Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου
με θέμα:
« Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 20-6-1999]
(Β400)
Σήμερα, αγαπητοί μου, έχει πολύ σπουδαία πράγματα να μας πει ο Απόστολος Παύλος εις την προς Ρωμαίους επιστολήν του. Αναφέρεται στο μέγα θέμα της δικαιώσεως του ανθρώπου έναντι του Θεού. Γράφει - ο πρώτος στίχος που ακούσαμε εις την αποστολική περικοπήν: «Δικαιωθέντες οὖν ἐκ πίστεως εἰρήνην ἔχομεν πρὸς τὸν Θεὸν διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». Δηλαδή: «Λοιπόν, αφού δικαιωθήκαμε με την πίστη, έχομε ειρήνη προς τον Θεόν και τούτο δια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού».
Αλλά τι σημαίνει «δικαίωσις»; Σημαίνει σωτηρία, που μας δίδει ο Θεός. Δικαιούμεθα, δικαιωνόμαστε δηλαδή. Ο άνθρωπος, δηλαδή, είναι άγιος πλέον και συνεπώς αποδεκτός από τον Θεόν. Δικαιώνεται από τον Θεόν και έχει όλα τα προνόμια που δίδει ο Θεός. Η δικαίωσις είναι ταυτόσημος με την σωτηρίαν. Καλόν είναι, λοιπόν, να δούμε και την ιστορία της δικαιώσεως. Γιατί τα μέσα δεν ήσαν πάντοτε τα ίδια. Συνεπώς, ιστορία θα πούμε.
Όταν ο Θεός εδημιούργησε τον άνθρωπον, προφανώς ήθελε την δικαίωσή του. Για να έφθανε ο άνθρωπος εις την θέωσιν. Να θεωθεί ο άνθρωπος. Αυτός ήταν ο σκοπός. Όπως έχομε τους αγίους αγγέλους, οι οποίοι είναι θεωμένοι. Πλην ενός μέρους εξ αυτών, οι οποίοι, υπερηφανευθέντες, έπεσαν. Κι έγιναν δαίμονες. Ο τρόπος δε που ο άνθρωπος θα εθεώνετο, θα ήταν η πίστις. Και ετέθη εις τον Αδάμ διαθήκη πίστεως. Πολύ απλά, αφάνταστα απλά, θα έλεγα απλοϊκά. Του είπε ο Θεός: «Μην δοκιμάσεις τον καρπόν ενός συγκεκριμένου δένδρου». Τόσο απλό. «Μην δοκιμάσεις τον καρπόν αυτού του δένδρου». Και πρόσθεσε ο Θεός, για να μη νομισθεί ότι αυτό ήτανε μία απλή κουβέντα του Θεού, αλλά ότι θα είχε συνέπειες. Ότι, δηλαδή, ο Αδάμ θα πάθαινε κάτι πολύ κακό εάν παρέβαινε αυτήν την εντολήν, δηλαδή δεν επίστευε εις αυτό που του είπε ο Θεός. Και του λέγει: «Οὐ φάγεσθε ἀπ’ αὐτοῦ (:και οι δυο σας· δεν θα φάτε απ’ αυτό το δένδρον, τον καρπό αυτού του δένδρου), οὐδὲ μὴ ἅψητε αὐτοῦ (:ούτε θα το αγγίξετε το δένδρον αυτόν), ἵνα μὴ ἀποθάνητε (:για να μην αποθάνετε)». Βέβαια ο Αδάμ δεν εγνώριζε ακόμη τι θα πει θάνατος. Δεν το εγνώριζε αυτό το πράγμα. Πάντως, όμως, ήτο σαφής η εντολή του Θεού: «Δεν θα δοκιμάσετε, γιατί αν δοκιμάσετε, θα πεθάνετε». Έπρεπε οι πρωτόπλαστοι να πιστεύσουν εις τον λόγον του Θεού.
Να, λοιπόν, εδώ έχομε μίαν διαθήκην. «Διαθήκη» θα πει συμφωνία. Μία συμφωνία πίστεως. Σε ένα μικρό παιδί, δεν μπορούμε να δώσουμε πολλές εξηγήσεις, που είναι άπειρον, άμοιρον γνώσεως. «Ξέρεις, ότι ο ηλεκτρισμός σκοτώνει». Άντε να πείτε τώρα σε ένα παιδάκι πέντε χρονώ ότι ο ηλεκτρισμός σκοτώνει... Ξέρετε, πολλά παιδιά παίρνουνε κανένα καρφί, βλέπουνε εκεί μία τρύπα στον τοίχο, πάνε και βάζουνε μέσα το καρφί. Και σκοτώνονται φυσικά. Γι’αυτό υπάρχουν ειδικές πρίζες που ασφαλίζονται, να μην συμβεί αυτό. Δεν μπορούσε να πει πιο πολλά πράγματα ο Θεός. Διότι ήτο άμοιρος τέτοιων γνώσεων ο Αδάμ. Είπα, το ξαναλέγω: Τι σήμαινε «Θα πεθάνεις»; Κι όμως του λέει: «Θα πεθάνεις. Πρόσεξε». Κάνει, λοιπόν, ο Θεός μία διαθήκη με τον Αδάμ, κι ο σκοπός ήταν η θέωσις του Αδάμ. Αυτή η διαθήκη λέγεται «διαθήκη πίστεως». Γιατί έπρεπε να πιστέψει ο Αδάμ αυτό που του είπε ο Θεός.
Η υπακοή είναι καρπός της πίστεως. Το θεμελιώδες είναι η πίστις. Έρχεται, όμως, ο διάβολος και τους λέει: «Οὐ θανάτῳ ἀποθανεῖσθε -αυτός ο μεγάλος ψεύτης. «Δεν θα πεθάνετε», λέει, «με θάνατο». Διαψεύδει τον Θεόν ο διάβολος-· ᾔδει γὰρ ὁ Θεὸς -και το αιτιολογεί: Διότι ο Θεός «εγνώριζε»- ὅτι ᾗ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ’ αὐτοῦ, διανοιχθήσονται ὑμῶν οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ ἔσεσθε ὡς θεοί». «Θα άνοιγαν τα μάτια σας. Δηλαδή θα αντιλαμβανόσαστε ότι θα γινόσαστε θεοί». Να το μεγάλο ψέμα. Γι’αυτό ο Χριστός είπε για τον διάβολο ότι «ἀπ’ ἀρχῆς(:από τότε)» ήτο ανθρωποκτόνος. Έρχεται να σκοτώσει τον άνθρωπο. Από τι κινούμενος; Από τον φθόνον.
Εγνώριζε ο διάβολος τον Θεόν; Βεβαίως! Μας λέγει η Αγία Γραφή ότι τα δαιμόνια πιστεύουν και όχι μόνον πιστεύουν, αλλά και φρίττουν! Γνωρίζει ο διάβολος ότι θα πάει στην κόλαση; Εξάλλου είναι και γραμμένο. Δεν το διαβάζει; Στην «Αποκάλυψη». Βεβαίως! Και το είπε και ο Χριστός, όταν μίλησε δια τα έσχατα. Γιατί τότε ο διάβολος δεν αφίσταται αυτού του κακού; Εδώ είναι το δράμα του διαβόλου. Δεν μπορεί να μετανοήσει. Του είναι αδύνατον. Είναι πεπληρωμένος φθόνου και κακίας. Αυτό που λέμε «δαιμονικής κακίας». Δεν μπορεί ο διάβολος να μετανοήσει ή να αγαπήσει κ.τ.λ. Αλλά πιστεύει όμως.
Και οι πρωτόπλαστοι παρέβησαν την εντολή του Θεού και κατέστρεψαν την διαθήκην της πίστεως. Και φυσικά έπεσαν. Και φυσικά ματαιώθηκε και η θέωσίς τους. Στους απογόνους των, όμως, όσοι στάθηκαν ευσεβείς άνθρωποι, δίκαιοι, ευσεβείς, όπως ήταν ο Νώε, ο Αβραάμ, ο Μελχισεδέκ - ο Μελχισεδέκ ήταν βασιλιάς της Ιερουσαλήμ, δεδομένου ότι η Ιερουσαλήμ είχε κτιστεί πολύ προ του Αβραάμ, δεν την έκτισαν οι Εβραίοι, απλώς την κατέκτησαν και μάλιστα αν το θέλετε, κάπου 500 χρόνια μετά την είσοδόν των εις την γην Χαναάν και την κατέκτησε ο Δαβίδ από τους Ιεβουσαίους. Γι’ αυτό λέγεται: «η πόλις του Δαβίδ». Είναι στην επί του Όρους ομιλία. Η Ιερουσαλήμ, η πόλις του Δαβίδ. Διότι εκείνος την κατέκτησε.
Λοιπόν, υπήρχαν δίκαιοι. Αλλά ήταν κάπου και που κάποιος. Έτσι μπορούσε ο Θεός να ασκεί, να κάνει μια διαθήκη πίστεως με αυτούς τους κάποιους λίγους. Βέβαια, υπόθεσις καθαρά προσωπική και όχι συλλογική. Φερειπείν, ο Νώε πίστευσε ότι θα γίνει ο Κατακλυσμός. Εν αντιθέσει με τους συγχρόνους του, που… ξέρετε τι έλεγαν; Γιατί τότε, όταν έγινε ο Κατακλυσμός, ο Νώε ήτο 600 ετών! Μη σας φαίνεται παράξενο. Δεν είναι ώρα να σας δικαιολογούσα αυτές τις μεγάλες ηλικίες. Πάντως είπαν το εξής οι σύγχρονοί του: «Α, γέρασε ο Νώε και δεν ξέρει τι λέει». Ξέρετε δε από πότε το είπε; Εκατόν είκοσι χρόνια πριν γίνει ο Κατακλυσμός. Και τούτο για να μετανοήσουν, αλλά και κάτι άλλο: για να σταθεροποιηθεί η πίστις, πρώτιστα του Νώε.
Όταν οι δύο άγγελοι κατέβηκαν εις τα Σόδομα και είπαν εις τον Λωτ ότι θα καταστραφεί η πόλις αύριο το πρωί, τότε είπαν οι δύο άγγελοι: «Έχεις συγγενείς; Πηγαίνετε και πείτε τους ότι θα καταστραφεί η πόλις. Να βγουν από την πόλη». Ήταν πεντάπολις. Σόδομα, Γόμορρα και άλλες τρεις πόλεις. Όταν πήγε και βρήκε τους γαμπρούς του, αρραβωνιαστικοί των θυγατέρων του, των δύο θυγατέρων του και τους είπε ότι θα καταστραφεί αύριο το πρωί η πόλις, ξέρετε τι είπαν; «Ο πεθερός μας γελοιάζει». Δηλαδή «αστειεύεται». Μη νομίσετε! Αυτά είναι ιστορικά προηγούμενα· όταν λέμε ότι θα ξανάρθει ο Χριστός και οι άνθρωποι γελοιάζουν! Κι όταν θα Τον δουν τον Χριστόν, τότε, ξέρετε, δεν ισχύει πλέον η περίπτωσις μετανοίας. Δεν υπάρχει πια μετάνοια. Η παρουσία του Χριστού και η αλλαγή του σύμπαντος και μάλιστα οι άνθρωποι από φθαρτοί σε αφθάρτους και από θνητοί σε αθανάτους, εκείνοι που θα ζουν, θα γίνει «ἐν ἀτόμῳ». Δηλαδή εκεί που δεν κόβεται πιο πολύ ο χρόνος. «Ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ». Μας δίνει και μία εικόνα ο Απόστολος Παύλος. Όσο κρατάει το ανοιγόκλειμα των ματιών. Και τότε θα βρεθούν μπροστά στο φοβερά εκπληκτικόν. Ναι, ναι! Μη νομίσετε. Αλλιώτικα θα λέγαμε ότι κάνομε Ιστορία, η οποία και πολύ δεν μας ενδιαφέρει. Όχι· μας ενδιαφέρει τα μέγιστα. Διότι έχομε αυτά τα λεγόμενα ιστορικά προηγούμενα.
Ο Νώε, λοιπόν, επίστευσε. Έκανε την Κιβωτό. Σκεφθείτε πόσα χρόνια την κατασκεύαζε. Και μάλιστα ήταν ένα μεγάλο μήκος· παραπάνω από εκατό μέτρα. Ήταν καράβι ολόκληρο με πολλά πατώματα. Πάντως, ο Νώε σώθηκε. Ο Κατακλυσμός έγινε. Όσο και αν φαινόταν αυτό παραλογισμός. Ο Νώε σώθηκε. Όχι όμως και η γενεά του. Γιατί δεν επίστευσαν ότι θα γίνει ο Κατακλυσμός. Εκείνο το : «Είπε ο Θεός». «Αφού το είπε ο Θεός, τελείωσε». Κι όταν πιάνουμε εμείς την Αγία Γραφή, θα λέμε: «Το είπε ο Θεός». -«Μα, δεν το καταλαβαίνω». Γιατί πρέπει να το καταλάβω; Εάν το καταλάβαινα, τότε θα ήταν περιττή η πίστις.
Επίστευσε, λοιπόν, ο Αβραάμ. Να πάμε εις τον Αβραάμ τώρα. Κι αυτός επίστευσε. Κάθε κίνηση μάλιστα του Αβραάμ είναι και μία υπογράμμιση της διαθήκης της πίστεως. Του λέγει ο Θεός: «Φύγε από την πατρίδα σου. Άφησε την ακίνητη περιουσία σου – ήταν κάτοικος της πόλεως Ουρ. Μέσα στον Περσικό κόλπο-. Να αφήσεις την ακίνητή σου περιουσία, πάρε ό,τι μπορείς από την κινητή σου περιουσία. Φερειπείν, τα ποίμνιά σου. Και έλα να σου δείξω πού θα πας». Να σου πει ο Θεός: «Κάνε αυτό….». – «Μα, πού να αφήσω τα πράγματά μου; Και γιατί να ξεριζωθώ από την πατρίδα μου; Και γιατί να μην είμαι με τους συγγενείς μου;».
Πήρε την γυναίκα του, παιδιά δεν είχε και ο Θεός τον οδήγησε - μόνο τον πατέρα του πήρε, τον οδήγησε βορειοδυτικά, κάπου στη Συρία. Πέθανε ο πατέρας του Αβραάμ. Μετά του λέει ο Θεός: «Τώρα να στραφείς προς Νότον και θα σου δείξω πού θα σταματήσεις». Δεν του λέει πού. Και εκεί, αγαπητοί μου, όταν έφθασε εις την γην Χαναάν, του λέει: «Εδώ θα μείνεις». Κοιτάξτε. Για να αναπτυχθεί και να στερεωθεί η πίστις.
Εκεί ο Θεός που του είπε ότι θα του δώσει γην, η λεγομένη «γη της Επαγγελίας», «επαγγελία» θα πει «υπόσχεσις», εκεί ο Θεός δεν του έδωσε γη, ούτε όσο το εμβαδόν ενός ανθρωπίνου πέλματος! Ούτε τόσο δα δεν του ’δωσε. Και μάλιστα, για να φανεί εδώ ότι ο Θεός δεν του δίνει τίποτα… ψεύδεται ο Θεός; Πιστός ο λόγος του Θεού. Δεν ψεύδεται. Ενισχύει την πίστιν. Τότε ο Αβραάμ λέει στον Θεό: «Εγώ, Κύριε, θα πεθάνω. Είμαι εκατό χρονώ. Η γυναίκα μου είναι ενενήντα. Πότε θα κάνω παιδιά; Μου είπες ότι οι απόγονοί μου θα είναι σαν τα αστέρια του ουρανού κ.τ.λ. κ.τ.λ. Συνεπώς, δεν μου μένουν περιθώρια πλέον». – «Όχι, όχι», του λέει ο Θεός. Όταν τον επεσκέφθη, τρεις άνδρες, τρεις άγγελοι, του λέει: «Του χρόνου άμα θα ξανάρθω, θα έχεις παιδί». Το παιδί της υποσχέσεως. Ήταν ο Ισαάκ.
Στη συνέχεια βλέπομε ότι δεν του δίνει περιουσία ο Θεός. Αλλά ο Αβραάμ μένει σε σκηνή. Δεν κτίζει σπίτι. Χωρίς καμίαν ιδιοκτησίαν. Όταν πέθανε η Σάρρα, αγόρασε από τους ντόπιους το διπλούν σπήλαιον· ήτανε κάποιο βουνό και ήταν εκεί ένα διπλούν σπήλαιον. Το αγόρασε. Και μας λέει επίτηδες η Γραφή ότι το αγόρασε αντί 400 ασημένιων δραχμών. Μάλιστα, συγκεκριμένα, να σας το πω καλύτερα, 400 δίδραχμα, 800 δραχμές. Τι δείχνει αυτό; Ότι αγόρασε αυτά τα δύο σπήλαια. Δεν του τα ‘δώσε ο Θεός. Τ’ αγοράζει. Είναι καταπληκτικό, πραγματικά.
Έτσι, λέει ο Απόστολος Παύλος εις την προς Εβραίους επιστολή στο 11ο κεφάλαιο: «Καὶ ὁμολογήσαντες ὅτι ξένοι καὶ παρεπίδημοί εἰσιν – αναφέρεται στον Αβραάμ, αναφέρεται και σε άλλους, μεταγενεστέρους. Ομολόγησαν ότι είναι ξένοι και παρεπίδημοι) ἐπὶ τῆς γῆς. Καὶ εἰ μὲν ἐκείνης ἐμνημόνευον – γιατί αν εμνημόνευαν εκείνη την γην που τους υποσχέθηκε ο Θεός- ἀφ’ ἧς ἐξῆλθον (:από όπου βγήκαν. Εν προκειμένω ο Αβραάμ, την Ουρ), εἶχον ἂν καιρὸν ἐπανακάμψαι (:είχανε καιρόν να ξαναγυρίσουν)». «Μας εξηπάτησε ο Θεός, δεν ξέρομε τι έγινε, ε, πάμε να γυρίσομε πίσω». Ο Αβραάμ δεν γύρισε ποτέ… «Γιατί…», αν διαβάσετε αυτήν την περικοπή, είναι στο 11ο κεφάλαιο, «Γιατί επίστευσε», λέει, «την ουρανία πατρίδα, που είναι η Βασιλεία του Θεού!». Πωπω! Σύμβολο ήταν η γη Χαναάν, σύμβολο! Αλλά μία πίστις καταπληκτική.
Και να μην πολυπραγμονούμε, γιατί περνάει δυστυχώς η ώρα, γράφει η Γραφή, είναι στη Γένεση, στο 15ο κεφάλαιο: «Καὶ ἐπίστευσεν Ἀβραὰμ τῷ Θεῷ - «Άβραμ»· με ένα άλφα, γιατί μετά μετονομάστηκε «Αβραάμ»· έχει σημασία- καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην». Πίστευσε ο Αβραάμ και του λογαριάστηκε εις δικαιοσύνην, εις δικαίωσιν, δηλαδή εις σωτηρίαν. Θα το πάρει αυτό ο Απόστολος Παύλος και θα το χρησιμοποιήσει, αγαπητοί μου, εις την προς Εβραίους επιστολήν. Διότι είναι γνωστό ότι ο Απόστολος Παύλος ετόνισε όλως ιδιαιτέρως την διαθήκην της πίστεως. Και η προς Εβραίους επιστολή δεν είναι παρά ένας ύμνος, δεν ξέρω αν το ξέρατε αυτό, ένας ύμνος προς την διαθήκην της πίστεως! Και γράφει εκεί, εις το 4ον κεφάλαιον: «Ἐπίστευσε δὲ Ἀβραὰμ τῷ Θεῷ καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην». Κατά γράμμα παίρνει εκείνο το οποίον εγράφη εις την Παλαιάν Διαθήκην.
Αυτή ήταν, λοιπόν, η διαθήκη της πίστεως, που συνήψε ο Θεός μαζί του και ο Αβραάμ εδικαιώθη. Το ότι εδικαιώθη; Πωπω…! Όπως ο Αβραάμ, όπως ο Νώε, όπως ο Μελχισεδέκ, που σας είπα και άλλοι σπουδαίοι και σπουδαίοι… Βέβαια, κάποιος απ’ αυτούς ανελήφθη εις τον ουρανόν· όπως ο Ηλίας, κ.λπ. Να μην πολυπραγμονώ.
Ο λαός, όμως, του Αβραάμ, δηλαδή οι απόγονοι, παρότι προήλθον εκ πίστεως του Αβραάμ, ενώ ήταν 100 χρονώ, έκανε παιδιά, έκανε τον Ισαάκ, αυτός έκανε τον Ιακώβ και τον Ησαύ… Ο Ησαύ απεκλείσθη γιατί δεν πίστεψε. Λέει η Γραφή: «Τον Ησαύ τον εμίσησα!». Διότι εφαύλισε τα πρωτοτόκιά του. Κι έτσι ο Μεσσίας δεν προέρχεται από τον πρωτότοκον, αν και δίδυμοι, από τον Ησαύ, αλλά από τον Ιακώβ. Και λέμε: «Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ». Απεκλείσθη ο Ησαύ. Δεν πίστεψε. «Τι», λέει, «πρωτοτόκια και κολοκύθια. Δώσε μου τώρα να φάω ένα πιάτο φαΐ». Όπως και εμείς λέμε στην Ευρώπη: «Δώστε μας ένα πιάτο φακή να φάμε, κι όλα τ’ άλλα, οι ρίζες μας», λέει, «και οι παραδόσεις μας και γενεές μας, α, η Ιστορία μας…. Τι πράγματα είναι αυτά; Δώστε μας να φάμε και όλα τα άλλα δεν τα λογαριάζομε». Ναι, ναι, ναι, επαναλαμβάνονται αυτά μέσα στην Ιστορία.
Έτσι, αγαπητοί μου, εδώ, όταν έκανε πολύν λαόν, οι απόγονοι δηλαδή του Αβραάμ πλέον, τότε αγαπητοί, ο λαός, οι απόγονοί του, δεν στάθηκαν καλά. Και χρειάστηκε να γίνει μία ανανέωση της διαθήκης με τους απογόνους, πλέον, του Αβραάμ. Και ξέρετε ποια είναι αυτή η διαθήκη; Η διαθήκη του Νόμου. Ναι. Η διαθήκη του Νόμου. Στο Σινά επάνω. Προσέξτε, διαθήκη του Νόμου. Τον Νόμο που έλαβε ο Μωυσής. Και τον έδωσε στον λαό. Εδώ δε, βάζει ο Θεός κάτι φοβερά πράγματα. Λέει… - υποτίθεται βέβαια ότι θα προήρχετο η δικαίωσις εκ της τηρήσεως των εντολών του Νόμου. Ο Νόμος ήταν άτεγκτος· σαν νόμος. Ο Θεός απήτησε την τελεία εφαρμογή του. Σε όλους τους τομείς του Νόμου. Και εις τον ηθικόν και εις τον τελετουργικόν. Ο Νόμος δεν ήτανε μόνον οι δέκα εντολές. Ήταν και ο τελεσιουργικός νόμος. Και όπως γράφει ο Παύλος ότι «Πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν». Τόσο δα να παρέβαινες, θα λάβαινες ένδικον μισθαποδοσίαν. Θα ετιμωρείσο. Αυτός ο ίδιος ο Μωυσής δεν σώθηκε από τον Νόμο. Γιατί χτύπησε, λέει, δυο φορές τον βράχο να βγάλει νερό. Ακούτε; Κανείς δεν σώθηκε. Ούτε ο Μωυσής εσώθηκε από τον Νόμον. Συνεπώς; Δεν ήταν δυνατόν κανείς να σωθεί. Οι προφήται, κανείς! -«Μα, εκλεκτοί του Θεού…». Κανείς!
Κι έτσι, η αγάπη του Θεού δεν σταματάει. Και αφήνει τον Νόμον, την διαθήκη του Νόμου, να μείνει μόνο παιδαγωγός εις Χριστόν. Να παιδαγωγηθούν οι Εβραίοι. Και τι κάνει; Καταρτίζει τον λαό Του, για να έρθει πάλι η διαθήκη της πίστεως. Και η διαθήκη της πίστεως θα ήρχετο με τον Ιησούν Χριστόν. Γι’αυτό γράφει ο Ιωάννης στο Ευαγγέλιό του, στο πρώτο κεφάλαιο, ότι «ὁ Νόμος διὰ Μωυσέως ἐδόθη -ουδεμία δικαίωσις-, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο». Ήρθε ο Ίδιος εδώ ο Νομοθέτης. Γιατί στο βάθος ο Νομοθέτης στο Σινά είναι ο Θεός Λόγος. Γίνεται άνθρωπος για να δώσει τώρα την χάρη. Ξέρετε τι θα πει «χάρη»; Ό,τι λέμε για έναν κατάδικο: «Σου δόθηκε χάρις». - «Δεν θα μπω στη φυλακή;». -«Σου δίδεται χάρις». Ο ληστής; Πω, πω, πω, ο ληστής! Μπήκε στον Παράδεισο. Σας κάνει εντύπωση αυτό; Στον Παράδεισο δεν ήταν κανείς απ’ την Παλαιά Διαθήκη. Όλοι ήσαν εις τον Άδην. Ρίξτε μια ματιά στην εικόνα εκείνη που ο Χριστός στον Άδη να δείτε πώς τα πράγματα έχουν.
Έτσι ο άνθρωπος δεν πληρώνει πια τις παραβάσεις του. Πληρώνει ο Χριστός επάνω εις τον Σταυρόν. Και έχομε τώρα την τρίτην διαθήκην ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο, που είναι πάλι διαθήκη πίστεως. Αλλά με την προϋπόθεση, με τον όρον ότι θα υπάρξει πίστις εις το θεανθρώπινον πρόσωπον του Χριστού. Αγαπητοί μου, θα ήθελα πολλά να πω πάνω σ’ αυτό, αλλά ο χρόνος τρέχει. Και με την προϋπόθεση της μετανοίας. Ο ληστής, είναι γνωστό, είπε τον Ιησούν επί του Σταυρού «Κύριον». «Κύριος» θα πει Θεός. Ότι ήταν άνθρωπος το ‘βλεπε. Αφού είναι σταυρωμένος. Συνεπώς ομολογεί την θεανθρωπίνη Του φύση. Δείχνει μετάνοια. Γιατί και οι δύο, λέει, λησταί εβλασφήμουν τον Ιησούν. Ο ένας κάποια στιγμή συγκλονίζεται: «Θυμήσου με, Κύριε, στην Βασιλεία Σου». –«Σε βεβαιώνω· σήμερα θα είσαι μαζί μου εις τον Παράδεισον».
Εδώ, λοιπόν, έχομε επιγραμματικά την διαθήκην της πίστεως. Ο όρος ο πρώτος, πίστις στην θεανθρωπίνη φύση του Χριστού. Και ο δεύτερος όρος είναι η μετάνοια. Ολόκληρη δε η προς Ρωμαίους επιστολή, που σας είπα προηγουμένως, αναφέρεται στη δικαίωση την εκ της πίστεως. Γι’αυτό λέγεται η επιστολή αυτή «το κατά Παύλον Ευαγγέλιον». Γράφει ο Παύλος: «Αὐτὸς γάρ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, τὴν ἔχθραν ἐν τῇ σαρκὶ Αὐτοῦ, τὸν νόμον τῶν ἐντολῶν ἐν δόγμασι καταργήσας». Κατήργησε τον νόμο. «Δόγμα» εννοεί πίστιν. Μάλιστα το λέγει ως εξής αυτό ο Ιερός Χρυσόστομος: «Τὴν πίστιν, φησὶν, δόγμα αὐτὴν καλῶν». «Την πίστη την αποκαλεί δόγμα». Και τι είναι η «πίστις»; Κάτι το δεδομένο. Τι είναι το «δόγμα»; Κάτι το δεδομένο.
Αγαπητοί, τρεις διαθήκες στήθηκαν. Η διαθήκη της πίστεως, που είναι τελεία· με τον Αδάμ και την Εύα. Η διαθήκη του Νόμου, στο Σινά· που είναι παροδική και σκληρή και φοβερή. Και τρίτον, η διαθήκη της πίστεως πάλι, στο θεανθρώπινον πρόσωπον του Ιησού Χριστού. «Εάν πιστεύεις», είπε σε πολλούς αρρώστους ο Χριστός… «Πιστεύω, Κύριε»… Σε εκείνον τον πατέρα του δαιμονισμένου παιδιού. «Πιστεύω», λέει, Κύριε». -«Εάν πιστεύεις, λοιπόν, να σου γίνει έτσι, όπως το είπες. Να σου κάνω καλά το παιδί σου. Το παιδί σου θα γίνει καλά». Το αντιλαμβανόμεθα; Είναι δύσκολο; Αγαπητοί μου, είναι το πιο εύκολο πράγμα.
Και ταυτόχρονα είναι το πιο δύσκολο πράγμα. Τι καθιστά την δυσκολίαν εις την πίστιν; Ο ανθρώπινος εγωισμός! Ο ανθρώπινος ορθολογισμός! Δεν αφήνει τον άνθρωπο να πιστεύσει. Έτσι, τι λέει ο Παύλος στους Αθηναίους; «Τοὺς μὲν οὖν χρόνους τῆς ἀγνοίας ὑπεριδὼν ὁ Θεὸς, τανῦν (:τώρα) παραγγέλλει τοῖς ἀνθρώποις πᾶσι πανταχοῦ μετανοεῖν -ο ένας όρος- . Διότι ἔστησεν ἡμέραν, ἐν ᾗ μέλλει κρίνειν τὴν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ, ἐν ἀνδρὶ ᾧ ὥρισε -Αυτός είναι ο Ιησούς Χριστός-, πίστιν παρασχὼν πᾶσιν, ἀναστήσας αὐτὸν ἐκ νεκρῶν». Ο δεύτερος όρος. Η πίστις εις Αυτόν τον άνδρα. Δηλαδή τον Ιησούν Χριστόν. Μετάνοια, λοιπόν, από νεκρών έργων και πίστις στο θεανθρώπινον πρόσωπον του Χριστού, είναι αυτά τα δύο που συνιστούν την τελευταία, τελευταία, δεν υπάρχει άλλη πλέον διαθήκη, που είναι η Καινή Διαθήκη και που σωζόμεθα.
Ας κατανοήσομε λοιπόν, αγαπητοί, πώς σωζόμεθα. Σας είπα την ιστορία της σωτηρίας μας. Και όταν λέμε «θεανθρώπινον πρόσωπον του Χριστού» εννοούμε την Ορθοδοξίαν. Εύχομαι αυτά όλα να κατανοηθούν και να εφαρμοστούν. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της ομιλίας:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_805.mp3
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου