανεβαίν στα ανάκτορα και να επιτυγχάνη ό,τι θέλει. Εκείνος όμως δεν σκέφθηκε έτσι. Ιδού το μεγαλείο του αγίου. Δεν ανήκε στην κατηγορία εκείνων που έχουν υπεράνω του πνευματικού χρέους τις κοσμικές σχέσεις και υπεράνω της πνευματικής συγγενείας την κατά σάρκα συγγένεια. Όχι. Πάνω από τη σάρκα είνε το πνεύμα. Ο Χριστός είπε· «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος· και ο φιλών υιόν ή θυγατέρα (ή αδελφούς ή γυναίκα ή άλλους συγγενείς) υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος» (Ματθ. 10, 37). Θ’ αγαπάς τη γυναίκα σου, θ’ αγαπάς τα παιδιά σου, θ’ αγαπάς τους συγγενείς σου, θ’ αγαπάς τους φίλους σου, θ’ αγαπάς τους πάντας, αλλά παραπάνω απ’ όλους θα  ’χς το Χριστό και την αλήθεια. Έτσι έκανε και ο Στουδίτης. Γι  αυτ δεν υπελόγισε τη Θεοδότη.


Εκείνη ήλπιζε, ότι ο εξάδελφός της, ο καλός της εξάδελφος, ο άγιος εξάδελφος, που ζούσε με την προσευχή και κρατούσε το κομποσχοίνι, θα τη δεχότανε. Πίστευε, ότι προσφέροντάς του ωρισμένα πολύτιμα δώρα θα τον έκαμπτε. Και μια μέρα πήρανε μια άμαξα με χρυσοστόλιστα άλογα, τη φόρτωσαν δώρα, διαμάντια και άλλα, και ξεκίνησαν με συνοδεία να πάνε στο μοναστήρι του εξαδέλφου της. Ένας σκοπός, που φύλαγε ψηλά στον πύργο του μοναστηριού, μόλις είδε να  ’ρχεται η βασιλική άμαξα με τη Θεοδότη και τον αυτοκράτορα, αμέσως ειδοποίησε τον ηγούμενο. Τότε ο Θεόδωρος ο Στουδίτης διατάζει, να χτυπήσουν πένθιμα οι καμπάνες του μοναστηριού σαν να ήταν Μεγάλη Παρασκευή. Κι όταν η αυτοκρατορική συνοδεία πλησίασε στην πύλη κ’ ήταν έτοιμη να μπη στο μοναστήρι, δέκα μοναχοί έκλεισαν με πάταγο την πόρτα κατάμουτρα στο βασιλιά. Έτσι η Θεοδότη επέστρεψε ταπεινωμένη στα ανάκτορα.


Ενώ λοιπόν ο Ιωσήφ την κολάκευσε, ο άγιος Θεόδωρος την ήλεγξε. Για την υπόθεσι του κόλακος αυτού ιερέως, του Ιωσήφ, που στεφάνωσε το παράνομο βασιλικό ζεύγος και εν συνεχεία καθαιρέθηκε επί της βασιλίσσης Ειρήνης της Αθηναίας (797-802) από τον πατριάρχη Ταράσιο, ο άγιος Θεόδωρος αναγκάστηκε να κόψη το μνημόσυνο και του επομένου πατριάρχου, του Νικηφόρου Α’  (806-815). Διότι κι αυτός, υποχωρώντας στην επιθυμία του αυτοκράτορος Νικηφόρου (802-811), αποκατέστησε με Σύνοδο τον Ιωσήφ στο ιερατικό αξίωμα. Η διακοπή αυτή του μνημοσύνου στοίχισε στον άγιο Θεόδωρο την πρώτη εξορία, την εξορία του στη νήσο Χάλκη.
Ύστερα απ΄αυτ ο Θεόδωρος ο Στουδίτης εξωρίστηκε και για δευτέρα φορά λόγω της ακάμπτου μαχητικότητός του. Αγωνίστηκε δε και υπέρ των αγίων εικόνων κάνοντας μάλιστα με τους μοναχούς του μέσα στην Πόλι και λιτανεία, που πήρε τη μορφή διαδηλώσεως του ορθοδόξου λαού κατά των αιρετικών εικονομάχων. Η διαδήλωσις αυτή του στοίχισε πάλι διωγμό και τρίτη εξορία. Στρατιώτες μπήκαν στο μοναστήρι δέρνοντας και χτυπώντας. Συνέλαβαν τον ηγούμενο και σκόρπισαν τους μοναχούς.


Πρώτη φορά είχε εξοριστή το 808 στη Χάλκη για τον παράνομο γάμο. Τη δευτέρα φορά εξωρίστηκε πάλι για τον ίδιο λόγο. Και τρίτη φορά εξωρίστηκε το 815 στη Σμύρνη για τις άγιες εικόνες· τότε τον έκλεισαν στο υπόγειο του μητροπολιτικού μεγάρου της Σμύρνης κ’ εκεί τον μαστίγωναν αλύπητα. Αργότερα, το 826, διαμαρτυρήθηκε τελευταία φορά και για τον παράνομο γάμο του αυτοκράτορος Μιχαήλ Β  (820-829).


Τέλος σε ηλικία 67 ετών, το έτος 826, μια βραδιά, μια αγία ημέρα, προαισθάνθηκε το τέλος του. Ήταν 9 Νοεμβρίου. Κάλεσε τα πνευματικά του παιδιά και τα αποχαιρέτισε. Τα τελευταία του λόγια ήταν· «Παιδιά μου, φυλάξατε ορθόδοξον την πίστιν και βίον ακηλίδωτον, και ο Θεός μαζί σας». Στις 11 Νοεμβρίου, ημέρα Κυριακή, τους παρακάλεσε να ψάλουν τον άμωμο, τον μεγαλύτερο ψαλμό του Ψαλτηρίου, τον 118ο. Κι όταν οι μοναχοί έλεγαν με δάκρυα το στίχο «Εις τον αιώνα ου μη επιλάθωμαι των δικαιωμάτων σου, ότι εν αυτοίς έζησάς με, Κύριε», δηλαδή· «Ω Θεέ μου, ποτέ δεν θα ξεχάσω τα λόγια του νόμου σου, γιατί μ’ αυτ μου έδωσες ζωή» (Ψαλμ 118,93), την ώρα εκείνη φτερούγισε η αγία του ψυχή και παρέδωσε το πνεύμα στον ουράνιο πατέρα.


 Ο άγιος Θεόδωρος μετά την τρίτη εξορία δεν ξαναείδε το μοναστήρι του, που το κατέλαβαν άλλοι μοναχοί, οπαδοί των εικονομάχων. Μακριά από το Στούδιο, θλιβόμενος και προσευχόμενος, πέρασε τις τελευταίες ημέρες της ζωής του εκεί, στον τόπο της εξορίας του, και έτσι έκλεισε τα μάτια του στο μάταιο αυτό κόσμο.

 

  

† Επίσκοπος Αυγουστίνος
 

 

{Απομαγνητοφωνημένη εσπερινή ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου στην Αθήνα, στις 21-11-1976. Εδημοσιεύθη στην «Χριστιανική Σπίθα» (527-9/1996)}
 
 Απολυτίκιον

 
 
«Πᾶνος» 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου