– Γέροντα, στὴν Ἀκολουθία προσεύχομαι περισσότερο γιὰ τὸν
ἑαυτό μου. Ἀκόμη καὶ ὅταν διαβάζεται ὁ Ἄμωμος[1], ποὺ εἶναι γιὰ τοὺς
κεκοιμημένους, πολλὲς φορὲς συνεχίζω τὴν εὐχὴ γιὰ τὸν ἑαυτό μου.
– Τί, ὅλα γιὰ τὸν ἑαυτό σου τὰ θέλεις; Οἱ κεκοιμημένοι ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ τὴν προσευχή μας, διότι οἱ ἴδιοι δὲν μποροῦν νὰ κάνουν πιὰ τίποτε, ἐνῶ ἐμεῖς μποροῦμε νὰ κάνουμε κάτι γι’ αὐτούς.
Ἦταν στὸ Ἅγιον Ὄρος ἕνας μπαρμπα-Γιάννης ποὺ γύριζε παντοῦ καὶ ἔλεγε: «Ἔχεις καμμιὰ δουλειὰ νὰ σοῦ κάνω; Τί δουλειὰ θέλεις νὰ σοῦ κάνω;». Ἦταν τόσο καλός, ποὺ οἱ Πατέρες τοῦ ἔλεγαν νὰ γίνη μοναχός. Ἐκεῖνος ὅμως ἀπαντοῦσε: «Ὄχι, ὄχι, μόνο νὰ προσεύχεσθε γιὰ μένα, γιατὶ δὲν μπορεῖτε νὰ φαντασθῆτε τί κακὸς ἄνθρωπος ἤμουν, τί ἔκανα στὸν πόλεμο!».
