ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟ ΚΑΙ ΜΥΡΟΒΛΥΤΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟ
Μέρος β΄ :Η ΑΓΑΠΗ, ΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ
ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ [Ιω. 15,15-27]
[[ ΣΥΝΤΟΜΟ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ: Στο παρόν μέρος της ομιλίας του προς τιμήν του αγίου Δημητρίου, ο άγιος Φιλόθεος Κόκκινος ερμηνεύει την ευαγγελική περικοπή της εορτής του μεγαλομάρτυρα, αναδεικνύοντας τις πνευματικές αλήθειες που φωτίζουν τη ζωή και το μαρτύριό του. Εστιάζει στην εντολή της αγάπης, στο μίσος του κόσμου απέναντι στους πιστούς και στους διωγμούς που υφίστανται για χάρη του Χριστού. Μέσα από την ερμηνεία των λόγων του Κυρίου προβάλλεται το μαρτύριο ως ύψιστη έκφραση αγάπης και αφοσίωσης στον Θεό, την οποία ενσάρκωσε με τους αγώνες και τη θυσία του ο άγιος Δημήτριος. Διευκρινίζεται ότι η κατάτμηση της ομιλίας είναι συμβατική και γίνεται αποκλειστικά για πρακτικούς λόγους, προκειμένου να διευκολυνθούν η δημοσίευση και η ανάγνωση του εκτενούς κειμένου. Η ομιλία αποτελεί ενιαίο έργο του αγίου Φιλοθέου, του οποίου η νοηματική και θεολογική συνοχή διατηρείται ακέραιη]].
3. Αυτά τα θεία διδάγματα και τις εντολές του Χριστού, Δημήτριε, αφού τα παρέλαβες ως πατρική παρακαταθήκη ανεκτίμητης αξίας και ως πολύτιμο πνευματικό θησαυρό, τα φύλαξες βαθιά μέσα στην ψυχή σου και, έχοντας από την παιδική σου ηλικία διαπαιδαγωγηθεί με αυτά και ασχοληθεί συστηματικά με τη μελέτη τους, αναδείχθηκες, όταν παρουσιάστηκε η κρίσιμη περίσταση, άνθρωπος πραγματικά μεγάλος, γενναίος και εξαιρετικός ως προς την αρετή, όσο ελάχιστοι άλλοι, αφού με εξαιρετική ανδρεία πρόσφερες τη ζωή σου για τους φίλους σου, όπως διδάσκουν τα θεία λόγια, και φανέρωσες ολοκάθαρα με το παράδειγμά σου ότι ήσουν αληθινός μαθητής του Χριστού, σύμφωνα με τις εντολές που Εκείνος έδωσε. Γιατί, πράγματι, λέει ο Χριστός: «Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις (:Από αυτό το γνώρισμα θα αναγνωρίσουν όλοι ότι είστε δικοί μου μαθητές, αν έχετε μεταξύ σας αμοιβαία αγάπη)»[Ιω. 13,35].
Θα ήταν, λοιπόν, καλό να παρουσιάσουμε τώρα, μέσα από την ομιλία μας, τους πολύτιμους πνευματικούς θησαυρούς που περιέχονται στο Ευαγγέλιο και προέρχονται από τον ίδιο τον Κύριο, καθώς και την πνευματική κληρονομιά που Εκείνος προσφέρει στους πιστούς, και έτσι να συνθέσουμε ένα εγκώμιο περισσότερο αντάξιο του αγίου Δημητρίου, τιμώντας τον ως πιστό μαθητή του Χριστού με τα ίδια τα λόγια του Διδασκάλου. Γιατί αυτά ακριβώς τα λόγια τον ενέπνευσαν και τον παρακίνησαν περισσότερο να αναλάβει τόσο μεγάλους αγώνες για την πίστη και, μιμούμενος το παράδειγμα του Χριστού, να αναδειχθεί λαμπρός αθλητής της πίστεως, νικητής στους πνευματικούς αγώνες και στεφανωμένος αγωνιστής, αλλά και να γίνουμε κι εμείς, όσο είναι δυνατόν, συγκληρονόμοι και συμμέτοχοι εκείνου του πατρικού πλούτου και της θαυμαστής πνευματικής κληρονομιάς. Γιατί, πράγματι, η πνευματική κληρονομιά που προέρχεται από τον Κύριο και Πατέρα, καθώς και αυτός ο άφθαρτος θησαυρός και ο υπερφυσικός πλούτος των θείων δωρεών, ανήκουν από κοινού σε όλους όσοι αξιώθηκαν, μέσω του λουτρού της πνευματικής αναγέννησης, του αγίου Βαπτίσματος, την ίδια θεία υιοθεσία και την ίδια πνευματική συγγένεια.
«Ταῦτα ἐντέλλομαι ὑμῖν (:Αυτά σας εντέλλομαι)», λέει ο Χριστός, «ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκεν (:να έχετε μεταξύ σας αμοιβαία αγάπη· και αν ο κόσμος που αντιστρατεύεται τον Θεό σάς αντιμετωπίζει με μίσος, να γνωρίζετε ότι πριν από εσάς Εμένα πρώτα έχει μισήσει)» [Ιω. 15,17–18]. Ο Χριστός, διδάσκοντας στους μαθητές Του την ηθική αρετή εξαρχής, και μάλιστα από την ίδια τη στιγμή που τους κάλεσε να Τον ακολουθήσουν, και καθοδηγώντας τους σταδιακά, μέσα από τις συγκεκριμένες εντολές που περιλαμβάνονται σε ολόκληρη την ευαγγελική Του διδασκαλία, προς την τελειότητα της αγάπης —« Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν (:Εγώ σας λέω)», διδάσκει, «μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ· ἀλλ’ ὅστις σε ῥαπίσει ἐπὶ τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην· καὶ τῷ θέλοντί σοι κριθῆναι καὶ τὸν χιτῶνά σου λαβεῖν, ἄφες αὐτῷ καὶ τὸ ἱμάτιον· καὶ ὅστις σε ἀγγαρεύσει μίλιον ἕν, ὕπαγε μετ’ αὐτοῦ δύο (:να μην προβάλετε αντίσταση στον Πονηρό, που χρησιμοποιεί, ως όργανό του, εκείνον που σας βλάπτει · Αλλά όποιος σε ραπίσει στο σαγόνι σου από το δεξιό μέρος, στρέψε σε αυτόν και το άλλο μέρος, για να το ραπίσει κι αυτό. Και σε εκείνον που θέλει να κάνει δίκη μαζί σου και να σου πάρει το πουκάμισο, άφησέ του και το πανωφόρι σου. Και εκείνον που θέλει να σε αγγαρεύσει για να τον συνοδεύσεις ένα μίλι, πήγαινε μαζί του δύο μίλια)» [Ματθ. 5,39–41].
Και πάλι: «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καὶ διωκόντων ὑμᾶς(:Εγώ όμως σας λέω να αγαπάτε τους εχθρούς σας, να εύχεσθε στον Θεό το καλό γι’ αυτούς που σας καταριούνται, να ευεργετείτε εκείνους που σας μισούν και να προσεύχεσθε για χάρη εκείνων που σας μεταχειρίζονται υβριστικά και περιφρονητικά και σας καταδιώκουν άδικα, ακόμη κι όταν ο διωγμός τους αυτός σας γίνεται για τις θρησκευτικές σας πεποιθήσεις)» [Ματθ. 5,44 ], καθώς και άλλες ανάλογες εντολές—, επειδή πλησίαζαν πλέον ο σταυρός και ο ζωηφόρος θάνατός Του, με τον οποίο θα χάριζε τη ζωή στον κόσμο, και επρόκειτο να διακόψει προσωρινά τη θαυμαστή προφορική διδασκαλία Του και να την επισφραγίσει έμπρακτα με τη θυσία Του, διδάσκει πλέον με έναν νέο τρόπο, σε ακόμη ανώτερο και βαθύτερο πνευματικό επίπεδο, την αγάπη προς τον Ίδιο και την αγάπη των ανθρώπων μεταξύ τους, η οποία αποτελεί το αποκορύφωμα όλων των αγαθών και την ουσία ή τη συγκεφαλαίωση κάθε θείας αρετής, αφού «από αυτήν», σύμφωνα με τα ίδια Του τα λόγια, «εξαρτώνται όλος ο Νόμος και οι Προφήτες» [Ματθ. 22,40 : «Ἐν ταύταις ταῖς δυσὶν ἐντολαῖς ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται κρέμανται(:Σ’ αυτές τις δύο εντολές στηρίζεται όλος ο νόμος και η διδασκαλία των προφητών)»], ενώ συγχρόνως εισάγει με μεγαλύτερη σαφήνεια τη θεολογική διδασκαλία για το Άγιο Πνεύμα και, ακριβέστερα, για τον ίδιο τον Υιό και τον Πατέρα μέσω του Αγίου Πνεύματος.
Γιατί οι άγιοι θεοφόροι διδάσκαλοι και θεολόγοι, οι οποίοι έχουν φτάσει στην πνευματική τελειότητα των Αποστόλων, διδάσκουν ότι η ενασχόληση με τη θεολογία, δηλαδή η γνώση και η διδασκαλία των αληθειών για τον Θεό, αρμόζει ιδιαίτερα σε εκείνους που έχουν φτάσει στο ανώτατο επίπεδο αυτής ακριβώς της τέλειας αγάπης. Αφού, λοιπόν, είχε προηγουμένως αναπτύξει και διδάξει πολλά και εξαιρετικά σημαντικά πράγματα σχετικά με την αγάπη —γιατί ο ίδιος λέει: «Ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς, ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους(:Και σας δίνω γι’ αυτό νέα εντολή: Να αγαπάτε δηλαδή ο ένας τον άλλο. Όπως εγώ σας αγάπησα, έτσι κι εσείς να αγαπιέστε μεταξύ σας)» [Ιω. 13,34], καθώς έτσι αποδεικνύεται ολοφάνερα και η αγάπη προς Εκείνον ή, ακριβέστερα, η μία αγάπη εξαρτάται από την άλλη, αφού είναι τόσο στενά συνδεδεμένες και οργανικά ενωμένες, ώστε να φαίνονται και οι δύο σαν μία και η ίδια· γιατί ο Χριστός λέει: «Εκείνος που με αγαπά θα τηρήσει τις εντολές μου· και αυτή είναι η δική μου εντολή, να αγαπάτε ο ένας τον άλλον, όπως σας αγάπησα εγώ» [Ιω. 14,15 : «Ἐὰν ἀγαπᾶτέ με, τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμὰς τηρήσατε(:Αλλά για να εισακούονται τα αιτήματά σας από Εμένα και για να λάβετε μεγάλες δωρεές από τον Πατέρα μου, πρέπει να με αγαπάτε. Κι αν με αγαπάτε, τηρήστε τις εντολές μου και δείξτε έτσι ότι η αγάπη σας προς Εμένα είναι αληθινή και ειλικρινής)»].
Γι’ αυτό και ο Ιωάννης, ο οποίος, μετά τον ίδιο τον Χριστό, υπήρξε αληθινός φίλος και διδάσκαλος αυτής ακριβώς της εντολής της αγάπης, λέει: «Καὶ ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔχομεν ἀπ’ αὐτοῦ, ἵνα ὁ ἀγαπῶν τὸν Θεὸν ἀγαπᾷ καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ(:Και αυτήν την εντολή πήραμε από τον Θεό: Όποιος αγαπά τον Θεό, να αγαπά και τον αδελφό του Χριστιανό)» [Α΄ Ιω. 4,21]. Γιατί εκείνος που ισχυρίζεται ότι αγαπά τον Θεό, αλλά συγχρόνως μισεί τον αδελφό του, είναι ψεύτης [Α΄ Ιω. 4,20 : «Ἐάν τις εἴπῃ ὅτι ἀγαπῶ τὸν Θεόν, καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ μισῇ, ψεύστης ἐστίν· ὁ γὰρ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ὃν ἑώρακε, τὸν Θεὸν ὃν οὐχ ἑώρακε πῶς δύναται ἀγαπᾶν;(: Έχουμε, λοιπόν, χρέος να τον αγαπάμε. Και τότε αγαπάμε τον Θεό, όταν δείχνουμε αγάπη προς τους αδελφούς μας, που είναι εικόνες και παιδιά του Θεού. Εάν πει κανείς ότι ‘’αγαπώ τον Θεό’’, και ταυτόχρονα μισεί τον αδελφό του Χριστιανό, αυτός δεν λέει αλήθεια, αλλά είναι ψεύτης. Διότι όποιος δεν αγαπά τον αδελφό του, τον οποίο διαρκώς βλέπει, πώς είναι δυνατόν να αγαπά τον Θεό που δεν τον έχει δει ποτέ;)»].
«Αν όμως εσείς», λέει, «υπακούοντας στη δική μου εντολή της αγάπης, είστε ολόψυχα αφοσιωμένοι ο ένας στον άλλον και αγαπάτε ο ένας τον άλλον, ενώ ο κόσμος σάς αντιμετωπίζει με μίσος -και εδώ με τη λέξη «κόσμος» εννοεί τους ανθρώπους που είναι προσκολλημένοι μόνο στις κοσμικές επιδιώξεις και έχουν κοσμικό φρόνημα και έχουν καταντήσει, κατά κάποιον τρόπο, να είναι μόνο σάρκα και χώμα, εξαιτίας της προσκόλλησής τους στα υλικά και σαρκικά πράγματα- δεν πρέπει εξαιτίας αυτού να ταράζεστε ούτε να εγκαταλείπετε τη σταθερή σας στάση· γιατί γνωρίζετε», λέει, «ότι εμένα με μίσησε πριν από εσάς» [Ιω. 15,18 : «Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκεν (:Αν σας μισεί ο κόσμος που βρίσκεται μακριά από τον Θεό, μην ξεχνάτε ποτέ ότι πριν από σας εμένα πρώτα έχει μισήσει)»], υπενθυμίζοντάς τους τις βλασφημίες που στράφηκαν εναντίον Του και τις πολλές και αλλεπάλληλες προσβολές εκείνων των Ιουδαίων που Τον αποκαλούσαν Σαμαρείτη και δαιμονισμένο [Ιω. 8,48 : «Ἀπεκρίθησαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ εἶπον αὐτῷ· οὐ καλῶς λέγομεν ἡμεῖς ὅτι Σαμαρείτης εἶ σὺ καὶ δαιμόνιον ἔχεις;(:Ύστερα, λοιπόν, από τον έλεγχο αυτόν, του αποκρίθηκαν οι Ιουδαίοι: ‘’Αφού τόσο περιφρονητικά εκφράζεσαι για τους Ισραηλίτες, καλά δεν λέμε εμείς ότι είσαι Σαμαρείτης κι ότι έχεις δαιμόνιο, από το οποίο εμπνέεσαι την τρελή αυτή ιδέα που έχεις για τον εαυτό σου;’’)»], και απατεώνα, και υποκινητή στάσης, και εχθρό του Θεού και με άλλους παρόμοιους χαρακτηρισμούς, και με το δικό Του προσωπικό παράδειγμα ελαφρύνοντας τον πόνο τους, αναδεικνύοντάς τους ανθρώπους άξιους μεγάλου σεβασμού και τιμής και αυξάνοντας με αυτόν τον τρόπο την πνευματική ανταμοιβή και την ουράνια επιβράβευσή τους.
Έπειτα, προσθέτει και έναν δεύτερο συλλογισμό, με τον οποίο αναδεικνύει με θαυμαστό τρόπο ακόμη περισσότερο την τιμή που έχουν οι μαθητές Του και αποδεικνύει ότι το μίσος εκείνων, δηλαδή των ανθρώπων του κόσμου, αποτελεί κατά κάποιον τρόπο αναγκαία συνέπεια της ιδιαίτερης θέσης των μαθητών Του. «Εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε (:Αν ήσασταν από τον κόσμο και είχατε και σεις τα αμαρτωλά φρονήματα του κόσμου)», λέει, «ὁ κόσμος ἂν τὸ ἴδιον ἐφίλει· ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ’ ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος (:ο κόσμος θα σας αγαπούσε ως δικούς του. Επειδή όμως δεν είστε από τον κόσμο, αλλά Εγώ σας διάλεξα μέσα από τον κόσμο και σας ξεχώρισα απ’ αυτόν, γι’ αυτό σας μισεί ο κόσμος)» [Ιω. 15,19]. Βλέπεις ότι και εδώ, όταν χρησιμοποιεί τη λέξη «κόσμος», δεν αναφέρεται απλώς στο σύνολο των όντων που υπάρχουν στη γη, ούτε στην ανθρώπινη φύση γενικά, αλλά στους ανθρώπους που περιορίζουν τις σκέψεις τους στα γήινα και τα ευτελή πράγματα, όπως είπα, χωρίς να στρέφουν καθόλου τον νου τους σε κάτι ανώτερο και πνευματικό.
«Αν ανήκατε στον κόσμο» [ βλ. παραπάνω, Ιω. 15,19 : «Εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε, ὁ κόσμος ἂν τὸ ἴδιον ἐφίλει· ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ’ ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος»], λέει, «αν, δηλαδή, περιορίζατε τις σκέψεις σας στα γήινα πράγματα και ήσασταν υποδουλωμένοι στις σαρκικές επιθυμίες, αν είχατε τις ίδιες αντιλήψεις με τους ανθρώπους του κόσμου και ήσασταν υποταγμένοι στον πλούτο, στην ανθρώπινη δόξα, στην αρπαγή και στην πλεονεξία, αν θεωρούσατε υπέρτατο αγαθό την ικανοποίηση της κοιλιάς σας και ήσασταν παραδομένοι στις απολαύσεις της τροφής [Φιλιπ. 3,19 : «ὧν τὸ τέλος ἀπώλεια, ὧν ὁ θεὸς ἡ κοιλία καὶ ἡ δόξα ἐν τῇ αἰσχύνῃ αὐτῶν, οἱ τὰ ἐπίγεια φρονοῦντες(:Το τέλος των ανθρώπων αυτών θα είναι η καταστροφή, διότι θα καταλήξουν στην αιώνια κόλαση. Αυτοί λατρεύουν ως Θεό την κοιλιά τους και θεωρούν ως δόξα τους πράξεις που φέρνουν ντροπή. Αυτοί έχουν γήινα φρονήματα)»], στις γενετήσιες επιθυμίες και σε όλο αυτό το πλήθος των κακών, τότε όλοι αυτοί θα σας αγαπούσαν σαν δικούς τους ανθρώπους, αφού ο καθένας, φυσικά, προσκολλάται σε εκείνους με τους οποίους αισθάνεται συγγένεια και ομοιότητα ως προς τις διαθέσεις και τις επιθυμίες του. Επειδή, όμως, δεν ανήκετε στον κόσμο, δηλαδή σε εκείνους τους ανθρώπους που έχουν σαρκικό και γήινο φρόνημα και είναι προσκολλημένοι σε όλα όσα προανέφερα» - όπως επιβεβαιώνει και ο ίδιος λίγο παρακάτω, όταν προσεύχεται στον Πατέρα Του για τους μαθητές Του, λέγοντας: «Ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰσί, καθὼς ἐγὼ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰμί (:Δεν έχουν τα φρονήματα του κόσμου και δεν είναι από τον κόσμο, όπως Εγώ δεν είμαι από τον κόσμο)» [Ιω. 17,16]. Επειδή, λοιπόν, δεν ανήκετε στον κόσμο, αλλά Εγώ σας επέλεξα και σας ξεχώρισα μέσα από αυτόν, δηλαδή μέσα από το σύνολο των ανθρώπων που έχουν την ίδια κοινή ανθρώπινη φύση, στην οποία και εσείς, ασφαλώς, μετέχετε από τη γέννησή σας, γι’ αυτό σας μισεί ο κόσμος. Στον κόσμο αυτόν ανήκουν, δηλαδή, οι άνθρωποι που προανέφερα, όσοι είναι υποδουλωμένοι στις σαρκικές επιθυμίες και προσκολλημένοι στα γήινα, όσοι δεν στρέφουν καθόλου τον νου τους στα ουράνια ούτε έχουν, όπως εσείς, την αληθινή τους πολιτεία στους ουρανούς» [Φιλιπ. 3,20 : «Ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει, ἐξ οὗ καὶ σωτῆρα ἀπεκδεχόμεθα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν(:Η συμπεριφορά τους και τα φρονήματά τους είναι τελείως αντίθετα με τα δικά μας. Διότι η δική μας πατρίδα και πολιτεία και τα δικά μας πολιτικά δικαιώματα είναι στους ουρανούς, απ’ όπου με πολύ πόθο περιμένουμε και τον Σωτήρα μας, τον Κύριο Ιησού Χριστό)»].
«Μνημονεύετε τοῦ λόγου οὗ ἐγὼ εἶπον ὑμῖν· οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ. Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν· εἰ τὸν λόγον μου ἐτήρησαν, καὶ τὸν ὑμέτερον τηρήσουσιν (:Μην παραξενεύεστε από το ότι θα συναντάτε ένα τέτοιο μίσος στον κόσμο. Αλλά να θυμάστε τον λόγο που σας είπα: Δεν υπάρχει δούλος ανώτερος από τον κύριό του. Εάν Εμένα, τον Κύριό σας, καταδίωξαν, θα καταδιώξουν κι εσάς που είστε δούλοι μου. Εάν εφάρμοσαν τον λόγο μου, θα εφαρμόσουν και τον δικό σας λόγο)» [Ιω. 15,20 ]. Ο Χριστός υπενθυμίζει συνεχώς στους μαθητές Του ότι Εκείνος, ως Θεός, έχει από τη φύση Του την κυριότητα και την εξουσία, ενώ εκείνοι, ως άνθρωποι και δημιουργήματά Του, είναι από τη φύση τους δούλοι Του και κατέχουν ταπεινότερη θέση απέναντί Του. Με αυτήν την υπενθύμιση τους κάνει προθυμότερους να αναλάβουν τους αγώνες και να υπομείνουν τις δοκιμασίες, δείχνοντάς τους ότι δεν είναι ούτε δυσβάστακτο ούτε κάτι ιδιαίτερα μεγάλο να υποφέρει ο δούλος όσα υπέφερε ο ίδιος ο Κύριός του.
Ο Ίδιος, λοιπόν, λίγο νωρίτερα, μετά το δείπνο και την νίψη των ποδιών των μαθητών Του, τους είχε πει: «Εἰ οὖν ἐγὼ ἔνιψα ὑμῶν τοὺς πόδας, ὁ Κύριος καὶ ὁ διδάσκαλος, καὶ ὑμεῖς ὀφείλετε ἀλλήλων νίπτειν τοὺς πόδας(:Εάν, λοιπόν, έπλυνα τα πόδια σας εγώ, που είμαι ο Κύριος και ο Διδάσκαλος, οφείλετε πολύ περισσότερο κι εσείς, εμπνευσμένοι από την ταπεινοφροσύνη και την αγάπη, να πλένετε ο ένας τα πόδια του άλλου˙ και να έχετε τη διάθεση να υποβληθείτε ακόμη και στην πιο ταπεινωτική διακονία για χάρη του συνανθρώπου σας)» [Ιω. 13,14 ]. Και συνεχίζει συμπληρώνοντας: «Ἄμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ, οὐδὲ ἀπόστολος μείζων τοῦ πέμψαντος αὐτόν (:Αληθινά, αληθινά σας λέω, δεν υπάρχει δούλος ανώτερος από τον κύριό του, ούτε απεσταλμένος μεγαλύτερος από εκείνον που τον έστειλε. Εάν λοιπόν εγώ ταπεινώθηκα από αγάπη και υπηρέτησα εσάς που είστε δούλοι μου και απόστολοί μου, πολύ περισσότερο οφείλετε να το κάνετε και σεις στους άλλους, οι οποίοι δεν είναι δούλοι σας αλλά συνάδελφοι και σύνδουλοί σας» [Ιω. 13,16].
Την ίδια αλήθεια επαναλαμβάνει και στο σημείο αυτό, λέγοντας στους μαθητές Του: «Να θυμάστε τον λόγο που σας είπα: Ο δούλος δεν είναι ανώτερος από τον κύριό του» [βλ. παραπάνω, Ιω. 15,20 : «Μνημονεύετε τοῦ λόγου οὗ ἐγὼ εἶπον ὑμῖν· οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ. εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν· εἰ τὸν λόγον μου ἐτήρησαν, καὶ τὸν ὑμέτερον τηρήσουσι»]. «Ἄρκετὸν τῷ μαθητῇ(:Είναι αρκετό στον μαθητή)», λέει, «ἵνα γένηται ὡς ὁ διδάσκαλος αὐτοῦ, καὶ ὁ δοῦλος ὡς ὁ κύριος αὐτοῦ. Εἰ τὸν οἰκοδεσπότην Βεελζεβοὺλ ἐκάλεσαν, πόσῳ μᾶλλον τοὺς οἰκιακοὺς αὐτοῦ (:να έχει την ίδια μεταχείριση που έχει και ο δάσκαλός του. Και πρέπει να μένει ικανοποιημένος ο δούλος, εάν έχει την ίδια μεταχείριση που έχει και ο κύριός του. Άλλωστε κι Εμένα, που είμαι ο διδάσκαλος και κύριός σας, δεν με καταδιώκουν; Εάν εμένα, που είμαι νοικοκύρης στον οίκο του Θεού, με απεκάλεσαν Βεελζεβούλ, δηλαδή άρχοντα των δαιμονίων, πόσο μάλλον θα αποκαλέσουν έτσι κι εσάς, που είστε οι οικιακοί μου, οι δικοί μου άνθρωποι;)» [Ματθ. 10,25].
Οι Ιουδαίοι εκείνοι, λοιπόν, που ήταν απειθείς και στερούνταν την κατάλληλη πνευματική καλλιέργεια, αντιδρούσαν παντού στους λόγους του Χριστού και άλλοτε έλεγαν μεταξύ τους: «Δαιμόνιον ἔχει καὶ μαίνεται· τί αὐτοῦ ἀκούετε; (:Για να έχει τέτοια ιδέα για τον εαυτό του, πρέπει να έχει δαιμόνιο και γι’ αυτό παραλογίζεται. Γιατί τον προσέχετε και ακούτε αυτά που λέει;)» [Ιω. 10,20]. Άλλοτε πάλι έλεγαν: «Οὐχ οὗτός ἐστιν Ἰησοῦς ὁ υἱὸς Ἰωσήφ, οὗ ἡμεῖς οἴδαμεν τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα; Πῶς οὖν λέγει οὗτος ὅτι ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβέβηκα;(: Δεν είναι αυτός ο Ιησούς, ο γιος του Ιωσήφ; Δεν είναι αυτός που εμείς γνωρίζουμε τον πατέρα του και τη μητέρα του; Πώς λοιπόν αυτός, που τον ξέρουμε τόσο καλά, λέει «έχω κατεβεί από τον ουρανό»;)»[Ιω. 6,42]. Και ακόμη: «Πῶς δύναται οὗτος ἡμῖν δοῦναι τὴν σάρκα φαγεῖν;(: Πώς μπορεί αυτός να μας δώσει να φάμε τη σάρκα του και να μένει συγχρόνως άρτος ζωντανός;)» [Ιω. 6,52]. Και πώς πάλι απέρριπταν τους ισχυρισμούς του ίδιου του Χριστού, λέγοντας: «Πεντήκοντα ἔτη οὔπω ἔχεις καὶ Ἀβραὰμ ἑώρακας; (:Ούτε πενήντα χρονών δεν είσαι ακόμη, κι έχεις δει τον Αβραάμ, που έζησε πριν από δύο χιλιάδες περίπου χρόνια;)» [Ιω. 8,57]. Και: «Νῦν ἐγνώκαμεν ὅτι δαιμόνιον ἔχεις. Ἀβραὰμ ἀπέθανε καὶ οἱ προφῆται, καὶ σὺ λέγεις, ἐάν τις τὸν λόγον μου τηρήσῃ, οὐ μὴ γεύσηται θανάτου εἰς τὸν αἰῶνα; (:Τώρα πεισθήκαμε τελείως ότι έχεις δαιμόνιο. Ο Αβραάμ, όπως και οι προφήτες, ενώ τήρησαν τον λόγο του Θεού, πέθαναν˙ κι εσύ λες ότι εάν κανείς τηρήσει τον λόγο μου, δεν θα πεθάνει ποτέ;)»[Ιω.8,52].
Και πάλι: ««Ὁ πατὴρ ἡμῶν Ἀβραάμ ἐστι. Ἡμεῖς ἐκ πορνείας οὐ γεγεννήμεθα· ἕνα πατέρα ἔχομεν τὸν Θεόν (:Ο δικός μας πατέρας είναι ο Αβραάμ και κανένας άλλος. Εμείς δεν έχουμε γεννηθεί από αθέμιτη και πορνική επιμειξία με ειδωλολάτρες, ώστε να έχει νοθευθεί η καταγωγή μας από τον Αβραάμ. Δεν ανήκουμε στην οικογένεια του σατανά, τους ειδωλολάτρες, αλλά ανήκουμε στον λαό του Θεού που κατάγεται από τον Αβραάμ. Έναν πατέρα έχουμε, τον Θεό)» [Ιω. 8,39 και Ιω. 8,41 ], και τόσα άλλα παρόμοια.
«Δεν θα αποτελεί, λοιπόν, τίποτε το καινούριο», λέει, «ούτε θα είναι κάτι ξένο προς τη συμπεριφορά που έχουν ήδη επιδείξει και προς τις διαθέσεις τους, αν αρνηθούν να δεχθούν τον λόγο και το κήρυγμά σας για μένα. Γιατί πρόκειται για τους ίδιους ανθρώπους που απέρριψαν εμένα προσωπικά και τη διδασκαλία μου με τόσο μεγάλη επιμονή και με όλη την οργή που έκρυβαν μέσα στην ψυχή τους, όπως γνωρίζετε και εσείς. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ποιήσουσιν ὑμῖν διὰ τὸ ὄνομά μου, ὅτι οὐκ οἴδασι τὸν πέμψαντά με (:Αλλά όλα αυτά θα σας τα κάνουν όχι επειδή θα τους φταίτε σε κάτι, αλλά εξαιτίας μου, για την πίστη που έχετε και θα ομολογείτε στο πρόσωπό μου. Διότι αυτοί δεν έχουν τη σωστή και αληθινή γνώση για τον Θεό, ο Οποίος με απέστειλε στον κόσμο. Η άγνοιά τους όμως αυτή είναι αδικαιολόγητη)» [Ιω. 15,21 ].
«Αγνοούν», λέει, «ότι Εγώ είμαι πραγματικά ο Υιός του Θεού και ότι ήρθα στον κόσμο σύμφωνα με την αγαθή θέληση του Πατέρα μου, με σκοπό τη σωτηρία του. Γι’ αυτό θα σας υποβάλουν σε όλα όσα σας προανέφερα, επειδή τρέφουν εχθρότητα απέναντι στο όνομά μου και ούτε πιστεύουν ούτε ανέχονται να ακούνε ότι είμαι Υιός του Θεού κατά φύση, δηλαδή αληθινός Υιός Του και όχι κατά χάρη, «επειδή δεν γνωρίζουν εκείνον που με έστειλε», τον Οποίο δεν αναγνωρίζουν ως Πατέρα που έχει εκ φύσεως Μονογενή Υιό, ίσο με Αυτόν ως προς την τιμή [βλ. Ιω. 5,23 : «ἵνα πάντες τιμῶσι τὸν υἱόν, καθὼς τιμῶσι τὸν πατέρα. ὁ μὴ τιμῶν τὸν υἱὸν οὐ τιμᾷ τὸν πατέρα τὸν πέμψαντα αὐτόν (:Κι έδωσε ο Πατήρ όλη αυτή την εξουσία στον Υιό, για να τιμούν και να λατρεύουν όλοι τον Υιό όπως τιμούν και λατρεύουν τον Πατέρα. Εκείνος που δεν τιμά τον Υιό, δεν τιμά ούτε τον Πατέρα, που Τον απέστειλε στον κόσμο)»].
Γιατί, ακόμη κι αν υποστηρίζουν ότι γνωρίζουν τον Θεό και Τον αναγνωρίζουν ως Πατέρα όλων των δημιουργημάτων Του —αφού πριν από λίγο έλεγαν ««Ἡμεῖς ἕνα πατέρα ἔχομεν τὸν Θεόν (: εμείς έναν Πατέρα έχουμε, τον Θεό)» [Ιω. 8,41] — αυτή και μόνο η αναγνώριση δεν είναι αρκετή για την ολοκληρωμένη πίστη και την αληθινή ομολογία Του. Είναι απαραίτητο να πιστεύουν επιπλέον ότι ο Θεός δεν είναι μόνο Πατέρας των δημιουργημάτων, αλλά και Πατέρας του Μονογενούς Υιού Του. «Και ο Μονογενής αυτός Υιός είμαι Εγώ ο Ίδιος, όπως επιβεβαιώνουν τόσο τα έργα που έχω επιτελέσει όσο και ο ίδιος ο Πατέρας που με έστειλε στον κόσμο» [Ιω. 5,36 : «Ἐγὼ δὲ ἔχω τὴν μαρτυρίαν μείζω τοῦ Ἰωάννου· τὰ γὰρ ἔργα ἃ ἔδωκέ μοι ὁ πατὴρ ἵνα τελειώσω αὐτά, αὐτὰ τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ ὅτι ὁ πατήρ με ἀπέσταλκε(:Εγώ όμως έχω να σας προβάλω μια αλάνθαστη μαρτυρία, που είναι μεγαλύτερη από τη μαρτυρία του Ιωάννη: τα έργα μου. Διότι όλη η θαυμαστή δράση μου με τα θαύματα και τα καταπληκτικά έργα που μου ανέθεσε ο Πατέρας μου να επιτελέσω με τη δύναμή του ως Μεσσίας, αυτά τα έργα που μόνο Εγώ επιτελώ, μαρτυρούν για Εμένα ότι ο Πατήρ με έχει αποστείλει στον κόσμο)» και Ιω. 5,37 : «Καὶ ὁ πέμψας με πατὴρ αὐτὸς μεμαρτύρηκε περὶ ἐμοῦ. οὔτε φωνὴν αὐτοῦ ἀκηκόατε πώποτε οὔτε εἶδος αὐτοῦ ἑωράκατε (:Και ο Πατήρ που με απέστειλε στον κόσμο, Αυτός έχει δώσει πριν από πολύ καιρό μαρτυρία για μένα στην Αγία Γραφή. Εσείς, όμως, ούτε τη φωνή Του έχετε ακούσει ποτέ έως τώρα, ούτε τη μορφή Του έχετε δει˙ διότι ο Θεός είναι αόρατος και δεν Τον αντιλαμβάνεται κανείς με τις σωματικές του αισθήσεις. Συνεπώς και τη μαρτυρία του για μένα θα έπρεπε να την αναζητήσετε στην Αγία Γραφή)»].
«Αυτόν, όμως, τον Πατέρα, μολονότι ισχυρίζονται ότι Τον γνωρίζουν, στην πραγματικότητα δεν Τον γνωρίζουν, όπως έχω ήδη επισημάνει. Γιατί όποιος δεν αποδίδει την οφειλόμενη τιμή στον Υιό δεν τιμά ούτε τον Πατέρα που Τον απέστειλε» [βλ. παραπάνω, Ιω. 5,23 : «ἵνα πάντες τιμῶσι τὸν υἱόν, καθὼς τιμῶσι τὸν πατέρα. ὁ μὴ τιμῶν τὸν υἱὸν οὐ τιμᾷ τὸν πατέρα τὸν πέμψαντα αὐτόν»]. Γιατί, όπως δεν είναι δυνατόν κάποιος να αναγνωρίζει έναν άνθρωπο ως πατέρα και να αγαπά το πρόσωπό του, χωρίς παράλληλα να αναγνωρίζει και να αγαπά και τον υιό του, αφού η ίδια η ιδιότητα του πατέρα προϋποθέτει αναγκαστικά την ύπαρξη υιού, έτσι και αντίστροφα, δεν είναι δυνατόν εκείνος που αρνείται να αναγνωρίσει και να τιμήσει κάποιον ως πατέρα να ανεχθεί ποτέ ούτε καν να αποκαλείται κάποιος άλλος υιός του.
«Αυτοί, λοιπόν, επειδή, όπως προηγουμένως είπα, δεν γνωρίζουν πραγματικά τον Πατέρα που με έστειλε, δεν αναγνωρίζουν ούτε την ονομασία και την ιδιότητά μου ως Υιού Του. Αντίθετα, δυσανασχετούν και αντιδρούν με έντονη αποστροφή απέναντι στον λόγο που διακηρύσσει αυτήν την αλήθεια. Γι’ αυτό και θα σας υποβάλουν σε όλα εκείνα εξαιτίας του ονόματός μου» [Ιω. 15,21 : «Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ποιήσουσιν ὑμῖν διὰ τὸ ὄνομά μου, ὅτι οὐκ οἴδασι τὸν πέμψαντά με (:Αλλά όλα αυτά θα σας τα κάνουν όχι επειδή θα τους φταίτε σε κάτι, αλλά εξαιτίας μου, για την πίστη που έχετε και θα ομολογείτε στο πρόσωπό μου. Διότι αυτοί δεν έχουν τη σωστή και αληθινή γνώση για τον Θεό, ο Οποίος με απέστειλε στον κόσμο. Η άγνοιά τους, όμως, αυτή είναι αδικαιολόγητη)»]· θέλω να πω ότι θα ενεργήσουν έτσι επειδή ακριβώς δεν γνωρίζουν τον Πατέρα που απέστειλε Εμένα, τον Υιό Του, όπως έχω ήδη επισημάνει πολλές φορές».
Πρόσεξε, όμως, και με πόσους επιτακτικούς λόγους θεμελιώνει την αναγκαιότητα του γεγονότος, αποδεικνύοντας συγχρόνως ότι αυτό δεν είναι μόνο αναγκαίο, αλλά και τιμητικό, ότι αποτελεί οφειλόμενο καθήκον και ότι αποβαίνει προς όφελος εκείνων τους οποίους αφορά. Γιατί, λέγοντας «Εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε, ὁ κόσμος ἂν τὸ ἴδιον ἐφίλει· ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ᾽ ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος(:Αν ήσασταν από τον κόσμο και είχατε και σεις τα αμαρτωλά φρονήματα του κόσμου, ο κόσμος θα σας αγαπούσε ως δικούς του. Επειδή, όμως, δεν είστε από τον κόσμο, αλλά Εγώ σας διάλεξα μέσα από τον κόσμο και σας ξεχώρισα απ’ αυτόν, γι’ αυτό σας μισεί ο κόσμος)» [Ιω. 15,19 ], κατέδειξε ότι το μίσος των ασεβών απέναντι στους ευσεβείς αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια της διαφορετικής τους σχέσης με τον κόσμο.
Ότι, όμως, ο διωγμός για χάρη Του περιποιεί συγχρόνως τιμή και αποβαίνει προς όφελος των μαθητών το κατέστησε σαφές λέγοντας: «Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν (:Εάν εμένα, τον Κύριό σας, καταδίωξαν, θα καταδιώξουν κι εσάς που είστε δούλοι μου)» [Ιω. 15,20]. Γιατί τι θα μπορούσε να θεωρηθεί ισάξιο, από την άποψη της δόξας και της τιμής, με το να συμμετέχει κανείς στους διωγμούς, στα παθήματα και στον θάνατο του Χριστού, υπομένοντας και ο ίδιος όλα αυτά για χάρη Του; Και ποιες ανταμοιβές και ανταποδόσεις θα επιφυλάσσονται σε εκείνους που υπομένουν ολοκληρωτικά αυτές τις δοκιμασίες για χάρη του Χριστού, αν όχι, όπως είναι φανερό, η συμμετοχή και στη δόξα Του, αφού συμμετέχουν ήδη στα παθήματά Του; «Γιατί, αν συμμετέχουμε στα παθήματα του Χριστού», λέει ο απόστολος Παύλος, ο οποίος είχε υποστεί ο ίδιος σε εξαιρετικό βαθμό τέτοιους διωγμούς και δοκιμασίες, «θα συμμετάσχουμε και στη δόξα Του» [πρβ. Ρωμ. 8,17 : «Εἰ δὲ τέκνα, καὶ κληρονόμοι· κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ, εἴπερ συμπάσχομεν, ἵνα καὶ συνδοξασθῶμεν(:Αφού, λοιπόν, είμαστε παιδιά, είναι φυσικό να είμαστε και κληρονόμοι˙ κληρονόμοι του Θεού ως Πατέρα μας, και συγκληρονόμοι του Χριστού ως αδελφού μας. Και γινόμαστε συγκληρονόμοι του Χριστού, αν βεβαίως πάσχουμε μαζί με Αυτόν, έτσι ώστε και να δοξαστούμε μαζί Του)»].
Και θέλοντας να καταστήσει ακόμη σαφέστερο στους ίδιους τους μαθητές Του, πέρα από όσα είχε ήδη πει, ότι η υπομονή των διωγμών και των παθημάτων αποτελεί και δική τους υποχρέωση απέναντί Του, τους λέει: «Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ποιήσουσιν ὑμῖν διὰ τὸ ὄνομά μου, ὅτι οὐκ οἴδασι τὸν πέμψαντά με (:Αλλά όλα αυτά θα σας τα κάνουν εξαιτίας του ονόματός μου)»[ βλ. παραπάνω, Ιω. 15,21]. Και πού θα μπορούσε κανείς να βρει κάτι που να είναι συγχρόνως τόσο αναγκαίο και ωφέλιμο, να γίνεται αιτία απόκτησης της ύψιστης και, ανώτερης από κάθε άλλη, δόξας και να συνδυάζει όλα αυτά, όσο το να υπομένει με τη θέλησή του παθήματα και να προσφέρει ακόμη και τη ζωή του για τον Χριστό, μιμούμενος, στο μέτρο των ανθρώπινων δυνατοτήτων του, τον εκούσιο θάνατο που Εκείνος υπέμεινε για χάρη μας; Και πώς θα ήταν δυνατόν κάποιος, ακόμη κι αν πρόσφερε την ίδια του τη ζωή για χάρη του Χριστού, να θεωρήσει ότι εξόφλησε το χρέος της ευγνωμοσύνης του προς Εκείνον και ανταπέδωσε επάξια τον θάνατο που ο Δεσπότης Χριστός υπέμεινε για τη σωτηρία μας;
Ο Χριστός, όμως, θέλοντας να αναδείξει και να εξυψώσει ακόμη περισσότερο την αξία των διωγμών που θα υποστούν οι μαθητές Του και να φανερώσει πόσο θαυμαστό και μεγαλειώδες είναι το γεγονός αυτό, συμπεριλαμβάνει μαζί με τον εαυτό Του και τον ίδιο Του τον Πατέρα, προαναγγέλλοντας ότι οι μαθητές θα υποστούν τις δοκιμασίες όχι μόνο για χάρη του Υιού, αλλά και για χάρη του Πατέρα Του. «Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ποιήσουσιν ὑμῖν διὰ τὸ ὄνομά μου (:Γιατί όλα αυτά τα δεινά θα σας τα προκαλέσουν εξαιτίας του ονόματός μου)», λέει, «ὅτι οὐκ οἴδασι τὸν πέμψαντά με (:επειδή δεν γνωρίζουν τον Πατέρα που με έστειλε). Εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν (:Εάν δεν είχα έλθει και δεν τους είχα μιλήσει αποδεικνύοντάς τους με τη διδασκαλία μου και με τα θαύματά μου ότι είμαι ο Μεσσίας, δεν θα είχαν αμαρτία για την απιστία που έδειξαν σε Εμένα. Τώρα, όμως, δεν έχουν καμία πρόφαση που να δικαιολογεί την αμαρτία τους. Και είναι βαριά και ασυγχώρητη η αμαρτία τους αυτή)» [Ιω. 15,21 -22].
Και πώς θα μπορούσαν να θεωρηθούν απαλλαγμένοι από την αμαρτία, αν ο ίδιος ο Χριστός δεν είχε έρθει και δεν τους είχε μιλήσει; Και όμως, ο Θεός τους είχε ήδη δώσει τον γραπτό νόμο μέσω του Μωυσή, επιβεβαιώνοντας την θεία προέλευσή του με υπερφυσικά σημεία και θαύματα. Είχε, επίσης, αποστείλει πολλούς και σπουδαίους προφήτες σε διαδοχικές γενιές, ενώ, πριν ακόμη από όλα αυτά, είχε θέσει στην ανθρώπινη φύση τον φυσικό νόμο, ως αλάνθαστο διδάσκαλο που υποδεικνύει στον άνθρωπο όσα πρέπει να πράττει. Εκείνοι, όμως, είχαν περιφρονήσει και παραβεί όλα αυτά τα μέσα της θείας καθοδήγησης. «Πώς, λοιπόν, δεν είχαν αμαρτία», θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος; [Ιω. 15,22 : «Εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν (:Εάν δεν είχα έλθει και δεν τους είχα μιλήσει αποδεικνύοντάς τους με τη διδασκαλία μου και με τα θαύματά μου ότι είμαι ο Μεσσίας, δεν θα είχαν αμαρτία για την απιστία που έδειξαν σε Εμένα. Τώρα, όμως, δεν έχουν καμία πρόφαση που να δικαιολογεί την αμαρτία τους. Και είναι βαριά και ασυγχώρητη η αμαρτία τους αυτή)»]. «Δεν είχαν, δηλαδή, τόσο μεγάλη αμαρτία όση θα έχουν τώρα, μετά τη δική μου παρουσία, τα υπερφυσικά έργα που επιτέλεσα και τη διδασκαλία που τους πρόσφερα. Γιατί είχαν, βέβαια, αμαρτία και προηγουμένως, επειδή είχαν περιφρονήσει τον φυσικό και τον γραπτό νόμο, καθώς και τους προφήτες, αλλά η αμαρτία τους δεν είχε τότε την ίδια βαρύτητα. Γιατί το μέγεθος των θείων δωρεών αυξάνει τις τιμωρίες για εκείνους που τις περιφρονούν, καθώς όσο μεγαλύτερες είναι οι δωρεές που δέχονται, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η ευθύνη τους».
Όπως λέει και ο Ίδιος ο Χριστός: «Οὐαί σοι, Χοραζίν, οὐαί σοι, Βηθσαϊδά· ὅτι εἰ ἐν Τύρῳ καὶ Σιδῶνι ἐγενήθησαν αἱ δυνάμεις αἱ γενόμεναι ἐν ὑμῖν, πάλαι ἂν ἐν σάκκῳ καὶ σποδῷ καθήμεναι μετενόησαν. Πλὴν λέγω ὑμῖν, Τύρῳ καὶ Σιδῶνι ἀνεκτότερον ἔσται ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ἢ ὑμῖν (:Αλίμονο σου, Χοραζίν, αλίμονό σου, Βηθσαϊδά˙ διότι αν στην Τύρο και τη Σιδώνα, που ήταν ειδωλολατρικές πόλεις φημισμένες για την κακία τους, είχαν γίνει τα μεγάλα θαύματα που έγιναν σε σας, από καιρό οι κάτοικοί τους θα είχαν μετανοήσει. Και θα εξωτερίκευαν τη συντριβή για τις αμαρτίες τους, φορώντας σάκο για ένδυμα και ρίχνοντας στάχτη πάνω στα κεφάλια τους. Σας φαίνεται υπερβολικό αυτό. Αλλά σας λέω ότι την ημέρα της κρίσεως οι κάτοικοι της Τύρου και Σιδώνας θα υποστούν ελαφρότερη τιμωρία από εσάς)» [Ματθ. 11,21-22]. Με τα λόγια αυτά γίνεται φανερό ότι και οι κάτοικοι εκείνων των πόλεων θα τιμωρηθούν, βέβαια, επειδή παρέβησαν όσα τους είχαν γνωστοποιηθεί μέσω των προφητών και του νόμου, όπως είπα προηγουμένως. Η τιμωρία τους, ωστόσο, θα είναι πολύ μικρότερη και ηπιότερη από την τιμωρία εκείνων που δεν υπάκουσαν ούτε στον ίδιο τον Κύριο του νόμου, τον Χριστό, ο Οποίος ήρθε αυτοπροσώπως και τους δίδαξε.
Ή, τουλάχιστον, η φράση του Χριστού μπορεί να ερμηνευθεί ως εξής: εδώ ονομάζει ειδικά «αμαρτία» τον πόλεμο και τη δίωξη που εξαπέλυσαν εκείνοι εναντίον Του και των μαθητών Του, καθώς και τη θανάτωσή Του. «Γι’ αυτήν», λέει, «δεν έχουν καμία δικαιολογία ούτε θα μπορέσουν να αποφύγουν την τιμωρία, καθώς δεν μπορούν να επικαλεστούν άγνοια. Είχαν, άλλωστε, διδαχθεί από παλιά από τους προφήτες όσα αφορούν εμένα, αλλά και από εμένα τον ίδιο και από τα έργα μου, με τρόπο σαφέστερο και υψηλότερο, αν βέβαια ήθελαν να μάθουν)» [βλ. παραπάνω, Ιω. 15,22 : «Εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν»].
«Αν δεν είχα επιτελέσει ανάμεσά τους τα έργα και τα θαύματα που κανένας άλλος δεν έχει επιτελέσει», λέει, «δεν θα είχαν αυτή τη βαριά αμαρτία. Τώρα όμως έχουν δει τα έργα μου και έχουν μισήσει τόσο Εμένα, όσο και τον Πατέρα μου» [Ιω. 15,24 : «Εἰ τὰ ἔργα μὴ ἐποίησα ἐν αὐτοῖς ἃ οὐδεὶς ἄλλος πεποίηκεν, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ καὶ ἑωράκασι καὶ μεμισήκασι καὶ ἐμὲ καὶ τὸν πατέρα μου»]. «Διότι, όπως είπα προηγουμένως, Εγώ είμαι μέσα στον Πατέρα και ο Πατέρας μέσα σε Εμένα» [Ιω. 14,10 : «Οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι; Τὰ ρήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, ἀπ’ ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ· ὁ δὲ πατὴρ ὁ ἐν ἐμοὶ μένων αὐτὸς ποιεῖ τὰ ἔργα (:Δεν πιστεύεις ότι Εγώ είμαι αχώριστα ενωμένος με τον Πατέρα μου, και γι’ αυτό είμαι και μένω μέσα στον Πατέρα, και ο Πατέρας είναι και μένει μέσα μου; Είμαι αδιάσπαστα και απόλυτα ενωμένος με τον Πατέρα μου, και γι΄ αυτό τα λόγια που Εγώ σας λέω και σας διδάσκω, δεν τα λέω από μόνος μου. Αλλά ο Πατέρας μου, που μένει μέσα μου, Αυτός ενεργεί τα υπερφυσικά έργα˙ και επιβεβαιώνει με αυτά ότι είμαστε αχώριστοι και ότι η διδασκαλία που διδάσκω δεν είναι δική μου, αλλά προέρχεται από τη σοφία του Πατέρα μου)»], καθώς υπάρχει αδιάσπαστη ενότητα ανάμεσά μας, και «ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν πατέρα (:όποιος έχει δει Εμένα έχει δει τον Πατέρα)» [Ιω. 14,9 : «Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· τοσοῦτον χρόνον μεθ’ ὑμῶν εἰμι, καὶ οὐκ ἔγνωκάς με, Φίλιππε; ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν πατέρα· καὶ πῶς σὺ λέγεις, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα; (:Του λέει ο Ιησούς: Τόσο καιρό είμαι μαζί σας, Φίλιππε, και δεν με έχεις γνωρίσει ακόμη Ποιος είμαι ως προς τη θεϊκή μου φύση; Εκείνος που έχει δει Εμένα κι έχει εκτιμήσει κατάλληλα την αλήθεια της διδασκαλίας μου, την αγιότητα της ζωής μου και τη θαυματουργική δράση μου, είδε και τον Πατέρα. Διότι Εγώ είμαι ο φυσικός Υιός Του, και μέσα από την ανθρώπινη φύση μου εκλάμπει η αλήθεια και η δόξα και η αγιότητα του Πατρός μου. Και πώς εσύ λες:˙ ‘’Δείξε μας τον Πατέρα’’;)»].
Γιατί ο Πατέρας και ο Υιός έχουν μία και την ίδια θεότητα, μία και την ίδια βούληση, δύναμη και ενέργεια, καθώς είναι ενωμένοι ως προς τη θεία φύση, χωρίς να παύουν να είναι διακριτά πρόσωπα. Έτσι, «όποιος έχει δει εμένα έχει δει μέσα σε εμένα και τον Πατέρα· και όποιος έχει μισήσει εμένα έχει μισήσει μέσω εμού και τον Πατέρα». Ο Χριστός, όμως, αποκαλύπτει συγχρόνως ότι εκείνοι ψεύδονται, όταν ισχυρίζονται ότι δεν προέρχεται από τον Θεό, επειδή δεν τηρεί το Σάββατο. Γιατί, όπως λέει, «όσοι προσποιούνται ότι μου αντιτίθενται για να υπερασπιστούν τους νόμους Εκείνου και γι’ αυτό εχθρεύονται το όνομά μου, δεν έχουν τη σωστή και αληθινή γνώση ούτε για τον Θεό, ο Οποίος με απέστειλε στον κόσμο»[Ιω. 15,21 : «Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ποιήσουσιν ὑμῖν διὰ τὸ ὄνομά μου, ὅτι οὐκ οἴδασι τὸν πέμψαντά με)»].
«Και ενώ βλέπουν πάλι τον Πατέρα να φανερώνεται με όλη Του τη λαμπρότητα μέσα σε Εμένα, μέσω της κοινής ενέργειας και των δύο μας και των θεοπρεπών έργων, μισούν και Εκείνον μαζί με Εμένα, στρεφόμενοι μέσω του ενός εναντίον και των δύο μας και συμπαρασύροντας, με τρόπο άθεο και ασεβή, τον Πατέρα στην εχθρότητά τους προς τον Υιό. Γιατί, όπως ομολογούν και οι ίδιοι οι διώκτες μου, δεν με διώκουν και δεν με μισούν για κανέναν άλλο λόγο, παρά επειδή διακηρύσσω ότι είμαι Υιός του Θεού». «Δεν σε λιθοβολούμε για κάποιο καλό έργο», λένε, «αλλά για βλασφημία, επειδή, ενώ είσαι άνθρωπος, παρουσιάζεις τον εαυτό σου ως Υιό του Θεού»[Ιω. 10,33 : «Ἀπεκρίθησαν αὐτῷ οἱ Ἰουδαῖοι λέγοντες· περὶ καλοῦ ἔργου οὐ λιθάζομέν σε, ἀλλὰ περὶ βλασφημίας, καὶ ὅτι σὺ ἄνθρωπος ὢν ποιεῖς σεαυτὸν Θεόν»].
«Εκείνοι, λοιπόν, που μισούν τον Υιό σε τόσο υπερβολικό βαθμό, ώστε να μην ανέχονται ούτε να ακούσουν το όνομά Του, πώς δεν μισούν και τον Πατέρα μέσω εμού και μαζί με εμένα και δεν Τον διώκουν μαζί μου;» [Ιω. 15,23 : «Ὁ ἐμὲ μισῶν καὶ τὸν πατέρα μου μισεῖ ( : Διότι εκείνος που μισεί Εμένα, μισεί συγχρόνως και τον Πατέρα μου, που με απέστειλε)»] Γιατί, αν σύμφωνα με τη δική τους αντίληψη απορρίπτεται ο κατά φύση Υιός, πώς μπορεί να παραμένει ως προς τη δική τους ομολογία ο κατά φύση Πατέρας; Ο Πατέρας είναι πάντοτε Πατέρας Υιού, αφού η πατρότητα προϋποθέτει την ύπαρξη του Υιού. Αν, λοιπόν, αρνούνται τον Υιό, δεν μπορούν να αναγνωρίζουν ούτε τον Πατέρα ως Πατέρα. Γιατί τίνος Πατέρας θα είναι; Επομένως, μέσω της απόρριψης του ενός στρέφονται και εναντίον του άλλου και, όσο εξαρτάται από αυτούς, διώκουν και αρνούνται και τους δύο, χωρίς βέβαια να μπορούν πραγματικά να καταργήσουν τη θεία ύπαρξή τους.
Αφού είπε αυτά στους αποστόλους σχετικά με τους διώκτες τους και επικαλέστηκε επιπλέον τη μαρτυρία του Δαβίδ, ο οποίος είχε προαναγγείλει από παλιά το παράλογο και αδικαιολόγητο μίσος τους —« ἵνα πληρωθῇ (:για να εκπληρωθεί)», λέει, «ὁ λόγος ὁ γεγραμμένος ἐν τῷ νόμῳ αὐτῶν, ὅτι ἐμίσησάν με δωρεάν (:ο προφητικός λόγος που έχει γραφεί στο Νόμο που τους δόθηκε και για τον οποίο καυχώνται. Δηλαδή με το μίσος τους αυτό επαληθεύεται εκείνο που λένε οι Ψαλμοί, που περιλαμβάνονται στον Νόμο, ότι με μίσησαν χωρίς κανένα λόγο και χωρίς καμία αιτία [Ιω. 15,25· πρβ. Ψαλμ.34,19: «Μὴ ἐπιχαρείησάν μοι οἱ ἐχθραίνοντές μοι ἀδίκως, οἱ μισοῦντες με δωρεὰν καὶ διανεύοντες ὀφθαλμοῖς (:Ας μη χαρούν άλλο για τη συντριβή μου αυτοί που με εχθρεύονται άδικα, αυτοί που με μισούν αδικαιολόγητα και συνεννοούνται με νεύματα για να με εξοντώσουν)» και Ψαλμ.68,5: «Ἐπληθύνθησαν ὑπὲρ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς μου οἱ μισοῦντές με δωρεάν, ἐκραταιώθησαν οἱ ἐχθροί μου οἱ ἐκδιώκοντές με ἀδίκως· ἃ οὐχ ἥρπαζον, τότε ἀπετίννυον(:Έγιναν περισσότεροι από τις τρίχες του κεφαλιού μου εκείνοι που με μισούν χωρίς λόγο. Έγιναν πανίσχυροι οι εχθροί μου που με καταδιώκουν άδικα. Με τις συκοφαντίες τους αναγκαζόμουν να πληρώνω για πράγματα που δεν είχα αρπάξει, και για παρεκτροπές που ποτέ δεν είχα κάνει)» — περνά στη διδασκαλία για το δικό Του Πνεύμα, δηλαδή το Άγιο Πνεύμα.
Στη θεολογική ανάπτυξη που ακολουθεί, λοιπόν, λέει: «Ὃταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος, ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ καὶ ὑμεῖς δὲ μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς μετ’ ἐμοῦ ἐστε(:Όταν, όμως, έλθει ο Παράκλητος, που Εγώ θα σας στείλω από τον Πατέρα ως οδηγό και βοηθό σας, το Άγιο Πνεύμα δηλαδή, Εκείνος θα μαρτυρήσει για μένα. Διότι το Άγιο Πνεύμα ως πηγή της αλήθειας φανερώνει στους ανθρώπους την αλήθεια. Αυτό εκπορεύεται από τους κόλπους του Πατρός, όπως αναπηδά ο ποταμός από τη φυσική πηγή του. Αλλά και σεις θα δίνετε μαρτυρία για Εμένα, διότι από την αρχή της δημόσιας δράσεώς μου είστε μαζί μου άμεσοι μάρτυρες της διδασκαλίας μου και των έργων μου. Καθώς μάλιστα θα φωτισθείτε τώρα και από τον Παράκλητο, θα δίνετε για Εμένα μαρτυρία σύμφωνη με τη μαρτυρία του Παρακλήτου)» [Ιω. 15,26-27]. «Εκείνοι», λέει, «δηλαδή οι διώκτες μου, με μισούν και με διώκουν με τόση ένταση, επειδή δεν πιστεύουν στη θεότητά μου. Όταν όμως έρθει ο Παράκλητος, το Πνεύμα της αλήθειας, Εκείνος θα δώσει αληθινή μαρτυρία για εμένα, φανερώνοντας την αλήθεια σχετικά με το πρόσωπό μου».
Επειδή, λοιπόν, όσοι δίνουν μαρτυρία για πρόσωπα ή πράγματα χρειάζονται πάνω απ’ όλα την αλήθεια, ώστε η μαρτυρία τους να διαθέτει και αξιοπιστία και βεβαιότητα, και να μην μπορεί να αμφισβητηθεί ως ψευδής, γι’ αυτό ο Χριστός αποκαλεί εδώ το Άγιο Πνεύμα «Πνεύμα της αλήθειας», τονίζοντας έτσι την απόλυτη αξιοπιστία της μαρτυρίας Του. Γιατί ο Χριστός φανέρωσε ότι το Άγιο Πνεύμα είναι του Πατέρα και δικό Του, δηλώνοντας δύο διαφορετικές σχέσεις: αφενός ότι ο ίδιος θα το αποστείλει στους μαθητές Του και αφετέρου ότι το Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα. Το αποκάλεσε, επίσης, «Πνεύμα της αλήθειας», για να θεμελιώσει και μέσω αυτής της ονομασίας, όπως είπα, την αξιοπιστία της μαρτυρίας Του, αφού η αλήθεια αποτελεί εγγύηση της αξιοπιστίας της.
Και πότε, λοιπόν, και με ποιον τρόπο έδωσε μαρτυρία για τον Χριστό το Άγιο Πνεύμα, όταν κατέβηκε στον κόσμο; Εκείνη, λοιπόν, η επιφοίτηση κατά την Πεντηκοστή και η ουσιαστική, όπως θα μπορούσε να πει κανείς, παρουσία του Αγίου Πνεύματος αποτέλεσε σπουδαιότατη μαρτυρία για τη θεότητα του Χριστού [Πράξ. 2,1–4 : «Καὶ ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό. καὶ ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας, καὶ ἐπλήρωσεν ὅλον τὸν οἶκον οὗ ἦσαν καθήμενοι· καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ᾿ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν, καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι»]. Γιατί ο Χριστός είχε υποσχεθεί στους αποστόλους την επιφοίτηση αυτή τόσο πριν από το Πάθος όσο και μετά την Ανάστασή Του και, μετά την Ανάληψή Του στους ουρανούς, απέστειλε μεγαλοπρεπώς το Άγιο Πνεύμα, σύμφωνα με τις υποσχέσεις Του, με τη δύναμη και τη δόξα που ανήκουν κατά φύση τόσο στον Ίδιο, όσο και στο Πνεύμα, φανερώνοντας έτσι την κοινή θεία τους δύναμη και δόξα.
«Ἰδοὺ γάρ(:Κι Εγώ σας υπόσχομαι να σας βοηθήσω αποτελεσματικά στο έργο αυτό. Ιδού Εγώ, που από τώρα είμαι και ως άνθρωπος ο βασιλεύς του κόσμου και η κεφαλή της Εκκλησίας», λέει, «ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ’ ὑμᾶς, ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλὴμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους (:θα σας στείλω σε λίγο από τον ουρανό επάνω σας αυτό που σας υποσχέθηκε ο Πατέρας μου, δηλαδή το Πνεύμα το Άγιο. Αυτό το Πνεύμα προανήγγειλαν οι προφήτες ότι θα δοθεί σε κάθε άνθρωπο. Εσείς, λοιπόν, καθίστε στην πόλη Ιερουσαλήμ και μην απομακρυνθείτε απ’ αυτήν, μέχρι να φορέσετε ως πνευματικό ένδυμα τη δύναμη και την ενίσχυση που θα σας έλθει από τον ουρανό με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος)» [Λουκ. 24,49] «Γιατί, ιδού», λέει, «σας στέλνω εκείνο που υποσχέθηκε ο Πατέρας μου, δηλαδή το Άγιο Πνεύμα. Εσείς όμως να παραμείνετε στην Ιερουσαλήμ, ώσπου να περιβληθείτε με δύναμη από ψηλά, με τη δύναμη που θα σας χαρίσει το Άγιο Πνεύμα».
Το Άγιο Πνεύμα, μάλιστα, έχει δώσει ξεκάθαρη μαρτυρία ότι ο Χριστός είναι και Θεός και Υιός του Θεού, όχι μόνο με την επιφοίτησή Του, αλλά και μέσω των ευαγγελιστών, των αποστόλων και όλων των μαρτύρων, ανδρών και γυναικών, σε ολόκληρο τον κόσμο [Πράξ. 1,8 : «Ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾿ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς(:Θα λάβετε όμως ενίσχυση και δύναμη, όταν θα έλθει πάνω σας το Άγιο Πνεύμα. Και θα γίνετε μάρτυρες της ζωής μου και της διδασκαλίας μου και στη Ιερουσαλήμ και σ’ όλη την Ιουδαία και στη Σαμάρεια και μέχρι το τελευταίο και πιο απομακρυσμένο σημείο της γης)»]. Η μαρτυρία αυτή δόθηκε μπροστά σε βασιλιάδες, τυράννους, στρατηγούς και άρχοντες κάθε λογής, σε όλα τα έθνη, τις πόλεις και τις χώρες. Οι μάρτυρες αυτοί, με τη σοφία και τη δύναμη του Πνεύματος, αποστόμωσαν ρήτορες, σοφούς, διαλεκτικούς, εκείνους τους προφήτες, μάντεις και ιερείς, σύμφωνα με όσα είχε προαναγγείλει ο Χριστός. Έτσι, κατήγαγαν περίλαμπρη νίκη εναντίον όλων των αντιπάλων τους και κέρδισαν για τον Χριστό ολόκληρη την οικουμένη, με την εξάπλωση της πίστης, σε βαθμό που ξεπερνά κάθε περιγραφή.
«Παραδώσουσι γάρ ὑμᾶς εἰς συνέδρια καὶ εἰς συναγωγὰς δαρήσεσθε(:Διότι θα σας παραδώσουν σε συνέδρια και θα σας δείρουν σε συναγωγές)», λέει, «καὶ ἐπὶ ἡγεμόνων καὶ βασιλέων ἀχθήσεσθε ἕνεκεν ἐμοῦ (:και θα σταθείτε ως κατηγορούμενοι μπροστά σε ηγεμόνες και βασιλείς για μένα, προκειμένου να δώσετε μαρτυρία για το πρόσωπό μου που να την ακούσουν κι αυτοί και να τους δοθεί έτσι η ευκαιρία να μετανοήσουν και να πιστέψουν˙ για να μην προφασίζονται την ημέρα της Κρίσεως ότι δεν άκουσαν το κήρυγμά μου)»[Μάρκ.13,9]· «Ὃταν δὲ ἀγάγωσιν ὑμᾶς παραδιδόντες, μὴ προμεριμνᾶτε τί λαλήσητε(:Κι όταν σας οδηγήσουν για να σας παραδώσουν σε συνέδρια και δικαστήρια, μην αγωνιάτε από πριν με τη σκέψη και τη φροντίδα τι θα πείτε για να απολογηθείτε)», λέει, «μηδὲ μελετᾶτε, ἀλλ᾿ ὃ ἐὰν δοθῇ ὑμῖν ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ, τοῦτο λαλεῖτε· οὐ γὰρ ὑμεῖς ἐστε οἱ λαλοῦντες, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον(:και μην προμελετάτε τίποτε. Αλλά ό,τι σας φωτίσει ο Θεός και σας στείλει στον νου εκείνη την ώρα της απολογίας σας, αυτό να πείτε. Αυτή θα είναι η πιο κατάλληλη απολογία σας. Διότι δεν θα είστε εσείς που θα μιλάτε, αλλά το Πνεύμα το Άγιο που θα σας φωτίζει)» [Μάρκ. 13,11 ].
Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος, ο μεγάλος στρατηγός και υπερασπιστής αυτής εδώ της πολυάριθμης παράταξης του Χριστού, λέει: «Οὐδεὶς λέγει κύριον Ἰησοῦν, εἰ μὴ ἐν πνεύματι ἁγίῳ (:Κανείς δεν μπορεί να ομολογήσει με ειλικρινή πίστη και ευλάβεια ότι «ο Ιησούς είναι ο Κύριος» παρά μόνο με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος)» [Α΄ Κορ. 12,3], που καθιστά δυνατή την αληθινή ομολογία της πίστης. Ο Χριστός, λοιπόν, που είναι κατά τη θεία φύση Του αχώριστα ενωμένος με το δικό Του Πνεύμα, δηλαδή το Άγιο Πνεύμα, και το έχει ως νου Του, σύμφωνα και πάλι με τον σοφό απόστολο Παύλο[Α΄ Κορ. 2,16 : «Τίς γὰρ ἔγνω νοῦν Κυρίου, ὃς συμβιβάσει αὐτόν; Ἡμεῖς δὲ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν (:Και δεν μπορεί να καταλάβει φυσικός και μη αναγεννώμενος άνθρωπος τον αναγεννημένο, διότι ποιος από εκείνους που δεν φωτίστηκαν από το Πνεύμα του Θεού γνώρισε την σκέψη και τις βουλές του Θεού; Ποιος από αυτούς θα διδάξει και θα διορθώσει τον Κύριο; Κανείς. Κανείς, λοιπόν, από τους μη αναγεννημένους δεν μπορεί να κατανοήσει και εμάς. Διότι και εμείς έχουμε τον νου και την σκέψη του Χριστού)»], χωρίς αυτό να αναιρεί την προσωπική διάκριση Υιού και Αγίου Πνεύματος, λέει: «Ὃταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ (:Όταν έλθει ο Παράκλητος, που Εγώ θα σας στείλω από τον Πατέρα ως οδηγό και βοηθό σας, το Άγιο Πνεύμα δηλαδή, Εκείνος θα μαρτυρήσει για Εμένα» [Ιω. 15,26].
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
μετάφραση και επιμέλεια κειμένου:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ
«Φιλοθέου, πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Ἐγκώμιον εἰς τὸν Ἅγιον Δημήτριον», Μακεδονικά, τόμ. 2 (1951), σ. 562-570: https://media.ems.gr/ekdoseis/makedonika/makedonika_02/ekd_pemk_02_laourdas.pdf?utm
Δ. Γ. Τσάμης (έκδ.), Φιλοθέου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Κοκκίνου Ἁγιολογικὰ Ἔργα, Α΄: Θεσσαλονικεῖς Ἅγιοι, σειρά «Θεσσαλονικεῖς Βυζαντινοὶ Συγγραφεῖς», αρ. 4, Κέντρον Βυζαντινῶν Ἐρευνῶν Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 1985.
Δ. Γ. Τσάμης, «Φιλοθέου Κοκκίνου, εγκώμιο στον άγιο μεγαλομάρτυρα Δημήτριο τον Μυροβλήτη», Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., 26 (1981), σ. 49–83.
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.
Η Παλαιά Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία, Τόμοι Α΄και Β΄, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ»[συγγραφείς της ερμηνείας: Τρεμπέλας Παναγιώτης, Παπαδημητρίου Ηρακλής, Βασιλειάδης Νικόλαος, Ψαλτάκης Γεώργιος – Απόδοση της ερμηνείας στη Νεοελληνική: Δομουχτσής Μάριος], Αθήνα 2024, έκδοσις τρίτη.
Π. Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου