Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

ΙΕΡΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΙΟΥΒΕΝΤΙΝΟ ΚΑΙ ΜΑΞΙΜΙΝΟ που μαρτύρησαν επί Ιουλιανού του Αποστάτου

 

[[ΣΥΝΤΟΜΟ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ: Η ομιλία εκφωνήθηκε στην Αντιόχεια, πιθανότατα περί το 388 μ.Χ., προς τιμήν των αγίων στρατιωτών Ιουβεντίνου και Μαξιμίνου(ή Μάξιμου), που μαρτύρησαν επί Ιουλιανού του Αποστάτη. Όταν εξέφρασαν την αποδοκιμασία τους για την αντιχριστιανική πολιτική του αυτοκράτορα, καταγγέλθηκαν και οδηγήθηκαν στον θάνατο. Ο Ιερός Χρυσόστομος εξαίρει την ανδρεία, την παρρησία και την ακλόνητη πίστη τους και παρουσιάζει τη θυσία τους ως πνευματική νίκη και πρότυπο χριστιανικής ομολογίας. Στην αρχή ο Ιερός Χρυσόστομος συνδέει την εορτή τους με πρόσφατη σύναξη προς τιμήν του αγίου Βαβύλα και των τριών παίδων που μαρτύρησαν μαζί του, αντιπαραβάλλοντας έτσι τους παλαιότερους με τους νεότερους μάρτυρες της Εκκλησίας]].

…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

ΙΕΡΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΙΟΥΒΕΝΤΙΝΟ ΚΑΙ ΜΑΞΙΜΙΝΟ

που μαρτύρησαν επί Ιουλιανού του Αποστάτου

Πρόσφατα ο μακάριος Βαβύλας μάς συγκέντρωσε εδώ μαζί με τα τρία παιδιά που μαρτύρησαν μαζί του· σήμερα ένα ζεύγος αγίων στρατιωτών παρέταξε σε θέση μάχης το στράτευμα του Χριστού[[δηλαδή την Εκκλησία]]. Τότε είχαμε ένα άρμα μαρτύρων· σήμερα έχουμε ένα ζεύγος μαρτύρων. Διαφορετική η ηλικία, αλλά μία η πίστη· ποικίλοι οι αγώνες, αλλά ίδια η ανδρεία. Εκείνοι ανήκουν σε παλαιότερη εποχή, ενώ αυτοί είναι νεότεροι και πιο πρόσφατοι.

Τέτοιος είναι ο θησαυρός της Εκκλησίας: μαργαριτάρια παλαιά και νέα, όλα όμως εξίσου πολύτιμα και όμορφα. Δεν χάνει τη λάμψη του το άνθος τους ούτε μαραίνεται με την πάροδο του χρόνου· δεν δέχεται την οξείδωση της παλαιότητας, η φύση της λαμπρότητας αυτής· γιατί η υλική περιουσία δεν αντέχει στη μεγάλη διάρκεια του χρόνου, αλλά σταδιακά παραδίδεται στη φθορά. Γιατί και τα ενδύματα φθείρονται, και τα σπίτια ερειπώνονται και ακόμη και ο χρυσός αλλοιώνεται[πρβ. Ιακ. 5, 2-3: «Ὁ πλοῦτος ὑμῶν σέσηπε καὶ τὰ ἱμάτια ὑμῶν σητόβρωτα γέγονεν, ὁ χρυσὸς ὑμῶν καὶ ὁ ἄργυρος κατίωται, καὶ ὁ ἰὸς αὐτῶν εἰς μαρτύριον ὑμῖν ἔσται καὶ φάγεται τὰς σάρκας ὑμῶν (:Ο πλούτος σας έχει σαπίσει, και τα πολυτελή σας ρούχα που αποθηκεύατε τα έχει φάει ο σκόρος. Το χρυσάφι σας και το ασήμι έχουν κατασκουριάσει˙ και η σκουριά τους θα μένει ως μαρτυρία για τη ματαιότητα και τη σκληρότητά σας, και θα σας φάει ζωντανούς σαν φωτιά. Έχετε μαζέψει υλικούς θησαυρούς για τις έσχατες ημέρες της Κρίσεως, τότε που πρόκειται να τιμωρηθείτε)»] και γενικά κάθε μορφή υλικής περιουσίας φθείρεται με την πάροδο του χρόνου και τελικά εξαφανίζεται.

Με τους πνευματικούς θησαυρούς, όμως, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Οι μάρτυρες μένουν αιώνια νέοι και ακμαίοι· ο χρόνος δεν θαμπώνει τη δόξα τους, αλλά η λαμπρότητά τους εξακολουθεί πάντοτε να ακτινοβολεί. Κι εσείς, επειδή το γνωρίζετε αυτό, δεν κάνετε διάκριση στην τιμή που αποδίδετε στους παλαιότερους και στους νεότερους μάρτυρες, αλλά με την ίδια προθυμία, με την ίδια αγάπη και με την ίδια διάθεση όλους τούς τιμάτε και τους υποδέχεστε. Γιατί δεν σας ενδιαφέρει πόσο παλαιοί ή πρόσφατοι είναι, αλλά αναζητάτε τη γενναιότητα, την ευλάβεια της ψυχής, την ακλόνητη πίστη και τον θερμό, υψιπετή ζήλο. Και μάλιστα τέτοιον θερμό ζήλο, σαν αυτόν που επέδειξαν οι μάρτυρες που μας συγκέντρωσαν σήμερα στη σύναξη αυτή. Γιατί ήταν τόσο φλογερός ο πόθος τους για τον Θεό, ώστε, χωρίς καν να υποστούν διωγμό, να αξιωθούν το στεφάνι του μαρτυρίου, χωρίς να δώσουν μάχη, να στήσουν τρόπαιο νίκης, χωρίς να πολεμήσουν, να αναδειχθούν νικητές και χωρίς καμιά αναμέτρηση να φτάσουν κατευθείαν στο έπαθλο του νικητή.

Και πώς συνέβη αυτό, εγώ θα σας το εξηγήσω· κάντε μου, όμως, λίγη υπομονή, γιατί πρέπει να αρχίσω την αφήγηση από λίγο πιο πίσω. Έζησε στην εποχή μας ένας αυτοκράτορας που ξεπέρασε στην ασέβεια όλους όσοι είχαν προηγηθεί· γι’ αυτόν σας έχω μιλήσει και παλαιότερα [[Εδώ ο Ιερός Χρυσόστομος αρχίζει πλέον την ιστορική αφήγηση που προανήγγειλε. Ο «βασιλεύς» είναι ο Ιουλιανός ο Παραβάτης· και το βασικό νόημα είναι ότι απέφευγε έναν ανοιχτό διωγμό, επειδή είχε καταλάβει πως ο θάνατος των μαρτύρων όχι μόνο δεν εξασθενούσε την Εκκλησία, αλλά γινόταν αφορμή για ακόμη μεγαλύτερη άνθησή της]]. Αυτός ο αυτοκράτορας λοιπόν, βλέποντας ότι κάθε μαρτυρικός θάνατος, αντί να πλήττει την Εκκλησία, την έκανε ακόμη πιο ένδοξη και ισχυρή, και βλέποντας μάλιστα όχι μόνο άνδρες, αλλά ακόμη και παιδιά τρυφερής ηλικίας και νέες που δεν είχαν γνωρίσει ακόμη τον γάμο, και γενικά ανθρώπους κάθε ηλικίας, άνδρες και γυναίκες, να προστρέχουν πρόθυμα στον μαρτυρικό θάνατο για χάρη της πίστης στον Θεό, βασανιζόταν και γέμιζε οργή και οδύνη, δεν τολμούσε, όμως, να κηρύξει ανοιχτά πόλεμο εναντίον των Χριστιανών. Γιατί ήξερε πως, αν άρχιζε ο διωγμός, όλοι οι Χριστιανοί θα έτρεχαν προς το μαρτύριο όπως ένα σμήνος μελισσών ορμά προς την κηρήθρα. Και δεν είχε διδαχθεί αυτή την αλήθεια από ξένους, αλλά από την ίδια την εμπειρία των προκατόχων του.

Γιατί από τα πρώτα ακόμη χρόνια, όταν η χριστιανική πίστη έμοιαζε με μια μικρή σπίθα, και αυτοκράτορες και λαοί ξεσηκώθηκαν επανειλημμένα για να την κατασβέσουν. Κι όμως δεν κατάφεραν ούτε να σβήσουν τη σπίθα ούτε να καταλύσουν την Εκκλησία· εκείνοι ήταν που τελικά χάνονταν. Η μικρή εκείνη σπίθα, αντίθετα, μεγάλωνε, υψωνόταν ολοένα περισσότερο και εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την οικουμένη· κι όλα αυτά ενώ οι πιστοί οδηγούνταν στη σφαγή, στη φωτιά, στον γκρεμό, στον πνιγμό και στα άγρια θηρία. Και πράγματι, πατούσαν πάνω στα αναμμένα κάρβουνα σαν να πατούσαν απλό χώμα, τις θάλασσες και τα κύματα τα αντίκριζαν σαν να ήταν ήρεμα λιβάδια και έτρεχαν προς το ξίφος της εκτέλεσης σαν να τους περίμεναν βασιλικό διάδημα και στεφάνι νίκης. Έτσι έδειξαν πως κανένα βασανιστήριο δεν μπορούσε να τους νικήσει: δεν το υπέμεναν απλώς με γενναιότητα, αλλά το δέχονταν με χαρά και με μεγάλη προθυμία. Γιατί, όπως ακριβώς τα φυτά από τη φύση τους αυξάνονται όταν ποτίζονται, έτσι συμβαίνει και με την πίστη μας: όσο περισσότερο πολεμείται, τόσο περισσότερο ανθίζει, και όσο καταπιέζεται, τόσο περισσότερο εξαπλώνεται. Γιατί ούτε το νερό δίνει στους κήπους τόση ζωή και θαλερότητα, όση δίνει στις Εκκλησίες το αίμα των μαρτύρων που τις ποτίζει.

Επειδή, λοιπόν, γνώριζε όλα αυτά, και ακόμη περισσότερα, φοβόταν να εξαπολύσει ανοιχτό πόλεμο εναντίον των Χριστιανών. «Μήπως», σκεφτόταν, «τους δώσουμε έτσι την ευκαιρία να στήνουν το ένα τρόπαιο μετά το άλλο, να κερδίζουν συνεχείς νίκες και να στεφανώνονται ως νικητές». Τι κάνει λοιπόν; Προσέξτε την πανουργία του. Διέταξε όλους τους Χριστιανούς γιατρούς, στρατιωτικούς, σοφιστές και ρήτορες να επιλέξουν: ή θα εγκατέλειπαν το επάγγελμά τους ή θα απαρνούνταν την πίστη τους· πολεμώντας μας έτσι έμμεσα, χωρίς να προχωρεί σε ανοιχτή σύγκρουση, ώστε, αν ενέδιδαν, η ήττα τους να είναι ντροπιαστική, αφού θα είχαν προτιμήσει τα υλικά τους συμφέροντα από την πίστη· κι αν τελικά έμεναν ακλόνητοι και έβγαιναν νικητές, η νίκη τους να μην έχει τη λάμψη και τη δόξα ενός πραγματικού μαρτυρίου· γιατί το να εγκαταλείψει κανείς την τέχνη και το επάγγελμά του για χάρη της πίστης δεν θεωρούνταν τόσο μεγάλο κατόρθωμα.

Και δεν σταματά μόνο σε αυτά, αλλά και αν κάποιος, στα προηγούμενα χρόνια, όταν βασίλευαν Χριστιανοί αυτοκράτορες, είχε καταστρέψει ειδωλολατρικούς βωμούς ή ναούς, είχε αφαιρέσει αναθήματα ή είχε κάνει κάτι άλλο παρόμοιο, τον έσερναν στο δικαστήριο και τον εκτελούσαν με σφαγή. Δεν χρειαζόταν μάλιστα να έχει αποδειχθεί τίποτε· αρκούσε και μόνο μια κατηγορία για να έχει κάποιος την ίδια τύχη. Επινοούσε ακόμη αναρίθμητα και κάθε λογής προσχήματα, για να εξοντώσει όλους όσοι έμεναν πιστοί στην πίστη τους. Και σκοπός όλων αυτών ήταν να στερήσει από τους μάρτυρες τη λαμπρότητα και τη δόξα του μαρτυρίου τους, ώστε να συνεχίζονται οι φόνοι και οι σφαγές των Χριστιανών, χωρίς όμως να αναδεικνύεται η λαμπρότητα των μαρτυρικών βραβείων.

Όμως τίποτε δεν κέρδιζε με όλα αυτά. Γιατί η ανταμοιβή όσων υπέστησαν αυτά δεν εξαρτάται ούτε από τη δική του απόφαση ούτε από τα δόλια τεχνάσματά του, αλλά θα λάβουν το στεφάνι σύμφωνα με την αδέκαστη κρίση του ουρανού, δηλαδή την κρίση του Θεού. Μέσα σε αυτή την κατάσταση ο Ιουλιανός καιγόταν από την επιθυμία να ξεσπάσει ανοιχτά εναντίον των Χριστιανών, αλλά συγχρόνως φοβόταν ότι ένας τέτοιος πόλεμος θα κατέληγε σε δική του ήττα. Έτυχε τότε να πραγματοποιηθεί ένα στρατιωτικό συμπόσιο, στο οποίο συμμετείχαν και οι δύο μάρτυρες που τιμούμε σήμερα· και, όπως είναι φυσικό σε ένα συμπόσιο, καθώς άνοιγαν πολλές συζητήσεις και ο καθένας μιλούσε για διαφορετικά πράγματα, εκείνοι, αντίθετα, μιλούσαν με πόνο για τα δεινά της εποχής τους και νοσταλγούσαν ως ευτυχέστερα τα χρόνια που είχαν προηγηθεί. Και έλεγαν μεταξύ τους, αλλά και στους άλλους παρευρισκομένους: «Αξίζει άραγε πια να συνεχίζει κανείς να ζει;. Αξίζει ακόμη να αναπνέουμε και να αντικρίζουμε το φως του ήλιου; Τι αξία έχει ακόμη και η ίδια η ανάσα ή το φως της ημέρας, τη στιγμή που βλέπουμε τους νόμους του Θεού να ποδοπατούνται, την πίστη να προσβάλλεται και τον ίδιο τον Κύριο όλης της δημιουργίας να ατιμάζεται; Παντού υπάρχει η αποφορά και ο καπνός των ειδωλολατρικών θυσιών, παντού ακάθαρτες θυσίες· δεν μπορούμε πια ούτε καθαρό αέρα να αναπνεύσουμε».

Εσύ, όμως, μη μου προσπεράσεις επιπόλαια αυτά που μόλις ειπώθηκαν, αλλά σκέψου σε ποια περίσταση ειπώθηκαν αυτά και παρατήρησε πόση ευλάβεια είχαν εκείνοι που τα έλεγαν. Γιατί, αν μέσα σε ένα στρατιωτικό συμπόσιο, γεμάτο ανέρωτο κρασί, μέθη, ακραία ασωτία, κάθε λογής έκτροπα της ανεξέλεγκτης οινοποσίας και παραφορά, κι όμως εκείνοι στέναζαν και θρηνούσαν με τόσο πόνο, φανταστείτε λοιπόν πώς θα ήταν όταν βρίσκονταν στο σπίτι και συναναστρέφονταν μόνο μεταξύ τους. Και πόση άραγε ευλάβεια θα έδειχναν στις προσευχές τους, αφού ακόμη και την ώρα της διασκέδασης διατηρούσαν τέτοια αυτοσυγκράτηση και φανέρωναν τόσο βαθιά, αποστολική αγάπη και ευαισθησία για την Εκκλησία; Όταν άλλοι έπεφταν, εκείνοι θρηνούσαν· όταν κάποιος άλλος παρασυρόταν στην ασέβεια, εκείνοι καίγονταν από πόνο. Δεν μπορούσαν ούτε να χαρούν για τη δική τους πνευματική υγεία, τόσο πολύ πονούσαν για την πνευματική ασθένεια των αδελφών τους [ βλ. Α΄ Κορ. 12,26: «Καὶ εἴτε πάσχει ἓν μέλος, συμπάσχει πάντα τὰ μέλη, εἴτε δοξάζεται ἓν μέλος, συγχαίρει πάντα τὰ μέλη (:Και πράγματι, είτε πάσχει και πονά ένα μέλος, πάσχουν μαζί του όλα τα μέλη˙ είτε δοξάζεται ένα μέλος, χαίρονται μαζί του όλα τα μέλη)»]. Σαν να ήταν προστάτες ολόκληρης της οικουμένης, πονούσαν και δάκρυζαν για κάθε κακό που συνέβαινε.

Τα λόγια τους, όμως, δεν έμειναν κρυφά. Κάποιος από τους συνδαιτυμόνες, άνθρωπος ύπουλος και κόλακας, θέλοντας να κερδίσει την εύνοια του αυτοκράτορα, του μετέφερε όλα όσα είχαν πει. Ο αυτοκράτορας βρήκε έτσι αυτό που αναζητούσε από καιρό: ένα πρόσχημα με το οποίο πίστευε ότι θα μπορούσε να τους στερήσει τη δόξα και την ανταμοιβή του μαρτυρίου. Διέταξε να δημευθεί όλη η περιουσία τους και, με αφορμή αυτά τα λόγια, τους κατηγόρησε για συνωμοσία κατά της αυτοκρατορικής εξουσίας και διέταξε να οδηγηθούν γυμνοί στη φυλακή. Οι ίδιοι όμως, αντί να λυπούνται, χαίρονταν και αγαλλιούσαν. «Τι ανάγκη έχουμε», έλεγαν, «από περιουσίες και πολυτελή ενδύματα;. Ακόμη κι αν για χάρη του Χριστού χρειαστεί να βγάλουμε και το τελευταίο μας ένδυμα, το ίδιο μας το σώμα, ούτε και το σώμα μας θα θελήσουμε να κρατήσουμε, αλλά θα το παραδώσουμε πρόθυμα».

Και έβαλαν πλέον σφραγίδες δήμευσης στα σπίτια τους και κατάσχεσαν όλη την περιουσία τους. Ήταν σαν ανθρώπους που ετοιμάζονται να φύγουν για μια μακρινή πατρίδα και, πριν ακόμη αναχωρήσουν, ρευστοποιούν την περιουσία τους και στέλνουν από πριν εκεί όσα έχουν· έτσι και οι μάρτυρες, χάνοντας τα επίγεια αγαθά τους, ήταν σαν να τα έστελναν από πριν στην ουράνια πατρίδα τους [Εβρ. 11,14–16 : «Οἱ γὰρ τοιαῦτα λέγοντες ἐμφανίζουσιν ὅτι πατρίδα ἐπιζητοῦσι. Καὶ εἰ μὲν ἐκείνης ἐμνημόνευον, ἀφ᾿ ἧς ἐξῆλθον, εἶχον ἂν καιρὸν ἀνακάμψαι· νῦν δὲ κρείττονος ὀρέγονται, τοῦτ᾿ ἔστιν ἐπουρανίου. Διὸ οὐκ ἐπαισχύνεται αὐτοὺς ὁ Θεὸς Θεὸς ἐπικαλεῖσθαι αὐτῶν· ἡτοίμασε γὰρ αὐτοῖς πόλιν(:Πέθαναν με την πίστη και την ελπίδα. Διότι όσοι εκφράζονται έτσι, λέγοντας δηλαδή ότι είναι ξένοι και ταξιδιώτες στη γη, φανέρωσαν και αποδείκνυαν με τα λόγια τους αυτά ότι ζητούσαν με πόθο μια μόνιμη και αληθινή πατρίδα˙ και τέτοια είναι ο ουρανός, τον οποίο μόνο με την πίστη μπορεί κανείς να δει. Και είναι φανερό ότι ποθούσαν την ουράνια πατρίδα. Διότι αν είχαν στον νου τους εκείνη την πατρίδα από την οποία έφυγαν, θα έβρισκαν ευκαιρία να επιστρέψουν πάλι σε αυτήν. Τώρα, όμως, λαχταρούν μια καλύτερη πατρίδα, δηλαδή επουράνια. Γι’ αυτό και ο Θεός δεν ντρέπεται γι’ αυτούς να ονομάζεται ‘’Θεός τους’’. Και απόδειξη της εύνοιάς Του αυτής είναι ότι τους έχει ετοιμάσει στους ουρανούς μια πολιτεία ως παντοτινή τους πατρίδα)»].

Επειδή επρόκειτο να αναχωρήσουν για τον ουρανό, η περιουσία τους πήγαινε εκεί πριν από αυτούς, και οι ίδιοι οι εχθροί τους, χωρίς να το θέλουν, γίνονταν υπηρέτες αυτής της αποστολής. Γιατί δεν θησαυρίζονται στον ουρανό μόνο τα χρήματα που δίνονται ως ελεημοσύνη, αλλά και όσα αγαθά αρπάζουν οι διώκτες από εκείνους που μένουν πιστοί στον Θεό, και αυτά λογαριάζονται ως θησαυρός στον ουρανό. Ότι μάλιστα η περιουσία που χάνεται για χάρη της πίστης δεν έχει μικρότερη πνευματική αξία από εκείνη που προσφέρεται ως ελεημοσύνη, το επιβεβαιώνει ο ίδιος ο Παύλος: «Καὶ τὴν ἁρπαγὴν τῶν ὑπαρχόντων ὑμῶν μετὰ χαρᾶς προσεδέξασθε, γινώσκοντες ἔχειν κρείττονα ὕπαρξιν ἐν οὐρανοῖς καὶ μένουσαν(:Και επιπλέον δεχθήκατε με χαρά την αρπαγή και δήμευση της περιουσίας σας, επειδή γνωρίζατε ότι έχετε για τον εαυτό σας ανώτερη περιουσία στους ουρανούς, που είναι μόνιμη και αιώνια)»[Εβρ.10,34].

Οι μάρτυρες, λοιπόν, ήταν φυλακισμένοι και πλήθος κόσμου από ολόκληρη την πόλη συνέρρεε κοντά τους· κι αυτό παρόλο που βαριές απειλές και σοβαροί κίνδυνοι επικρέμονταν πάνω από όποιον τολμούσε να τους πλησιάσει, αν κάποιος τολμούσε να τους πλησιάσει, να τους μιλήσει και να έρθει σε επικοινωνία μαζί τους. Ο φόβος του Θεού, όμως, παραμέρισε όλους εκείνους τους φόβους και τους κινδύνους και πολλοί, μόνο και μόνο για να μπορούν να συναναστρέφονται τους μάρτυρες, αψηφούσαν ακόμη και την ίδια τους τη ζωή και γίνονταν έτσι και οι ίδιοι μάρτυρες και καθώς λοιπόν πλήθος κόσμου συνέρρεε εκεί, ακούγονταν αδιάκοπες ψαλμωδίες, τελούνταν ιερές αγρυπνίες και γίνονταν συνάξεις γεμάτες πνευματική διδασκαλία και αφού είχαν κλείσει την εκκλησία, τώρα πια η φυλακή είχε γίνει εκκλησία. Γιατί δεν ωφελούνταν μόνο όσοι έρχονταν απ’ έξω να τους επισκεφθούν, αλλά και όσοι βρίσκονταν μαζί τους μέσα στη φυλακή διδάσκονταν ένα μεγάλο μάθημα αρετής και εγκράτειας από την υπομονή και την ακλόνητη πίστη αυτών των αγίων.

Όταν ο αυτοκράτορας μάθαινε όλα αυτά, βασανιζόταν ακόμη περισσότερο και θέλοντας να τους παγιδεύσει και να κλονίσει το ακμαίο φρόνημά τους, κατέφυγε σε ανθρώπους αδίστακτους και δόλιους, αναθέτοντάς τους να παγιδεύσουν τους μάρτυρες· αυτοί τους πλησίαζαν συχνά και περίμεναν την ευκαιρία να τους βρουν κάποια στιγμή μόνους, προσποιούμενοι ότι τους συμβούλευαν φιλικά και με δική τους πρωτοβουλία, και όχι ότι τους είχε στείλει ο αυτοκράτορας, τους προέτρεπαν να εγκαταλείψουν την πίστη τους και να περάσουν στο στρατόπεδο της ασέβειας. «Γιατί με αυτόν τον τρόπο όχι μόνο θα γλιτώσετε από τον κίνδυνο που τώρα σας απειλεί, αλλά θα ανταμειφθείτε επιπλέον και με μεγαλύτερες τιμές και υψηλότερα αξιώματα, αφού με αυτόν τον τρόπο θα κατευνάσετε την οργή του αυτοκράτορα. Δεν βλέπετε ότι και άλλοι συνάδελφοί σας στρατιώτες έχουν ήδη κάνει αυτή την επιλογή;».

Εκείνοι, όμως, απαντούσαν: «Μα ακριβώς γι’ αυτό θα μείνουμε εμείς σταθεροί και γενναίοι, ώστε να προσφέρουμε τους εαυτούς μας σαν θυσία για τις πτώσεις εκείνων που λύγισαν και αρνήθηκαν την πίστη. Γιατί ο Κύριός μας είναι γεμάτος φιλανθρωπία και έλεος· η φιλανθρωπία Του είναι τέτοια, ώστε μπορεί να δεχθεί ακόμη και μία θυσία και, εξαιτίας της, να συμφιλιωθεί με ολόκληρη την οικουμένη». Και όπως έλεγαν οι τρεις Παίδες: «Καὶ οὐκ ἔστιν ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ ἄρχων καὶ προφήτης καὶ ἡγούμενος, οὐδὲ ὁλοκαύτωσις οὐδὲ θυσία οὐδὲ προσφορὰ οὐδὲ θυμίαμα, οὐ τόπος τοῦ καρπῶσαι ἐνώπιόν σου καὶ εὑρεῖν ἔλεος· ἀλλ᾽ ἐν ψυχῇ συντετριμμένῃ καὶ πνεύματι ταπεινώσεως προσδεχθείημεν (:Και στην εποχή μας δεν έχουμε πλέον ούτε πολιτικούς ηγέτες, ούτε προφήτες, ούτε θρησκευτικούς αρχηγούς· δεν προσφέρονται πλέον θυσίες ολοκαυτωμάτων, ούτε άλλες αιματηρές θυσίες, ούτε θυσίες αναίμακτες ή θυμιάματα· δεν έχουμε κάποιον ιερό τόπο, ναό και θυσιαστήριο, για να Σου προσφέρουμε τα πρωτογεννήματά μας ενώπιόν Σου και να βρούμε έλεος. Δέξου, όμως, τη συντετριμμένη ψυχή μας, την ειλικρινή μας μετάνοια και το ταπεινωμένο μας φρόνημα)»[Δαν. 3,14–15)”].

Κατά τον ίδιο τρόπο και οι δύο μάρτυρες όταν έβλεπαν τα θυσιαστήρια να γκρεμίζονται, τις εκκλησίες να κλείνουν, τους ιερείς να καταδιώκονται και τους πιστούς να εξορίζονται, έσπευδαν με ζήλο να προσφέρουν στον Θεό τους ίδιους τους εαυτούς τους ως θυσία αντί όλων· και αφήνοντας πίσω τα επίγεια στρατιωτικά τάγματα, έσπευδαν να ενωθούν με τους χορούς των αγγέλων. «Άλλωστε», έλεγαν, «ακόμη κι αν δεν πεθάνουμε τώρα, οπωσδήποτε λίγο αργότερα θα πεθάνουμε και θα πάθουμε ακριβώς το ίδιο. Είναι καλύτερο να πεθάνουμε για τον Βασιλέα των αγγέλων, παρά υπηρετώντας έναν άνθρωπο που διαπράττει τόση ασέβεια. Καλύτερα να πολεμήσουμε για την ουράνια πατρίδα παρά για την επίγεια, που έχει καταντήσει τώρα να καταπατείται (από την ασέβεια του αυτοκράτορα). Ο στρατιώτης που πεθαίνει για έναν επίγειο βασιλιά δεν έχει πια να περιμένει από εκείνον καμιά ανταμοιβή αντάξια της αυτοθυσίας του. Τι μπορεί άλλωστε να προσφέρει ένας άνθρωπος σε εκείνον που έχει ήδη πεθάνει; Και πολλές φορές μπορεί να μείνει ακόμη και άταφος, παραδομένος ως βορά στα σκυλιά. Αν, όμως, πεθάνουμε για τον Βασιλέα των αγγέλων, στην ανάσταση θα λάβουμε ξανά τα σώματά μας δοξασμένα, θα επανέλθουμε στη ζωή περιβεβλημένοι με δόξα και λαμπρότητα και οι ανταμοιβές και τα στεφάνια που αποκομίσουμε, θα ξεπερνούν κατά πολύ όλα τα παθήματά μας.

Ας μπούμε, λοιπόν, στον πραγματικό αγώνα, οπλισμένοι όχι με γήινα, αλλά με πνευματικά όπλα [πρβ. Εφ. 6,11–17: «Ἐνδύσασθε τὴν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ δύνασθαι ὑμᾶς στῆναι πρὸς τὰς μεθοδείας τοῦ διαβόλου· ὅτι οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις. Διὰ τοῦτο ἀναλάβετε τὴν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ, ἵνα δυνηθῆτε ἀντιστῆναι ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ πονηρᾷ καὶ ἅπαντα κατεργασάμενοι στῆναι. Στῆτε οὖν περιζωσάμενοι τὴν ὀσφὺν ὑμῶν ἐν ἀληθείᾳ, καὶ ἐνδυσάμενοι τὸν θώρακα τῆς δικαιοσύνης, καὶ ὑποδησάμενοι τοὺς πόδας ἐν ἑτοιμασίᾳ τοῦ εὐαγγελίου τῆς εἰρήνης, ἐπὶ πᾶσιν ἀναλαβόντες τὸν θυρεὸν τῆς πίστεως, ἐν ᾧ δυνήσεσθε πάντα τὰ βέλη τοῦ πονηροῦ τὰ πεπυρωμένα σβέσαι· καὶ τὴν περικεφαλαίαν τοῦ σωτηρίου δέξασθε, καὶ τὴν μάχαιραν τοῦ Πνεύματος, ὅ ἐστι ῥῆμα Θεοῦ»]. Δεν έχουμε ανάγκη ούτε από βέλη και τόξα ούτε από κανένα άλλο υλικό όπλο. Για όλον αυτόν τον αγώνα μάς αρκεί η γλώσσα μας, δηλαδή η ομολογία της πίστης», λένε. Γιατί τα στόματα των αγίων είναι σαν φαρέτρες γεμάτες πνευματικά βέλη και με τα λόγια που βγαίνουν από αυτά καταφέρνουν συνεχώς αλλεπάλληλα πλήγματα στο κεφάλι του διαβόλου.

γ. Αυτά και άλλα παρόμοια περιστατικά μεταφέρονταν στον βασιλιά· εκείνος, όμως, δεν εγκατέλειπε το σχέδιό του, αλλά επιχειρούσε ξανά να τους δελεάσει, χρησιμοποιώντας εκείνους ως μεσολαβητές για να στήσει τα δολώματά του. Αυτό, λοιπόν, μηχανευόταν ο ύπουλος και πανούργος βασιλιάς, ο τόσο επιδέξιος στο κακό: αν οι ψυχικές αντιστάσεις τους κάμπτονταν εντελώς και εκείνοι τελικά ενέδιδαν, οι άνθρωποί του να τους οδηγούσαν μπροστά στα μάτια όλων και έτσι πλέον να τους εξαναγκάσει να θυσιάσουν να θυσιάσουν στα είδωλα. Αν, όμως, επέμεναν στην πίστη τους, επιδεικνύοντας ακλόνητη ανδρεία και αντιμετωπίζοντας με γενναιοφροσύνη τον αγώνα, το σχέδιό του ήταν να μη γίνει δημόσια φανερή η νίκη τους· θα τους απομάκρυνε, λοιπόν, από τα μάτια του πλήθους, προβάλλοντας ως πρόσχημα ότι επιβουλεύονταν την εξουσία, και θα τους αποκεφάλιζε.

Όμως ο Θεός, Εκείνος που αποκαλύπτει ακόμη και τα βαθιά και απόκρυφα πράγματα[ πρβ. Δαν.2,22: «Αὐτὸς ἀποκαλύπτει βαθέα καὶ ἀπόκρυφα, γινώσκων τὰ ἐν τῷ σκότει, καὶ τὸ φῶς μετ᾿ αὐτοῦ ἐστι (:Αυτός αποκαλύπτει τα βαθιά και απόκρυφα μυστήρια· Αυτός γνωρίζει ακόμη κι όσα συμβαίνουν στο σκοτάδι, διότι είναι μαζί Του το φως)»], δεν επέτρεψε να μείνει κρυμμένη η παγίδα, ούτε να παραμείνει αφανής η επιβουλή τους. Αλλά συνέβη ό,τι και τότε με την Αιγύπτια γυναίκα: όταν έπιασε τον Ιωσήφ μέσα στο δωμάτιο, όπου επικρατούσε απόλυτη ερημιά και δεν υπήρχε ανθρώπινος μάρτυρας, πίστεψε ότι η πράξη της θα έμενε κρυφή από όλους. Δεν διέφυγε, όμως, από τον ακοίμητο οφθαλμό του Θεού· και όχι μόνο από Εκείνον, αλλά ούτε και από τις μεταγενέστερες γενεές. Έτσι, τα ίδια τα λόγια που είπε κρυφά στον Ιωσήφ, χωρίς κανείς άλλος να είναι παρών, έγιναν γνωστά και διακηρύσσονται σε ολόκληρη την οικουμένη [Γέν. 39,11–12 : «Ἐγένετο δὲ τοιαύτη τις ἡμέρα, καὶ εἰσῆλθεν Ἰωσὴφ εἰς τὴν οἰκίαν ποιεῖν τὰ ἔργα αὐτοῦ, καὶ οὐδεὶς ἦν τῶν ἐν τῇ οἰκίᾳ ἔσω, καὶ ἐπεσπάσατο αὐτὸν τῶν ἱματίων λέγουσα· κοιμήθητι μετ᾽ ἐμοῦ(:Εκείνη όμως δεν σταμάτησε τις προκλήσεις της. Κάποια μέρα ο Ιωσήφ μπήκε στο σπίτι του κυρίου του για να επιτελέσει τα συνηθισμένα καθημερινά του καθήκοντα· την ημέρα, όμως, εκείνη μέσα στο σπίτι δεν υπήρχε κανένας από τους υπηρέτες του σπιτιού. Τότε η ακόλαστη γυναίκα του Πετεφρή εκμεταλλεύθηκε την περίσταση και όρμησε πάνω στον νέο Ιωσήφ, τον κράτησε σφιχτά από τα ρούχα και του είπε: «Ξάπλωσε στο κρεβάτι μαζί μου». Όμως ο αγνός και συνετός Ιωσήφ, ενισχυμένος από τη χάρη του Θεού, δεν υπέκυψε, αλλά έφυγε τρέχοντας και βγήκε γρήγορα έξω από το σπίτι σχεδόν γυμνός, αφήνοντας τα ρούχα του στα χέρια της)»].

Έτσι λοιπόν και ο βασιλιάς ήλπισε ότι οι μυστικές συνομιλίες του μέσα στη φυλακή, τις οποίες διεξήγαγε μέσω εκείνων των δήθεν συμβούλων, θα περνούσαν απαρατήρητες· όμως δεν πέρασαν απαρατήρητες, αλλά αργότερα όλοι έμαθαν τα πάντα: την παγίδα που είχε στηθεί, την επιβουλή εναντίον τους, την νίκη των μαρτύρων, το τρόπαιο του πνευματικού θριάμβου τους. Γιατί, καθώς περνούσε και κυλούσε πολύς χρόνος, η μακρά διάρκεια της δοκιμασίας όχι μόνο δεν εξασθενούσε την προθυμία των μαρτύρων, αλλά έκανε τον ζήλο τους ακόμη εντονότερο και παρακινούσε ολοένα περισσότερους ανθρώπους που επιθυμούσαν να τους μιμηθούν.

Βλέποντας, λοιπόν, ότι ο χρόνος δεν τους λύγιζε, ο βασιλιάς διέταξε τελικά να τους οδηγήσουν κρυφά, μέσα στη νύχτα, στον τόπο της εκτέλεσης. Και μέσα στο βαθύ σκοτάδι της νύχτας οδηγούνταν έξω εκείνοι που ήταν οι φωστήρες της πίστης και αποκεφαλίζονταν. Μετά τον αποκεφαλισμό τους, λοιπόν, οι ίδιες οι κεφαλές των αγίων έγιναν ακόμη πιο φοβερές για τον διάβολο απ’ όσο ήταν όταν εκείνοι ήταν ζωντανοί και μιλούσαν. Το ίδιο είχε συμβεί και με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή: η κεφαλή του δεν ήταν τόσο φοβερή όταν εκείνος μιλούσε, όσο όταν, μετά τον αποκεφαλισμό του, βρισκόταν άφωνη πάνω στο πινάκιο[Ματθ. 14,8–11: «Καὶ πέμψας ἀπεκεφάλισε τὸν Ἰωάννην ἐν τῇ φυλακῇ. Καὶ ἠνέχθη ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ ἐπὶ πίνακι» και Μάρκ. 6, 28: «Καὶ ἤνεγκε τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἐπὶ πίνακι καὶ ἔδωκεν αὐτὴν τῷ κορασίῳ, καὶ τὸ κοράσιον ἔδωκεν αὐτὴν τῇ μητρὶ αὐτῆς»]. Γιατί ακόμη και το αίμα των αγίων έχει τη δική του φωνή· δεν είναι φωνή που γίνεται αντιληπτή από τα σωματικά αυτιά, αλλά φωνή που εισχωρεί στη συνείδηση των ίδιων των φονευτών τους και την κυριεύει [[Εδώ υπάρχει πολύ ισχυρός αγιογραφικός απόηχος του αίματος του Άβελ, το οποίο «φωνάζει» προς τον Θεό από τη γη -Γέν. 4,10: «Φωνὴ αἵματος τοῦ ἀδελφοῦ σου βοᾷ πρός με ἐκ τῆς γῆς(:Η φωνή του αίματος του αθώου αδελφού σου ανεβαίνει από τη γη, φωνάζει γοερά και μου ζητά την τιμωρία σου)» ]].

Μετά από εκείνη τη μακαρία σφαγή, οι πιστοί που αναζητούσαν με ζήλο τα λείψανα τέτοιων μαρτύρων περισυνέλεξαν τα σώματα αυτών των γενναίων αγωνιστών, μολονότι με την πράξη τους έθεταν σε κίνδυνο ακόμη και τη δική τους ζωή· γι’ αυτό και εκείνοι ήταν κατά κάποιον τρόπο μάρτυρες ενώ ακόμη ζούσαν. Γιατί, μολονότι οι ίδιοι τελικά δεν αποκεφαλίστηκαν, πριν ξεκινήσουν είχαν ήδη επιλέξει συνειδητά να υποστούν ακόμη και τον ίδιο θάνατο· έχοντας, λοιπόν, αποδεχθεί εκ των προτέρων το ενδεχόμενο του μαρτυρίου, όρμησαν να περισυλλέξουν τα σώματα των μαρτύρων. Διηγούνται, λοιπόν, όσοι ήταν τότε παρόντες και αξιώθηκαν να αντικρίσουν τα σώματα των μαρτύρων αμέσως μετά τη σφαγή ότι, πριν ακόμη ταφούν, ενώ κείτονταν το ένα δίπλα στο άλλο, στα πρόσωπά τους είχε ανθίσει μια τόσο μεγάλη και θαυμαστή χάρη, όμοια με εκείνη που, σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Λουκά, είχε εμφανιστεί στο πρόσωπο του Στεφάνου λίγο πριν απολογηθεί ενώπιον των Ιουδαίων [Πράξ. 6,15 : «Καὶ ἀτενίσαντες εἰς αὐτὸν ἅπαντες οἱ καθεζόμενοι ἐν τῷ συνεδρίῳ εἶδον τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡσεὶ πρόσωπον ἀγγέλου(:Κάποια στιγμή όμως, καθώς όλοι οι δικαστές που κάθονταν στο συνέδριο κοίταζαν τον Στέφανο, είδαν το πρόσωπό του να αστράφτει σαν να ήταν πρόσωπο αγγέλου)»]· γι’ αυτό και κανείς από όσους πλησίαζαν τα σώματα δεν μπορούσε να σταθεί κοντά τους χωρίς να αισθανθεί ιερό δέος.

Έτσι και η εικόνα των μαρτύρων, που κείτονταν ο ένας δίπλα στον άλλο, προκαλούσε κατάπληξη σε όλους όσοι τους έβλεπαν· και όλοι αναφωνούσαν τα λόγια που είχε πει ο Δαβίδ για τον Σαούλ και τον Ιωνάθαν: «Οἱ ἠγαπημένοι καὶ ὡραῖοι, οὐ διακεχωρισμένοι, εὐπρεπεῖς ἐν τῇ ζωῇ αὐτῶν καὶ ἐν τῷ θανάτῳ αὐτῶν οὐ διεχωρίσθησαν(:Οι αγαπημένοι και ωραίοι, πάντα ενωμένοι, ευπρεπείς στη ζωή τους και δεν χωρίστηκαν ούτε ακόμη και στον θάνατό τους)» [Β΄ Βασ. 1,23] . Γιατί μαζί και την πίστη ομολόγησαν, και στη φυλακή έζησαν, και στον τόπο της εκτέλεσης οδηγήθηκαν, και τις κεφαλές τους απέθεσαν, και μία λάρνακα και των δύο μαρτύρων περιέχει τα σώματα. Και όπως είναι ενωμένοι στον τάφο, έτσι και μία κοινή ουράνια κατοικία θα τους δεχθεί και πάλι, όταν κατά την ανάσταση αναλάβουν τα σώματά τους με ακόμη μεγαλύτερη δόξα.

Αυτούς αξίζει και στύλους και σκοπέλους και πύργους και φωστήρες και ταύρους μαζί να τους αποκαλέσουμε. Γιατί και ως στύλοι την Εκκλησία στηρίζουν, και ως πύργοι την οχυρώνουν, και ως σκόπελοι κάθε επιβουλή αποκρούοντας, μεγάλη σε όσους βρίσκονται μέσα δημιουργούν γαλήνη· και ως φωστήρες το σκοτάδι έδιωξαν της ασέβειας και ως ταύροι, με ψυχή και σώμα, με ίση προθυμία, τον χρηστό έσυραν του Χριστού ζυγό[Ματθ. 11,30 : «Ὁ γὰρ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν(:Διότι ο ζυγός της υπακοής σε μένα και τη διδασκαλία μου είναι απαλός και ωφέλιμος σε αυτόν που τον σηκώνει˙ και το φορτίο των υποχρεώσεων και καθηκόντων που θέτω Εγώ πάνω στους πιστούς μου είναι ελαφρύ)»].

Ας προστρέχουμε, λοιπόν, συχνά στον τόπο όπου αναπαύονται οι μάρτυρες, ας αγγίζουμε την λάρνακά τους και ας αγκαλιάζουμε με πίστη τα ιερά λείψανά τους, ώστε να αντλούμε από εκεί ευλογία. Γιατί, όπως ακριβώς οι στρατιώτες παρουσιάζουν στον επίγειο βασιλιά τα τραύματα που δέχθηκαν πολεμώντας τους εχθρούς και, έχοντας αυτά ως απόδειξη της ανδρείας και της αφοσίωσής τους, του μιλούν με παρρησία, έτσι και οι μάρτυρες παρουσιάζονται ενώπιον του ουράνιου Βασιλέα κρατώντας στα χέρια τις αποκομμένες κεφαλές τους, τα ίδια δηλαδή τα σημάδια του μαρτυρίου τους· και χάρη σε αυτή την παρρησία μπορούν εύκολα να επιτύχουν από Εκείνον όσα θελήσουν.

Με πολλή, λοιπόν, την πίστη, με πολλή την προθυμία ας βαδίζουμε προς τον τόπο των μαρτύρων, ώστε και αντικρίζοντας τα ιερά μνήματά τους και αναλογιζόμενοι τους αγώνες τους και αντλώντας από παντού πλούσιους και πολύτιμους πνευματικούς θησαυρούς, να μπορέσουμε να διανύσουμε έτσι την παρούσα ζωή σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, και, και, έχοντας αποκομίσει πλούσιο πνευματικό κέρδος, να καταπλεύσουμε σαν σε ασφαλές λιμάνι στην αιώνια ζωή και να αξιωθούμε την Βασιλεία των Ουρανών, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον Οποίο στον Πατέρα και στο Άγιο Πνεύμα ανήκουν η δόξα, το κράτος, η τιμή και η προσκύνηση στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

μετάφραση και επιμέλεια κειμένου:

Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ

  • Migne, J.-P. (ed.), Patrologiae Cursus Completus, Series Graeca, vol. 50: S. P. N. Joannis Chrysostomi, Archiepiscopi Constantinopolitani, Opera Omnia, tom. II, pars posterior, Paris 1862, στ. 571–578: «In Juventinum et Maximum martyres» («Ὁμιλία ἐγκωμιαστικὴ εἰς τοὺς ἁγίους μάρτυρας Ἰουβεντῖνον καὶ Μαξιμῖνον τοὺς μαρτυρήσαντας ἐπὶ Ἰουλιανοῦ τοῦ Ἀποστάτου»).

  • BIBLINDEX, Index of Biblical Quotations and Allusions in Early Christian Literature, s.v. “Iohannes Chrysostomus (John Chrysostom)”, TLG 2062, In Juventinum et Maximum martyres, Sources Chrétiennes – CNRS.

  • http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

  • Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

  • Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

  • Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

  • Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.

  • Η Παλαιά Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία, Τόμοι Α΄και Β΄, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ»[συγγραφείς της ερμηνείας: Τρεμπέλας Παναγιώτης, Παπαδημητρίου Ηρακλής, Βασιλειάδης Νικόλαος, Ψαλτάκης Γεώργιος – Απόδοση της ερμηνείας στη Νεοελληνική: Δομουχτσής Μάριος], Αθήνα 2024, έκδοσις τρίτη.

  • Π. Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.

    «Πᾶνος» 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου