Οι Μικρασιάτες, για να σωθούν οι εικόνες (όταν έβλεπαν ότι κινδύνευαν να αρπαχθούν από τους Τούρκους) τις έρριχναν μέσ’ την θάλασσα και έδιναν ευχές: “Να βγήτε στην ξηρά, να πάτε σε Μοναστήρια, να σας θυμιάζουν, να σας προσκυνούν και να δοξάζεται πάντα το όνομα του Θεού”. Ο Ιερέας στην Μικρά Ασία, έλεγε η μητέρα μου, όταν χτένιζε τα μαλλιά του, έβαζε πετσέτα και τις τρίχες τις μάζευε και τις έκανε φυλαχτό στο μαξιλάρι μέχρι να πεθάνη, ενώ εμείς σήμερα τις πετάμε.
✶✶✶
Είχαμε στην Μ. Ασία, παιδιά μου, κτήματα, περιουσία, Μητροπολιτικούς ναούς, τ’ αφήσαμε.
Δεκατέσσερεις Αρχιμανδρίτες είχαμε στο σόι μας, Δεσποτάδες και, και, και πολλά. Τα σπίτια μας κλειδώσανε, δώσανε στον Τούρκο τα κλειδιά και φύγανε. Ήμουν ενάμισυ χρονών παιδάκι, μ’ έκρυψε η μάννα μου στην ποδιά της. Με σκέπασε να μην με σφάξουν οι Τούρκοι. Φύγαμε με σφαγή και με πολλή δυσκολία. Και είχε πάρει η μητέρα μου ένα σακκουλάκι με μια οκά σησάμι και λίγο ρακί, λέει: “Να δίνω τα παιδιά μου λίγο σησαμάκι στο στόμα τους”. Τι (άλλο) να πάρη; Γιατί (προηγουμένως) έγινε εξορία, πεθάναν οι παππούδες μας στην Άγκυρα και ήταν αγιασμένα μέρη. Άλλοι πεθάναν στην Άγκυρα, άλλοι σε άλλα μέρη (της Μ. Ασίας).
