Κυριακή 17 Απριλίου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ [:Φιλιπ. 4, 4-9] Γέροντος Ἀθανασίου Μυτιληναίου «ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ» [7-4-1985] (Β134)


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ [:Φιλιπ. 4, 4-9]

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία μακαριστοῦ γέροντος Ἀθανασίου Μυτιληναίου

μὲ θέμα:

«ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ»

[ἐκφωνήθηκε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Κομνηνείου Λαρίσης στὶς 7-4-1985]

(Β134)

Ζοῦμε, ἀγαπητοί μου, σὲ μία ταραγμένη ἐποχή. Τὰ πρότυπα ἔχουν ἐκλείψει. Καθετὶ ποὺ οἱ αἰῶνες ἔχουν σεβαστεῖ, θεωρεῖται πιὰ νοσηρὸ καὶ ἐπικίνδυνο κατεστημένο καὶ πρέπει νὰ γκρεμιστεῖ... Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ ἡ ἐποχή μας ἔχει χάσει τὸν προσανατολισμό της καὶ ἀναζητᾷ. Ἀναζητᾷ σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς, πῶς θὰ ζήσει ἡ κοινωνία καλύτερα. Πῶς θὰ ἐκφραστεῖ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν τέχνη καλύτερα· πῶς θὰ φιλοσοφήσει ἀκριβέστερα· πῶς θὰ χρησιμοποιήσει τὴν ἐπιστήμη ἐπ᾿ ὠφελείᾳ. Ἀναζητᾷ· παντοῦ ἀναζητᾷ. Γι᾿ αὐτὸ βλέπει κανεὶς σὲ ὅλες αὐτὲς τίς προσπάθειες τοῦ ἀνθρώπου, φεύγοντας ἀπὸ τὴν κλασικότητα, νὰ εἶναι καὶ ἡ τέχνη του καὶ ἡ ζωή του μία καρικατούρα. Ἔτσι, ποὺ ἂν κανεὶς ζήσει λίγο τὴν κλασικότητα, νὰ αἰσθάνεται ὅτι βρίσκεται σὲ μία παρακμή. Ἄν ποῦμε ὅτι στὴν ἐποχή μας, ὅτι ζεῖ αὐτὴν τὴν παρακμή, θὰ μᾶς ἀπαντήσει ἡ ἐποχὴ μας: «Ὄχι· δὲν ζοῦμε τὴν παρακμή. Ἀρνηθήκαμε τὸ παρελθὸν καὶ ζητᾶμε κάτι. Κάτι καινούριο. Εἶναι μία μεταβατικὴ περίοδος. Ζητᾶμε κάτι ἄλλο...».

Ἀλλὰ τί ζητάει ἡ ἐποχή; Ἀγαπητοί, τί ζητάει ἡ ἐποχή... Ζητᾷ τὰ ἀληθῆ μέτρα ποὺ θὰ κάνουν τὸν ἄνθρωπο, ἄνθρωπο. Ἀλλὰ εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος παλινδρομεῖ μέσα στὴ ζωή του καὶ αὐτὸ εἶναι ἕνα μεταπτωτικὸ φαινόμενο· τὸ ὅτι παλινδρομεῖ. Ἐκεῖ ποὺ κρατάει τὴν ἀλήθεια, τὴν ἀφήνει, καὶ ἀναζητᾷ τὴν ἀλήθεια. Ὀξύμωρον σχῆμα. Ἐκεῖ ποὺ κρατάει τὴν ἀλήθεια, τὴν ἀφήνει. Καὶ ἀναζητᾷ τὴν ἀλήθεια. Γιατί γιὰ μιὰ στιγμὴ νομίζει ὅτι δὲν κρατάει τὴν ἀλήθεια, ἢ βαρέθηκε τὴν ἀλήθεια ἢ κουράστηκε μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ ζητάει κάτι ἄλλο. Καὶ αὐτὸ τὸ κάτι ἄλλο, θέλει νὰ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια δὲν εἶναι σπασμένη, δὲν εἶναι μοιρασμένη, δὲν εἶναι κομματιασμένη. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸν λόγο ὁ ἄνθρωπος παλινδρομεῖ πάντα στὴ ζωή του. Καὶ σὰν λαοὶ καὶ σὰν πρόσωπα.

