(Ὁ θρίαμβος τῆς πίστεως ἐπὶ τῆς ἀνθρώπινης ἰσχύος)
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γράφοντας στὸν ἀγαπημένο μαθητή του Τιμόθεο, τὸν προτρέπει νὰ ἀντιμετωπίσῃ μὲ γενναιότητα τὶς δοκιμασίες καὶ τοὺς διωγμοὺς τῆς ἐποχῆς του: «οὐ γὰρ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεὸς πνεῦμα δειλίας, ἀλλὰ δυνάμεως καὶ ἀγάπης καὶ σωφρονισμοῦ· μὴ οὖν ἐπαισχυνθῇς τὸ μαρτύριον τοῦ Κυρίου ἡμῶν... ἀλλὰ συγκακοπάθησον τῷ εὐαγγελὶῳ κατὰ δύναμιν Θεοῦ» (Β΄ Τιμ.1,7-8). Ἡ ἀποστολικὴ αὐτὴ παρακαταθήκη ὑπῆρξε ὁδηγὸς καὶ πηγὴ δυνάμεως γιὰ ὅλους τοὺς Μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑποχώρησαν μπροστὰ στὶς ἀπειλές, τὰ βασανιστήρια καὶ τὸν θάνατο, ἀλλὰ ὁμολόγησαν μὲ παρρησία τὸν Χριστό. Ἀνάμεσα σὲ αὐτοὺς ἐξέχουσα θέση κατέχει ὁ ἅγιος Μάρτυς Νέστωρ, ὁ γενναῖος ἀθλητὴς τῆς πίστεως καὶ συνεργὸς στὴ δόξα τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Δημητρίου.
Ὁ ἅγιος Νέστωρ καταγόταν ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη, μία ἀπὸ τὶς σπουδαιότερες πόλεις τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἡ ὁποία ἤδη ἀπὸ τὸν 1ο αἰῶνα εἶχε δεχθεῖ τὸ κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ διέθετε ἀκμάζουσα χριστιανικὴ κοινότητα. Παρὰ τὴν πρόοδο τῆς Ἐκκλησίας, ἡ εἰδωλολατρία ἐξακολουθοῦσε νὰ κυριαρχῇ στὸν δημόσιο βίο, ὑποστηριζόμενη ἀπὸ τὸ ρωμαϊκὸ κράτος, τὸ ὁποῖο θεωροῦσε τὴν παραδοσιακὴ θρησκεία ἀπαραίτητο θεμέλιο τῆς κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς συνοχῆς.