Ἀλλά, ὅπως κι ἂν τὸ κάνουμε, κάνοντας αὐτοὺς τοὺς μεγάλους κύκλους ὁ ἄνθρωπος καὶ φθάνοντας πάλι στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ἀπ᾿ ὅπου ξεκίνησε, ἁπλῶς μπαίνει σὲ μία περιπέτεια. Ἁπλῶς μπαίνει σὲ μία περιπέτεια ποὺ τὸν ταλαιπωρεῖ καὶ τὸν ξεφτίζει. Ξαναγυρίζει στὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ ἕνας λογικὸς ἄνθρωπος θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ: «Γιατί νὰ ζῶ αὐτὴν τὴν περιπέτεια;. Ἐκτὸς πιὰ ἐὰν αὐτὴ ἡ περιπέτεια μὲ κάνει...-κι αὐτὸ εἶναι τῆς μόδας, εἶναι πολὺ τῆς μόδας- μὲ κάνει ἀνήσυχον ἄνθρωπο, ἄνθρωπο τάχα, δῆθεν βαθύ. Γιατί ἂν πρέπει νὰ μένω σ᾿ αὐτὸ ποὺ γνωρίζω ὡς ἀληθές, δὲν ἔχω ἀξία, ζῶ σὲ μία ἐπιφάνεια. Ἄν ὅμως ἀρνηθῶ αὐτὸ ποὺ ἔχω, τότε γίνομαι βαθὺς γιατί ψάχνω»... Ἀγαπητοὶ μου...σνομπισμός. Ἄν ἐπιτρέπεται νὰ πῶ τὴ λέξη καὶ τὸν χαρακτηρισμό. Δηλαδὴ μὲ ἄλλα λόγια, ὁ ἄνθρωπος χάνει πραγματικὰ τὸν ἑαυτό του ὅταν ἀναζητᾷ ἐκεῖνο ποὺ θέλει νὰ βρεῖ καὶ χάνοντας τὸν ἑαυτό του, στὸ τέλος μπαίνει σὲ μία ταλαιπωρία. Ὅμως, γιατί θὰ ἔλειπε τὸ βάθος, ἂν θὰ κρατούσαμε ἐκεῖνο ποὺ ἤδη ὑπάρχει; Γιατί παρακαλῶ θὰ χάναμε τὸ βάθος, ἂν θὰ μέναμε σὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἔχουμε; Ἄν ἐγὼ μένω αὐτὴ τὴ στιγμὴ μέσα σὲ ἕνα τετραγωνικὸ μέτρο, γιατί θὰ πρέπει νὰ κάνω παλινδρομήσεις τῇδε κἀκεῖσε, ἐνῶ ἔχω ἕνα ἀπεριόριστο βάθος μέσα στὸ ὁποῖο μπορῶ νὰ βρίσκομαι;

Ἔτσι, ἀγαπητοί, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο προσφέρεται, πρέπει νὰ τὸ καλλιεργήσουμε, νὰ τὸ βαθύνουμε. Κι αὐτὸ ποὺ προσφέρεται, προσφέρεται ἀπὸ τὸν οὐρανό. Μιὰ ἀθάνατη σελίδα, ἀθάνατη σελίδα τρόπου ζωῆς, ποὺ δὲν ἔχει διακυμάνσεις καὶ περιπέτειες ἀπὸ κεῖνες ποὺ ξεφτᾶνε τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κάνουν ἕνα ἐρείπιο ριγμένο στὸ πεζοδρόμιο μὲ τὰ ναρκωτικά, μὲ τὴν ἀτημέλεια, μὲ ἐκεῖνο τὸ ἄφημα τοῦ ἑαυτοῦ του, ποὺ τὸν κάνει ἡ κατάσταση αὐτὴ τὸν ἄνθρωπο ἀξιοθρήνητον καὶ ἀξιολύπητον, θῦμα τῶν δαιμόνων, μιὰ ἀθάνατη σελίδα... ἀκούσατέ την, ἀγαπητοί μου, ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴ πρὸς Φιλιππησίους, τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ποὺ σήμερα ἀκούστηκε στὴν ἀποστολικὴ περικοπή:

«Τὸ λοιπόν, ἀδελφοί, ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε·  ἃ καὶ ἐμάθετε καὶ παρελάβετε καὶ ἠκούσατε καὶ εἴδετε ἐν ἐμοί, ταῦτα πράσσετε· καὶ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ᾿ ὑμῶν». Τὸ λοιπόν, ἀδελφοί, ὡς πρὸς ἐκεῖνα ποὺ σᾶς εἶπα, κάτι νὰ σᾶς συμπληρώσω, ἀδελφοί. Τὸ λοιπόν. Ὡς πρὸς τὰ ὑπόλοιπα, ἔχω νὰ σᾶς πῶ, ὅσα εἶναι ἀληθινά, ὅσα εἶναι σεμνά, ὅσα εἶναι δίκαια, ὅσα εἶναι ἁγνὰ καὶ προσφιλῆ, ὅσα ἔχουν καλὴ φήμη, ἂν κάποια ἀρετὴ ὑπάρχει καὶ κάτι ποὺ ἐπαινεῖται, αὐτὰ νὰ λογίζεσθε, αὐτὰ νὰ ἔχετε στὸν νοῦ σας· ἐκεῖνα ποὺ μάθατε καὶ παραλάβατε ἀπὸ μένα καὶ ἀκούσατε καὶ εἴδατε σὲ μένα, αὐτὰ νὰ πράσσετε· καὶ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης θὰ εἶναι μαζί σας.

Καταρχὰς βέβαια, ἂν δεῖτε ὁλόκληρο τὸ κεφάλαιο, τὸ 4ον ἀπὸ τὴν πρὸς Φιλιππησίους, θὰ δεῖτε νὰ γράφει ὁ Ἀπόστολος μὲ μία ἀνείπωτη εἰρήνη. Μὲ μία χάρη ποὺ δὲν συναντᾷται ἐδῶ στὴ γῆ παρὰ ἔρχεται ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ἀλλὰ παίρνοντας αὐτὸ τὸ μικρὸ ἀπόσπασμα, ἂς δοῦμε τί μπορεῖ νὰ μᾶς πεῖ ὁ Ἀπόστολος. Ὅσα, λέγει, εἶναι ἀληθῆ, αὐτὰ νὰ λογίζεσθε. Ποιά εἶναι ἀληθῆ; Ἔχετε ἀκούσει πολλὲς φορὲς τὴν ἔκφραση «ἔζησα μιὰ ψεύτικη ζωή»; Ὑπάρχει ἀληθινὴ καὶ ψεύτικη ζωή; Ἢ χαρακτηρίζουμε τὴν ἴδια τὴ ζωὴ ψεύτικη; Ἢ λέμε ἕναν ἄνθρωπο «αὐτὸς ζεῖ ψεύτικα». Ὄχι ὅτι λέγει ψέματα. Ἀλλὰ ὅτι αὐτὸ ποὺ διαλέχτηκε γιὰ νὰ βιωθεῖ, δὲν ἦτο ἀληθινό, δὲν ἦτο τὸ σωστό, δὲν ἦτο αὐτὴ αὕτη ἡ πραγματικότητα. Ἄν θέλετε, αὐτὸ ποὺ ἀκριβῶς καθορίζει τὸν ἄνθρωπο, ὅπως βγῆκε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο κοινωνὸ τοῦ οὐρανοῦ. Αὐτό, ὅταν λείπει, ὅλα εἶναι ψεύτικα. Ἔτσι ἕνας ἄνθρωπος ἅμα ζήσει τὴ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας, τὴ ζωὴ τῶν ἡδονῶν καὶ τῶν αἰσθήσεων, στὸ τέλος θὰ πεῖ: «Ψεύτικη ζωή, πόσο γρήγορα πέρασες!». Ὁ Θεὸς κάνει ψεύτικα πράγματα, γιὰ νὰ ἀναφωνήσεις τὴ ζωή σου, ποὺ σοῦ τὴ χάρισε σὰν δῶρο πανάκριβο καὶ μοναδικό, ψεύτικα πράγματα; Κάνει ὁ Θεὸς ψεύτικα πράγματα; Ἐσὺ ἔζησες τὸ ψέμα, τὸ ψεῦδος, τὴν ἀπάτη, ἐκεῖνο ποὺ ἀκριβῶς θὰ μποροῦσε νὰ εἰπεῖ ὁ σοφὸς Σολομῶν: «Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης». Ὁ σοφὸς Σολομῶν τὸ λέγει αὐτὸ ἀφοῦ δοκίμασε ὅ,τι μποροῦσε νὰ δοκιμάσει ἕνας ἄνθρωπος πάνω στὴ γῆ. Ἀπὸ τὴ σοφία μέχρι τίς ἡδονὲς τῶν αἰσθήσεων. Τὰ ἐδοκίμασε ὅλα! Καὶ ἔφτασε νὰ εἰπεῖ, βαθιὰ ἀπογοητευμένος: «Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης». Καὶ ὅμως, ἀγαπητοί μου, οὐδὲν εἶναι μάταιον. Ἀντιθέτως, ὁ Θεός μας εἶπε νὰ στρέφουμε τὰ μάτια μας μακριὰ ἀπὸ τὴ ματαιότητα. Ὅ,τι ὁ Θεὸς δημιουργεῖ, δὲν εἶναι μάταιον. Ἀλλὰ γιατί ἀναφωνεῖ ὁ ἄνθρωπος ὅτι εἶναι ὅλα μάταια; Γιατί ἔζησε καὶ ζεῖ τὴν ψεύτικη ζωή.

Λέγει λοιπὸν τώρα ὁ Ἀπόστολος: «Ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ», «ὅ,τι εἶναι ἀληθινό, πραγματικό...».... Ἐπὶ παραδείγματι, ὁ ἄνθρωπος εἶναι... -ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ αὐτὸς ὁ ὅρος- δὲν μ᾿ ἀρέσει, γιατί δὲν εἶναι σωστός- εἶναι μία «μεταφυσικὴ ὕπαρξις». Τώρα θὰ τὸ πῶ σωστά. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μία θεολογικὴ ὕπαρξις· ποὺ σημαίνει ἕνα ὅν ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει χωρὶς τὸν Θεό. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἄν θὰ ᾿θελε νὰ ζήσει χωρὶς τὸν Θεό, αὐτὸ δὲν εἶναι ἡ ἀλήθεια. Αὐτὸ εἶναι τὸ ψεῦδος. Αὐτὸ ἀκριβῶς θέλει νὰ πεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. «Ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, αὐτὰ νὰ ζεῖτε».

«Ὅσα σεμνά». Τί θὰ πεῖ «ὅσα σεμνά»; Ὅσα σεβαστά. Ὅ,τι εἶναι σεβαστό. Ἐξωτερικά. Γιατί θὰ πεῖ κάτι πιὸ κάτω ποὺ θὰ εἶναι ἐσωτερικό. Ὅσα εἶναι σεβαστά. Καὶ εἶναι πολλὰ πράγματα σεβαστὰ εἰς τὸν κόσμον αὐτόν. Ἐάν, ἀγαπητοί μου, ποῦμε δὲν εἶναι τίποτα σεβαστὸν εἰς τὸν κόσμον αὐτόν, καὶ τί εἶναι ὁ ἡλικιωμένος ἄνθρωπος καὶ τί εἶναι ὁ πρεσβύτερος καὶ τί εἶναι ὁ ἱερεὺς καὶ τί εἶναι ὁ ναὸς καὶ τί εἶναι τοῦτο καὶ τί εἶναι ἐκεῖνο, ὅλα νὰ τὰ ποδοπατήσουμε, ὅλα νὰ τὰ γκρεμίσουμε, αὐτὸ ἀκριβῶς δείχνει τὸν ἄνθρωπο τὸν παρηκμασμένο. Ὁ παρηκμασμένος ἄνθρωπος εἶναι δαιμονισμένος ἄνθρωπος. Ὁ διάβολος ἀγαπᾷ τὴν καταστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου, τὴν παρακμή του. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ὅμως σέβεται, ὁτιδήποτε σέβεται, ἐπιτρέψατέ μου, κι ἕνα λουλούδι στὸ βουνὸ ποὺ περνάει, στὸν δρόμο, στὸ μονοπάτι, τὸ σέβεται. Δὲν τὸ πατᾷ. Ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ κόψει, θὰ τὸ κόψει καὶ θὰ τὸ περιεργαστεῖ. Θὰ τὸ μυρίσει, θὰ τὸ κοιτάξει καλά, θὰ δοξάσει τὸν Θεό, θὰ τὸ βάλει στὸ βάζο του στὸ σπίτι του. Δὲν θὰ κάνει ἐκεῖνο ποὺ κάνουμε, θὰ τὸ ἔχετε δεῖ πολλὲς φορές, σκύβουμε, κόβουμε μὲ μίαν ἀναίδειαν, μέσα στὴν κτίσῃ μπροστὰ εἶναι μία ἀναίδεια, κόβομε ἕνα λουλούδι, τὸ βάζουμε στὰ ρουθούνια μας καὶ μὲ ἀπαρέσκεια τὸ πετᾶμε. Ἄνθρωπε, γιατί δὲν σέβεσαι αὐτὸ ποὺ ὅλα ὁ Θεὸς γύρω σου ἔχει δημιουργήσει; Ὁ ἄνθρωπος ποὺ σέβεται, σέβεται τὰ πάντα. Κι ἕνα μικρὸ παιδί! Ὄχι μόνο ἕνα λουλούδι· κι ἕνα μικρὸ παιδί. Μπροστὰ σὲ ἕνα μικρὸ παιδὶ δὲν θὰ ἀσχημονήσει. Τὸ σέβεται. Δὲν ἔχει κριτήριο τὴν ἡλικία. Οὔτε ἀκόμα τὴν ποιότητα. Ἔχει ἁπλῶς μπροστά του κριτήριο ὅτι εἶναι κτίσματα τοῦ Θεοῦ. Ὅλα τὰ σέβεται. Ὅσα λοιπὸν εἶναι σεμνά, αὐτὰ νὰ λογίζεστε. Δηλαδὴ ὅ,τι εἶναι σεβαστό, αὐτὸ νὰ ἔχετε στὸν νοῦ σας.

«Ὅσα δίκαια». Ὅσα δίκαια. Ὅ,τι ἀνήκει στὴ σχέση σου, ἄνθρωπε, μὲ τὸν Θεό, μὲ τὸν συνάνθρωπό σου καὶ μὲ τὸν ἑαυτό σου. Ἡ σχέση δικαιοσύνης εἶναι μεγάλο πρᾶγμα. Ἡ σχέση δικαιοσύνης δὲν εἶναι μεταξὺ τοῦ ἐργοδότου καὶ τοῦ ἐργαζομένου. Ἡ δικαιοσύνη δὲν περιορίζεται στὸ θέμα, παρακαλῶ, στὸ θέμα τοῦ μισθοῦ, στὸ θέμα τῶν χρημάτων. Εἶναι πολὺ περιορισμένο αὐτό. Εἶναι καὶ αὐτό. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ ὅμως. Εἶναι κάτι πολὺ πολὺ βαθύτερο, κάτι πολὺ πολὺ πλατύτερο. Τί ἀνήκει στὸν Θεό; Θά Τοῦ τὸ ἀποδώσω. Τί ἀνήκει στὸν πλησίον μου; Καὶ ἡ ἡσυχία ἀκόμη ποὺ πρέπει νὰ κάνω τὸ μεσημέρι, εἶναι θέμα δικαιοσύνης. Ἀκούσατέ το αὐτό. Εἶναι θέμα δικαιοσύνης, ὅταν ἀντιλαμβάνομαι ὅτι πρέπει νὰ κάνω ἡσυχία, νὰ μὴν ἀνησυχήσω τὸν ἄλλον ἄνθρωπο. Ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι στὸν ἑαυτό μου δικαιοσύνη. Θὰ τοῦ ἀποδώσω ὅ,τι πρέπει. Ὅταν πολλὲς φορὲς ἀκοῦτε ἀνθρώπους νὰ λένε: «Ἐγὼ κάνω ὅ,τι μ᾿ ἀρέσει, ἁμαρτάνω κατὰ τὸ δοκοῦν, δὲν ἀδικῶ κανέναν. Ποιόν πειράζω;». Ναί, δὲν ἀδικεῖς κανέναν, ἔστω, ἂς τὸ πάρουμε κι ἔτσι, σὲ μία πρώτη φάση. Ἀδικεῖς ὅμως τὸν ἑαυτό σου. Καὶ δὲν πρέπει καὶ ἡ δικαιοσύνη νὰ εἶναι καὶ στὸν ἑαυτό σου; Δὲν λέγει ἡ ἐντολή: «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν»; Ποιό εἶναι τὸ κριτήριο; Ὁ ἑαυτός σου. Τὸ κριτήριον εἶναι ὁ ἑαυτός σου. Καὶ στὴν ἀγάπη καὶ στὴ δικαιοσύνη. Ἄν δὲν ἔμαθες νὰ ἀποδίδεις ἀγάπη στὸν ἑαυτό σου, ἀγάπη καὶ δικαιοσύνη στὸν ἑαυτό σου, πῶς θὰ ἀποδώσεις στὸν ἄλλον; Πῶς θὰ ἀποδώσεις στὸν Θεό; Ἐὰν ὁ ἑαυτός σου εἶναι ὁ πλησιέστερος πλησίον σου καὶ τὸν ἀγνοεῖς καὶ τὸν περιφρονεῖς καὶ τὸν ἀδικεῖς, πῶς θὰ μπορέσεις νὰ ἀποδώσεις στὸν ἄλλον τὴ δικαιοσύνη; Τὸ κριτήριο σοῦ λείπει. Τὸ μέτρο σοῦ λείπει. Πῶς θὰ μετρήσεις λοιπόν, ἀφοῦ ὁ ἑαυτός σου εἶναι στραπατσαρισμένος;

Βλέπετε λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ὅτι εἶναι μεγάλο πρᾶγμα νὰ εἶναι κανεὶς δίκαιος. Εἶναι μία ἀπὸ τίς τέσσερις μεγάλες ἀρετὲς τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων ἡ δικαιοσύνη. Καὶ ὅπως λέγουν οἱ Πατέρες, ἡ δικαιοσύνη σκορπιέται, μοιράζεται, ἀνάμεσα στὶς ἄλλες τρεῖς ἀρετές. Δηλαδὴ αὐτὸ ποὺ θὰ λέγαμε στὴν πατερικὴ γλῶσσα, εἶναι ἡ διάκρισις, εἶναι ὁ τρόπος ποὺ συνδέεται ἡ μία ἀρετὴ μὲ τὴν ἄλλη. Αὐτὸ εἶναι ἡ δικαιοσύνη. Εἶναι μεγάλο πρᾶγμα. Εἶναι πλατύ. Εἶναι βαθὺ πρᾶγμα.

«Ὅσα ἀγνά». Ὦ, ὅσα ἁγνά! Ἐὰν τὰ σεμνὰ εἶναι κάτι τὸ ἐξωτερικό, τὰ ἁγνὰ εἶναι κάτι τὸ ἐσωτερικό. Εἶναι ὅ,τι ἀναφέρεται στὰ ἐλατήρια καὶ στὶς ἐφέσεις τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ πρέπει νὰ εἶναι ὅλα αὐτὰ ἀμόλυντα, καθαρά. Λέμε: «Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἁγνὸς ἄνθρωπος». Τί θὰ πεῖ αὐτό; Ἔχει ἁγνὲς προθέσεις. Τὰ ἐλατήριά του εἶναι ἁγνά. Δὲν εἶναι ὁ σκολιός, ὁ διεστραμμένος ἄνθρωπος. Τὸ «ναὶ» του εἶναι «ναί» του. Τὸ «ὄχι» του εἶναι «ὄχι» του. Αὐτὸ ποὺ ὁ Κύριος εἶπε στὸν ὅρκο· τὸ «ναὶ» σας, «ναὶ σας» καὶ τὸ «ὄχι» σας, «ὄχι σας». Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι. Εἶναι ὁ ἄδολος ἄνθρωπος, εἶναι ὁ ἁγνὸς ἄνθρωπος. Πολλὲς φορὲς τὸ λέμε αὐτὸ γιὰ ἕναν ἄνθρωπο. «Αὐτὸς εἶναι ἁγνὸς ἄνθρωπος, εἶναι ἁγνὸς πατριώτης». Τί σημαίνει αὐτό; Δὲν ὑπάρχουν ἄλλα στοιχεῖα ποὺ νὰ μπαίνουν καὶ νὰ ἐπηρεάζουν τὰ ἐλατήριά του στὶς ἀποφάσεις του καὶ στὶς ἐνέργειές του. Ἁγνὸς ἄνθρωπος! Ὡραῖο πρᾶγμα! Ἁγνὸς ἄνθρωπος. Ἐν εὐρείᾳ ἐννοίᾳ. Ἁγνὸς βέβαια ἐν στενῇ ἐννοίᾳ, εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν κάνει ἀνήθικες πράξεις. Δηλαδὴ ὁ ἠθικός, ἐν στενῇ ἐννοίᾳ , ὁ ἐγκρατὴς ἐν στενῇ ἐννοίᾳ.

«Ὅσα προσφιλῆ». Ὅσα εἶναι προσφιλῆ. Προσφιλὲς θὰ πεῖ ἀγαπητό. Ὅσα λοιπὸν εἶναι προσφιλῆ, αὐτὰ νὰ λογίζεστε. Καὶ ποιά εἶναι τὰ προσφιλῆ, ἀγαπητοί μου; Ὅ,τι εἶναι προσφιλὲς στὸν Θεὸ πρῶτα. Αὐτὸ ποὺ λέμε: «Ἀρέσει στὸν Θεό;». «Κύριε, ἂν κάνω μία πράξη, θὰ σοῦ ἀρέσει;». Ὅπως ὁμοίως καὶ στοὺς ἀνθρώπους. Βέβαια πολλὰ πράγματα μπορεῖ νὰ ἀρέσουν καὶ νὰ εἶναι βρώμικα. Ἄρεσε, λέγει, πολὺ ὁ χορὸς τῆς Σαλώμης, ὅταν χόρεψε μπροστά... ἐκεῖνο τὸ διεφθαρμένο κορίτσι, τὸ ἐντελῶς διεφθαρμένο κορίτσι, τὸ ἀνήθικο, ὅταν χόρεψε μπροστὰ στὸν πατέρα του τὸν Ἡρώδη καὶ εἰς τοὺς ἐπισήμους τῆς Ἐπαρχίας. Ἄρεσε. Ἄρεσε... Προσφιλές; Τὸ κριτήριο τοῦ προσφιλοῦς, δὲν εἶναι στοὺς ἀνθρώπους μπροστά, δὲν εἶναι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ τὸ κριτήριο εἶναι... τί ἀρέσει στὸν Θεό. Ἅμα ἀρέσει κάτι στὸν Θεό, ὁπωσδήποτε ἀρέσει στοὺς ἀνθρώπους· ἂν θέλετε, στοὺς ἁγνοὺς ἀνθρώπους, στοὺς καθαροὺς ἀνθρώπους. Θέλετε ἀκόμη; Καὶ εἰς τοὺς βρώμικους... δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ τὸ σεμνό, τὸ ἀγαθό, τὸ ὡραῖο, ἐκεῖνο ποὺ εἶναι προσφιλές, νὰ μὴν ἀρέσει καὶ στοὺς διεφθαρμένους ἀνθρώπους. Θὰ μοῦ πεῖτε: «Τὸ κοροϊδεύουν...».... Μὰ αὐτὸ εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι τοὺς ἀρέσει! Θὰ μοῦ πεῖτε «ἡ ἀπόδειξη ὅταν κοροϊδεύουν;». Βεβαίως! Εἶναι ἡ ἀντίδρασις. Ὅτι αὐτὸ ποὺ ἐγὼ δὲν ἔχω, τὸ κοροϊδεύω γιατί δὲν τὸ φτάνω. «Ὄμφακὲς εἰσιν». «Ἀγουρίδες εἶναι», ὅπως εἶπε ἡ ἀλεποῦ γιὰ τὰ σταφύλια. Ὅ,τι δὲν φθάνει ὁ ἄλλος, τὸ κοροϊδεύει. Ἄν λοιπὸν σὲ κοροϊδεύει ὁ διεφθαρμένος γιατί κάνεις προσφιλῆ πράγματα, εἶναι μία ἀπόδειξη ὅτι δὲν τὸ φθάνει. Τὸ θέλει στὸ βάθος. Ἄν εἶχε ταπείνωση, θὰ σοῦ ᾿σφιγγε τὸ χέρι καὶ θὰ σοῦ ἔλεγε «μπράβο».

«Ὅσα εὒφημα». Ὅσα ἔχουν καλὴν φήμην. Γιατί προφανῶς ὑπάρχουν καὶ πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν καλὴν φήμην. Πρέπει λοιπὸν ὁπωσδήποτε νὰ ἀκολουθοῦμε πάντοτε ἐκεῖνο ποὺ ἔχει καλὴ φήμη. Ὄχι πάντοτε ὅ,τι μόνο εἶναι, ἀλλὰ καὶ ὅ,τι φαίνεται. Προσέξατέ το αὐτό. Λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Προνοούμενοι καλὰ ἐνώπιον πάντων ἀνθρώπων». Νὰ φροντίζουμε νὰ ὑπάρχει μία καλὴ φήμη, ὄχι μὲ ἐλατήριο τὴν  κενοδοξίαν, ἀλλὰ μὲ ἐλατήριον νὰ δοξαστεῖ ὁ Θεὸς καὶ ὄχι νὰ κατηγορηθεῖ ὁ Θεὸς καὶ νὰ βλασφημηθεῖ. Ἐνώπιον πάντων ἀνθρώπων. Καὶ ὅταν λέει «πάντων» ἐννοεῖ καὶ τοὺς μὴ χριστιανούς. Τί θὰ κάνω, ποὺ νὰ μὴν σκανδαλίσω. Ὅ,τι κάνω, θὰ εἶναι εὔφημο. Ὄχι λοιπὸν ὅτι πιστεύω ἀλλὰ καὶ ὅπως φαίνομαι. Εἶναι πολὺ σπουδαῖο. Ὑπάρχει ἕνα παλιὸ ρητό, γνωμικό, ποὺ ἔλεγε: «Ἡ σύζυγος τοῦ αὐτοκράτορος δὲν πρέπει νὰ εἶναι τιμία ἀλλὰ πρέπει νὰ φαίνεται τίμια». Διότι κάποιος μπορεῖ νὰ πεῖ: «Ἔ, ἐγὼ εἶμαι ἁγνὸς ἄνθρωπος, καὶ ἂν κινηθῶ ὅπως θέλω, κι ἂν ὁ ἄλλος βάλει στὸ μυαλό του κάτι πονηρό, τί μὲ νοιάζει ἐμένα; Ἐγὼ εἶμαι ἁγνὸς ἄνθρωπος». Δὲν εἶναι ἀρκετό. Δὲν εἶναι ἀρκετό. Πρέπει καὶ νὰ εἶσαι, πρέπει καὶ νὰ φαίνεσαι. Ὄχι νὰ ἐπιδεικνύεσαι. Ὄχι νὰ λές: «Ξέρεις, ἐγὼ εἶμαι ἐγώ...».... Ἀλλὰ ἁπλῶς οἱ πράξεις σου νὰ εἶναι τέτοιες ποὺ νὰ φαίνονται καὶ νὰ δοξάζεται ὁ Θεός. Γι᾿ αὐτὸ λέγει ὁ Κύριος, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τὸ λέγει αὐτό: «ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Εἴδατε; Ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ εἶναι στὸ τέλος. «Ὅσα εὒφημα, ταῦτα λογίζεσθε. Εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε». Καὶ συγκεφαλαιωτικὰ πιά, γιὰ νὰ μὴν τραβήξει μακρὺ τὸν κατάλογο ὁ Ἀπόστολος, τί λέγει; Καὶ τέλος πάντων, ὅ,τι εἶναι ἀρετὴ καὶ ὅ,τι εἶναι ἐπαινετόν, αὐτὸ νὰ λογίζεσθε. Σήμερα δὲν εἴμεθα κυνηγοὶ τῶν ἀρετῶν καὶ τῶν ἐπαινετῶν πραγμάτων, ἀλλὰ τῶν ἀντιστρόφων. Γιὰ νὰ κάνουμε ἐπίδειξη. Δὲν εἶναι τῆς μόδας, ὅπως σᾶς εἶπα καὶ στὴν ἀρχή, σήμερα νὰ ζοῦμε τὴν ἀρετή.

Ἀγαπητοί, προσέξατέ το. Εἶναι μία σελίδα χριστιανικῆς τελειότητος αὐτὸ ποὺ μᾶς λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Μία σελίδα πνευματικῆς ζωῆς. Ὄχι ἁπλῶς τηρηταὶ κάποιων ἐντολῶν. Ὄχι αὐτὸ μόνον. Οἱ ἐντολὲς προϋποτίθενται. Ἀλλὰ τί; Ἀφοῦ θὰ ζήσουμε τίς ἐντολές, θὰ ἀρχίζουν οἱ ἐντολὲς νὰ βγάζουν ἄρωμα. Αὐτὰ λοιπὸν ποὺ ἀνέφερε ἐδῶ ὁ Ἀπόστολος, εἶναι τὸ ἄρωμα τῶν ἐντολῶν. Καὶ δὲν εἶναι αὐτὲς ἀπὸ μόνες τους οἱ ἐντολές. Ἀλλὰ τὸ ἄρωμά τους. Πολλοὶ ἄνθρωποι τηροῦν τίς ἐντολές, ἀλλὰ κάνουν νὰ μὴν βγαίνει ἄρωμα ἀπὸ τίς ἐντολές. Πρέπει λοιπὸν νὰ βγαίνει ἄρωμα. Ἔτσι, ὅ,τι ἀρωματῶδες, θὰ μπορούσαμε νὰ ἑρμηνεύσουμε, ὅ,τι ἀρωματῶδες ἀπὸ ἀρετὲς καὶ ἐπαινετὰ πράγματα, αὐτά, λέει, νὰ ἔχετε στὸ μυαλό σας καὶ μὲ κάθε τρόπο νὰ προσπαθεῖτε μὲ αὐτὰ νὰ ζήσετε καὶ μὲ αὐτὰ νὰ ἐμφανίζεστε.

«Ἃ καὶ ἐμάθετε καὶ παρελάβετε καὶ ἠκούσατε καὶ εἴδετε ἐν ἐμοί, ταῦτα πράσσετε». Ἐδῶ βάζει τέσσερα ζεύγη. «Ἐκεῖνα ποὺ ἔχετε μάθει καὶ ἔχετε παραλάβει...»- ἀπὸ ποιόν; «Ἀπὸ μένα. Κι ἐκεῖνα ποὺ ἀκούσατε καὶ εἴδατε σὲ μένα, αὐτὰ νὰ πράσσετε». Πέραν ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θεωρητικά τοὺς εἶπε, ἀγαπητοί μου, ὁ Ἀπόστολος, τώρα τοὺς δίνει καὶ ἕνα διάγραμμα πρακτικόν. Μὴν πεῖτε ὅτι εἶναι ἀλαζονεία ἐκ μέρους τοῦ Παύλου. Αὐτὸς ὅλος ὁ στίχος εἶναι μία πλάτυνσις ἑνὸς ἄλλου στίχου, ποὺ εἶπε: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ». Μὴν πεῖτε ὅτι ὁ Παῦλος εἶναι κενόδοξος, εἶναι ὑπερήφανος. Μὴν τὸ ποῦμε αὐτό. Ὁ Παῦλος προβάλλει τὸν ἑαυτό του πρὸς μίμησιν. Καὶ τί λέγει; «Ἐκεῖνα ποὺ μάθατε καὶ πήρατε, αὐτὰ νὰ πράσσετε». Σὰν διδασκαλία. «Ἐκεῖνα ποὺ εἴδατε καὶ ἀκούσατε σὲ μένα. Εἴδατε ὅσο ἤμουνα στὴν πόλη σας, τοὺς Φιλίππους. Καὶ ἀκούσατε ὅσα δὲν ἤμουν ἐγὼ στὴν πόλη σας, ἀλλὰ ἀκούσατε σὰν φήμη, αὐτὰ νὰ πράσσετε». Γιατί τὸ λέγει αὐτὸ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἄραγε; Γιατί; Θέλει νὰ δώσει, ἀγαπητοί μου, ἕναν τύπον ἀνθρώπου. Ὁ Παῦλος εἶναι πολὺ ταπεινός, εἶναι πάρα πολὺ ταπεινός. Φοβεῖται δὲ ὅλα ἐκεῖνα τὰ μοντέλα, τὰ ὑποδείγματα, τὰ ὁποῖα προσεφέροντο στὴν ἐποχή του. Καὶ θέλει νὰ παρουσιάσει -πρωτοεμφανίσιμος εἶναι ὁ Χριστιανισμὸς στὸν κόσμον- νὰ παρουσιάσει πρότυπα. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁμιλεῖ γιὰ πρότυπα. Καὶ εἶναι γνωστὸ ὅτι πρότυπον δὲν εἶναι μόνον ὁ Παῦλος. Καθένας ποὺ ζεῖ Χριστὸν εἶναι ἕνα πρότυπο. Ὅλοι οἱ ἅγιοι εἶναι πρότυπα. Θὰ μπορούσαμε λοιπὸν νὰ ποῦμε ἁπλᾶ: Πέραν ἀπὸ τίς συμβουλές, ἔχετε καὶ πρότυπα. Ἡ ἐποχή μας γκρεμίζει τὰ πρότυπα· ὅποια καὶ νὰ εἶναι. Ἐμεῖς πρέπει νὰ ἔχουμε τὰ πρότυπα. Τὰ πρότυπα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Τὰ καλλιτεχνήματα τῆς σμίλης τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Καὶ εἶναι οἱ ἅγιοι. Αὐτοὶ θὰ εἶναι τὰ πρότυπά μας. Καὶ λέγει: «Τότε, ἐὰν ἔχετε τὴ διδασκαλίαν καὶ πρότυπα τοὺς ἁγίους καὶ τὰ πράττετε ὅλα αὐτά, τὰ ἐφαρμόζετε, τότε -ἀκοῦστε- τότε «ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ᾽ ὑμῶν (Ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης θὰ εἶναι μαζί σας)». Γιατί λέγει τὸν Θεόν, «Θεὸν τῆς εἰρήνης»; Γιατί εἶναι πραγματικὰ Θεὸς τῆς εἰρήνης. Δηλαδὴ εἶναι ἡ ἀληθινὴ εἰρήνη ὁ Θεός. Τότε, ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης θὰ εἶναι μαζί σας. Θὰ ἀναπαυθεῖτε ἐσωτερικά. Τότε θὰ βρεῖτε νόημα στὴ ζωή. Τότε θὰ πεῖτε: «Δὲν εἶναι τίποτα μάταιο εἰς τὸν κόσμον αὐτόν». Ὅλα εἶναι ἐξαγιασμένα. Ὅλα κάτω ἀπό τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Μέσα σὲ μία ἀνείπωτη χαρά, μέσα σὲ μία ἀνείπωτη εἰρήνη. Ἐκείνη ποὺ ψάχνει ὁ κόσμος νὰ βρεῖ, ἀλλὰ δὲν τὴν βρίσκει, γιατί δὲν ἔχει τὸν Χριστό. Καὶ ὅλα αὐτὰ εἶναι οἱ θησαυροὶ τοῦ Χριστοῦ, οἱ θησαυροὶ οἱ ἀπόκρυφοι τοῦ Χριστοῦ· ποὺ ὅταν κανεὶς πιστέψει στὸ πρόσωπό Του, ἀρχίζει ἕναν-ἕναν νὰ τὸν ἀνακαλύπτει καὶ νὰ τὸν προσοικειοῦται.

 

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

καὶ μὲ ἀπροσμέτρητη εὐγνωμοσύνη στὸν πνευματικό μας καθοδηγητή

μακαριστὸ γέροντα Ἀθανάσιο Μυτιληναῖο,

μεταφορὰ τῆς ἀπομαγνητοφωνημένης ὁμιλίας σὲ ἠλεκτρονικὸ κείμενο καὶ ἐπιμέλεια:

Ἑλένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

 

   Ἀπομαγνητοφώνηση ὁμιλίας διὰ χειρὸς τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀθανασίου Κ.

    http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriak
vn_272.mp3
__________________________________
Πολυτονισμὸς ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ
«Πᾶνος» 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου