ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ «ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ: ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΕΣ ΣΥΝΟΔΟΙ
Η αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας του Χριστού είναι κατά βάθος πάντοτε καθολική, διότι είναι πάντοτε θεανθρώπινη [[Ο άγιος Ιουστίνος εδώ με τον όρο «καθολική» δεν εννοεί φυσικά «ρωμαιοκαθολική», αλλά «οικουμενική, ολόκληρη και πλήρης, που εκφράζει το σύνολο της Εκκλησίας και την ενότητα όλων των μελών της εν Χριστώ». Επειδή κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός, η ζωή της δεν περιορίζεται σε τόπο, έθνος, εποχή ή ομάδα ανθρώπων. Αγκαλιάζει το όλον, και κάθε αληθινό μέλος της μετέχει σε αυτήν την ενότητα και πληρότητα. Δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως ένα τοπικό, εθνικό ή μεμονωμένο ανθρώπινο σχήμα, αλλά ως ολόκληρη την Εκκλησία του Χριστού, μέσα στην οποία υπάρχει η πληρότητα της θεανθρώπινης ζωής και αλήθειας]]. Ο Θεάνθρωπος Χριστός αποτελεί την ουσία και την εγγύηση του ενιαίου και μοναδικού χαρακτήρα της εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας, αφού Αυτός είναι η μοναδική Κεφαλή της Εκκλησίας. Τα πάντα στην Εκκλησία είναι καθολικά: το φρόνημα, η καρδιά, η συνείδηση, η βούληση, η ζωή, η προσευχή, το κάθε ιερό μυστήριο και η κάθε αγία αρετή [[Και εδώ ο άγιος Ιουστίνος χρησιμοποιεί το επίθετο «καθολικά» ακριβώς με την ίδια έννοια. Δεν εννοεί απλώς ότι όλα αυτά υπάρχουν «σε όλη την Εκκλησία», αλλά ότι καθένα από αυτά μετέχει στην ολότητα, στην ενότητα και στην πληρότητα του θεανθρώπινου σώματος της Εκκλησίας. Εννοεί ότι τίποτε μέσα στην Εκκλησία δεν είναι απομονωμένο ή ατομικό. Το φρόνημα του πιστού είναι εκκλησιαστικό φρόνημα· η προσευχή του εντάσσεται στην προσευχή ολόκληρης της Εκκλησίας· τα Μυστήρια δεν είναι ατομικές πράξεις αλλά γεγονότα του όλου Σώματος· ακόμη και η αρετή του κάθε μέλους βιώνεται εν Χριστώ και σε κοινωνία με ολόκληρο το εκκλησιαστικό σώμα.]]. Τούτον τον ευαγγελισμό εκφράζει, θεοπνεύστως, ο Απόστολος Παύλος λέγοντας: «Ἡμεῖς δὲ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν(:Εμείς έχουμε τον νου και την σκέψη του Χριστού)» [Α΄ Κορ. 2, 16]. Αυτή η ολόπλευρη καθολικότητα αποκτά την δική της γλώσσα με τις Άγιες Οικουμενικές Συνόδους.
Το γεγονός αυτό αποτελεί τον τελειότερο παρατηρητή της καθολικής συνειδήσεως και αυτοσυνειδησίας της Εκκλησίας, της καθολικής θεανθρώπινης συνειδήσεως και αυτοσυνειδησίας της. Ο Θεός «ἐν ἁγίοις ἀναπαύεται», ενώ η αυτοσυνειδησία και η συνείδηση της Εκκλησίας «ἐν ἁγίοις» θεώνεται, θεανθρωπίζεται. Η Εκκλησία, ως ενσαρκωμένος Θεός Λόγος και επομένως ως ενσαρκωμένη Αλήθεια, αποτελεί αφ’ εαυτής το κορυφαίο μέτρο της Αληθείας, την κορυφαία κρίση της Αληθείας [βλ. Ματθ. 18,17 : «ἐὰν δὲ παρακούσῃ αὐτῶν, εἰπὲ τῇ ἐκκλησίᾳ· ἐὰν δὲ καὶ τῆς ἐκκλησίας παρακούσῃ, ἔστω σοι ὥσπερ ὁ ἐθνικὸς καὶ ὁ τελώνης»],την ίδια την γλώσσα της Αληθείας. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι, κατά πάντα και διά πάντα θεανθρώπινες, αποτελούν αυτήν ακριβώς την θεοφρούρητη γλώσσα, τα χείλη της Αληθείας. Όντας με όλο το είναι τους εκ του Θεανθρώπου και εκ του δικού Του «Πνεύματος τῆς Ἀληθείας» [βλ. Ιω. 15,26 : «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ(:Σε αντίθεση ,όμως, με το αδικαιολόγητο και ασυγχώρητο αυτό μίσος των Ιουδαίων, στους καλοπροαίρετους ανθρώπους ο Θεός θα φανερώσει Ποιος είμαι. Όταν δηλαδή έλθει ο Παράκλητος, που Εγώ θα σας στείλω από τον Πατέρα ως οδηγό και βοηθό σας, το Άγιο Πνεύμα δηλαδή, εκείνος θα μαρτυρήσει για Εμένα. Διότι ο Άγιο Πνεύμα ως πηγή της αλήθειας φανερώνει στους ανθρώπους την αλήθεια. Αυτό εκπορεύεται από τους κόλπους του Πατρός, όπως αναπηδά ο ποταμός από τη φυσική πηγή του)» και Ιω. 16,13 : «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν· οὐ γὰρ λαλήσει ἀφ᾿ ἑαυτοῦ, ἀλλ᾿ ὅσα ἂν ἀκούσῃ λαλήσει, καὶ τὰ ἐρχόμενα ἀναγγελεῖ ὑμῖν(:Όταν, όμως, έλθει Εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, θα σας οδηγήσει σε όλη τη σωτηριώδη αλήθεια. Διότι δεν θα μιλήσει από μόνος Του και ανεξάρτητα από τα άλλα πρόσωπα της θεότητος, αλλά θα σας πει όσα θα ακούσει από τον Πατέρα˙ θα σας αναγγείλει μάλιστα και όσα πρόκειται να συμβούν μελλοντικά στην Εκκλησία μου)»], οι Οικουμενικές Σύνοδοι γνωρίζουν, κατέχουν και καταδεικνύουν όλη την θεανθρώπινη, αγιοτριαδική αλήθεια της Εκκλησίας. Η αγιοτριαδική αλήθεια φανερώνεται διά των αγίων Πατέρων των Συνόδων, αυτών των χριστοφόρων και χριστορρημόνων Αγίων.
Όσα έχουν μέχρις εδώ λεχθεί περί της Εκκλησίας ως Θεανθρώπου, αποδεικνύουν ότι η θεανθρώπινη πίστη είναι ευαγγελική και ότι χάρις σε αυτήν την πίστη της η Εκκλησία είναι και αθάνατη και παν-νικήτρια. Τούτη η ευαγγελική, η θεανθρώπινη πίστη είναι η πίστη των αγίων Αποστόλων, των αγίων Πατέρων, των Αγίων Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων. Σύμφωνα με αυτήν την πίστη, η Εκκλησία είναι Εκκλησία και Θεάνθρωπος, η ενσαρκωθείσα Δευτέρα Υπόστασις της Αγίας Τριάδος. Σε αυτήν την θεανθρώπινη πίστη, «τῇ ἅπαξ παραδοθείσῃ τοῖς ἁγίοις» [Ἰούδ. 1,3 : «Ἀγαπητοί, πᾶσαν σπουδὴν ποιούμενος γράφειν ὑμῖν περὶ τῆς κοινῆς σωτηρίας, ἀνάγκην ἔσχον γράψαι ὑμῖν παρακαλῶν ἐπαγωνίζεσθαι τῇ ἅπαξ παραδοθείσῃ τοῖς ἁγίοις πίστει(:Αγαπητοί, ενώ είχα σφοδρό πόθο να σας γράψω για την κοινή σωτηρία που χάρισε σ’ όλους μας ο Ιησούς Χριστός, αναγκάστηκα από τις περιστάσεις να σας γράψω για να σας προτρέψω να αγωνίζεστε με δύναμη για την πίστη, η οποία παραδόθηκε μια για πάντα στους Χριστιανούς με το προφορικό κήρυγμα)»] δια του Θεανθρώπου Κυρίου Ιησού Χριστού, στηρίζεται η καθολικότητα και η οικουμενικότητα της Εκκλησίας.
Αυτό ευαγγελίζεται και ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: «Η ορθόδοξη και σωτηριοφόρος ομολογία της πίστεως συνιστά την καθολική (δηλ. συνοδική, οικουμενική) Εκκλησία» [Ανωνύμου, Εἰς τὸν βίον καὶ τὴν ἄθλησιν τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν καὶ Ὁμολογητοῦ Μαξίμου 24, PG 90, 93D]. Αυτήν την αποστολική αλήθεια μαρτυρεί ατρομήτως και θεοσόφως ο μαθητής των Αποστόλων Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, ευαγγελιζόμενος: «Όπου βρίσκεται ο Ιησούς Χριστός, εκεί βρίσκεται και η καθολική Εκκλησία» [Ἰγνατίου Θεοφόρου, Ἐπιστολὴ πρὸς Σμυρναίους 8, PG 5, 713B]. Ο Άγιος Κλήμης Ρώμης αποστολικώς βροντοφωνάζει: «Ἡ Ἐκκλησία ἐφανερώθη ἐν τῇ σαρκὶ Χριστοῦ» [Κλήμεντος Ρώμης, Ἐπιστολὴ πρὸς Κορινθίους Β΄, 14,3, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ΒΕΠΕΣ, τ. 1, Ἀθῆναι 1955, σ. 45(11-12)]. Και ο «δέκατος τρίτος απόστολος», Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας, ευαγγελίζεται: «Η Εκκλησία είναι τύπος και εικόνα του Χριστού» [Μεγάλου Ἀθανασίου, Κατὰ Ἀρειανῶν 2, 80, PG 26, 316B].
Αυτή η θεανθρώπινη πίστη είναι η πρώτη και μοναδική ορθή πίστη: ο Θεός έγινε Θεάνθρωπος, έγινε Εκκλησία και έτσι συνιστά την σωτηρία, τον αγιασμό, την θεανθρωποποίηση, την μεταμόρφωση, την χριστοποίηση, την εκκλησιοποίηση του ανθρωπίνου γένους. Γι’ αυτήν ακριβώς την θεανθρώπινη πίστη, ως παν-τελεία, παν-σωτηριώδη και μοναδική ορθή πίστη, ομιλεί και ολόκληρο το Ευαγγέλιο του χριστοφόρου και χριστοσόφου Αποστόλου Παύλου, ιδιαιτέρως στις προς Γαλάτας [Γαλ. 3,22–29 : «Ἀλλὰ συνέκλεισεν ἡ γραφὴ τὰ πάντα ὑπὸ ἁμαρτίαν, ἵνα ἡ ἐπαγγελία ἐκ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ δοθῇ τοῖς πιστεύουσι. Πρὸ δὲ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι. ὥστε ὁ νόμος παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστόν, ἵνα ἐκ πίστεως δικαιωθῶμεν· ἐλθούσης δὲ τῆς πίστεως οὐκέτι ὑπὸ παιδαγωγόν ἐσμεν. πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστε διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ· ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. εἰ δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἄρα τοῦ Ἀβραὰμ σπέρμα ἐστὲ καὶ κατ’ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι (:Τώρα, όμως, έγινε με τον νόμο το εντελώς αντίθετο απ’ τη δικαίωση. Ο γραπτός νόμος του Θεού δηλαδή έκλεισε ολοκληρωτικά τα πάντα κάτω από την αμαρτία, για να ποθήσουν οι άνθρωποι τον Ιατρό και Σωτήρα˙ κι έτσι η ευλογία που υποσχέθηκε ο Θεός, να δοθεί με την πίστη στον Ιησού Χριστό σ’ όλους όσους πιστεύουν. Προτού, όμως, έλθει η νέα αυτή κατάσταση, στην οποία ισχύει πλέον η πίστη, ο νόμος μάς φρουρούσε κλεισμένους καλά, σαν να ήμασταν μέσα σε κάποιο φρούριο˙ για να καταφύγουμε έτσι στην πίστη που έμελλε να αποκαλυφθεί μετά από καιρό. Συνεπώς ο Μωσαϊκός νόμος έγινε παιδαγωγός μας και μας προετοίμαζε να ποθήσουμε και να γνωρίσουμε τον Χριστό, για να λάβουμε τη δικαίωση και τη σωτηρία από την πίστη μας σ’ αυτόν. Όταν, λοιπόν, ήλθε η νέα κατάσταση, στην οποία ισχύει η πίστη, δεν είμαστε πλέον κάτω από την παιδαγωγία του νόμου. Διότι με την πίστη στον Ιησού Χριστό όλοι γίνατε και είστε υιοί Θεού ενήλικες, ώριμοι και χειραφετημένοι. Και είστε υιοί του Θεού, διότι όσοι βαπτισθήκατε στο όνομα του Χριστού πιστεύοντας σ’ αυτόν ως Σωτήρα, ντυθήκατε τον Χριστό και ενωθήκατε μαζί Του. Δεν υπάρχουν πλέον διαφορές εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως και φύλου. Δεν υπάρχει διαφορά Ιουδαίου και Έλληνα, δεν υπάρχει διάκριση δούλου και ελεύθερου, δεν υπάρχει διάκριση άνδρα και γυναίκας. Διότι όλοι εσείς γίνατε ένας νέος άνθρωπος με την ένωσή σας με τον Ιησού Χριστό. Εάν λοιπόν εσείς που είστε εθνικοί Χριστιανοί ανήκετε στον Χριστό, άρα διαμέσου του Χριστού, που είναι ο ευλογημένος απόγονος του Αβραάμ, είστε κι εσείς απόγονοι του Αβραάμ˙ και σύμφωνα με την υπόσχεση είστε και κληρονόμοι της ευλογίας)»] και προς Εβραίους Επιστολές του. Και αυτή είναι που χαρακτηρίζεται ως «ἀκίνητος πίστις» [Ἰγνατίου Θεοφόρου, Ἐπιστολὴ πρὸς Σμυρναίους 1, PG 5, 708B] από τον Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο. Δεν υπάρχει τίποτε να της προσθέσουμε ή να της αφαιρέσουμε· είναι, από κάθε άποψη, τέλεια. Οι Άγιες Οικουμενικές Σύνοδοι αποτελούν τους θεόπνευστους μάρτυρες, ομολογητές και φύλακες τούτης της θεανθρώπινης πίστεως.
Οι άγιοι Πατέρες της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου δηλώνουν: «Αυτή η Αγία Σύνοδος έπραξε έχοντας ως Κεφαλή της τον Ίδιο τον Χριστό. Με τη γενική ομοφωνία όλων των αγίων Πατέρων η Σύνοδος κατεδίκασε τη διδασκαλία του Νεστορίου και μαρτύρησε την καθαρότητα και την ισχύ της αποστολικής και ευαγγελικής Παραδόσεως» [E. Schwartz, Acta conciliorum oecumenicorum, τ. 1.1.3, Βερολίνο 1927, σ. 83]. Οι ίδιοι Πατέρες ευαγγελίζονται πως η χωρητικότητα του σαρκωθέντος Θεού Λόγου είναι όλη η Εκκλησία και πως ο Ίδιος είναι η Κεφαλή του σώματος της [Βλ. E. Schwartz, Acta conciliorum oecumenicorum, τ. 1.1.5, ὅ.π., σ. 107]. Καθώς επίσης ότι η Εκκλησία είναι ο κτίστης, διότι χειραγωγεί με την γνώση την πίστη μας.
Οι άγιοι Πατέρες της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου ευαγγελίζονται ότι η Εκκλησία είναι το σώμα των πιστών [J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum nova et amplissima Collectio [J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio], τ. 7, Φλωρεντία 1765, σ. 546]· όσοι είναι του Χριστού ενώνονται στο ένα σώμα του Χριστού [βλ. E. Schwartz, Acta conciliorum oecumenicorum, τ. 1.1.6, Βερολίνο 1928, σ. 85] και ότι ο Χριστός είναι η κεφαλή και εμείς, συνεπώς, τα μέλη, αποτελούμε ένα σώμα λόγω της ομονοίας και της κοινής πίστεως [J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio, τ. 8, Φλωρεντία 1762, σ. 546].
Οι άγιοι Πατέρες της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου δηλώνουν ότι είμαστε μέλη μεταξύ μας και αποτελούμε το ένα σώμα του Χριστού ομοφρονούντες έναντι του Κυρίου Ιησού Χριστού, έναντι αλλήλων και της πίστεως [J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio, τ. 11, Φλωρεντία 1765, σ. 660]. Οι ίδιοι Πατέρες περί του Συμβόλου της Πίστεως λέγουν ότι στην Νίκαια, στην μεγάλη και σημαντική Σύνοδο, η Αγία Τριάδα υπαγόρευσε η ίδια το Σύμβολο της Πίστεως και καταδίκασε τις κακοδοξίες του Αρείου [J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio, τ. 11, Φλωρεντία 1765, σ. 661].
Η ομολογία της αγιοπατερικής και αποστολικής πίστεως και η διαφύλαξη της ακεραιότητός της είναι το κύριο μέλημα όλων των Οικουμενικών Συνόδων. Έτσι και η βασική μέριμνα των αγίων Πατέρων της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου είναι «να διαφυλάξει ολόκληρο και αλώβητο τον αποστολικό και ευαγγελικό κανόνα της πίστεως» [ D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio, τ. 8, Φλωρεντία 1762, σ. 546]. Οι άγιοι Πατέρες της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου εντέλλονται: «να ακολουθήσουμε κατά πάντα ό,τι οι προηγούμενες Οικουμενικές Σύνοδοι έκαναν για την προστασία της πίστεως» [J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio, τ. 11, Φλωρεντία 1765, σ. 184]. «Γιατί είναι μία και αυτή η πίστη που ομολόγησαν οι τέσσερεις Σύνοδοι και η Ε΄» [J. Straub, Acta conciliorum oecumenicorum, «Actio I», τ. 4.1.1, Βερολίνο 1971, σ. 9].
Οι άγιοι Πατέρες της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου δηλώνουν: «Προς αυτά ακολουθούμε τους αγίους Πατέρες και Διδασκάλους της αγίας Εκκλησίας του Θεού, Αθανάσιο, Ιλάριο, Βασίλειο, Γρηγόριο τον Θεολόγο, Γρηγόριο Νύσσης, Αμβρόσιο, Αυγουστίνο, Πρόκλο, Λέοντα, Ιωάννη Κωνσταντινουπόλεως και αποδεχόμαστε ό,τι αυτοί έγραψαν και ερμήνευσαν περί της ορθής πίστεως και για την καταδίκη των αιρετικών. Τηρήσαμε πάντοτε και τηρούμε την πίστη την εξ αρχής παραδοθείσα από τον Θεό και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό στους αγίους Αποστόλους και κατόπιν την κηρυχθείσα σε ολόκληρη την οικουμένη και ερμηνευμένη εκ μέρους των αγίων Πατέρων και ιδιαίτερα εκείνων, οι οποίοι συμμετείχαν στις τέσσερεις Οικουμενικές Συνόδους και τους οποίους κατά πάντα ακολουθούμε [J. Straub, Acta conciliorum oecumenicorum, «Actio I», τ. 4.1.1, Βερολίνο 1971, σ. 13]. Δηλώνουμε, λοιπόν, ότι τηρήσαμε και τηρούμε ό,τι αποφάσισαν και αποφάνθηκαν οι παραπάνω τέσσερεις Οικουμενικές Σύνοδοι, καθώς αυτές, παρ’ όλο που έλαβαν χώρα σε διαφορετικές περιόδους, εν τούτοις διαφύλαξαν και ανακεφαλαίωσαν τη μία και αυτή ομολογία πίστεως. Χάρη της ομοψυχίας στις εκκλησίες, είναι απαραίτητο να ακολουθούμε τις Άγιες τέσσερεις Οικουμενικές Συνόδους και να τηρούμε αδιάβλητα όσα αυτές όρισαν» . «Και οι άγιοι Πατέρες όρισαν αυτά υπό την καθοδήγηση του Πνεύματος του Αγίου, το Οποίο μιλούσε δι’ Αυτών» [ J. Straub, Acta conciliorum oecumenicorum, «Actio I», τ. 4.1.1, Βερολίνο 1971, σ. 16].
Τα δόγματα είναι τα αιώνια θεανθρώπινα αγιάσματα. Ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί ούτε παν-περιληπτικώς να τα κατανοήσει ούτε να τα διανοηθεί. «Τὰ ἅγια τοῖς ἁγίοις!» Τα δόγματα είναι δυνατόν να γίνουν αντιληπτά μέχρις ενός σημείου και μόνον με νου Χριστού, νου χριστοποιημένο. Οι άγιοι Πατέρες της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου βροντοφωνάζουν ότι τα δόγματα δεν είναι έργο βασιλέων, αλλά Αρχιερέων, οι οποίοι έχουν νου Χριστού [J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio, τ. 12, Φλωρεντία 1766, σ. 978].
Ο Άγιος Πατριάρχης Ταράσιος, πρόεδρος της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, διευκρινίζει στην Σύνοδο: «Όσον αφορά στα δόγματα, το να κάνουμε μικρό ή μεγάλο σφάλμα είναι το ίδιο, γιατί και στις δύο περιπτώσεις ανατρέπουμε τον νόμο του Θεού» [ό.π., σ. 1080]. «Δεν υπάρχουν διαφωνίες ανάμεσα στους αγίους Πατέρες, αντιθέτως, σαν να έχουν μία ψυχή κηρύττουν το ένα και το αυτό και διδάσκουν το ένα και το αυτό» [ό.π., σ. 1088]. «Ό,τι ορίστηκε στις Εκκλησίες του Θεού και είναι προς δόξαν και τιμή του Θεού, όλα είναι άγια και οφείλουμε να τα σεβόμαστε» [ό.π., σ. 1083].
Οι άγιοι Πατέρες είναι οι θεματοφύλακες της Οικουμενικής Εκκλησίας· είναι οι άγρυπνοι φρουροί των νοητών τειχών της. Είναι αυτοί που ανέκοψαν τις επελάσεις όλων των εχθρικών στρατιών και με την ρομφαία του πνεύματος απέκρουσαν τις αρχαίες αιρέσεις και πλάνες. Η Αγία Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος δηλώνει: «Ας μας κατευθύνουν οι διδαχές των θεορρημόνων Πατέρων. Αντλώντας από αυτούς, ξεδιψάσαμε με την Αλήθεια· ακολουθώντας τους, εκδιώξαμε το ψεύδος· διδασκόμενοι από αυτούς δεχόμαστε αγαπητικώς τις ιερές εικόνες. Οι Πατέρες και εμείς παραμένουμε υπάκουα τέκνα και τιμούμε την παράδοση της Καθολικής Εκκλησίας. Πιστεύοντας στον Ένα Θεό, Τον δοξαζόμενο εν Τριάδι, αποδεχόμαστε αγαπητικώς τις ιερές εικόνες και σε εκείνους που αυτό δεν αποδέχονται ανάθεμα, και ας είναι εκδιωγμένοι μακριά από την Εκκλησία. Ακολουθούμε τον αρχαίο νόμο της Οικουμενικής Εκκλησίας. Τηρούμε τις εντολές των Πατέρων. Ανάθεμα σε όποιον προσθέσει κάτι στην διδασκαλία της Καθολικής Εκκλησίας αλλά και σε όποιον αφαιρέσει από αυτήν την διδασκαλία» [J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio, τ. 13, Φλωρεντία 1767, σ. 133]. «Τηρώντας κατά πάντα την διδασκαλία των θεοφόρων Πατέρων κηρύττουμε αυτήν την διδασκαλία με ένα στόμα και μία καρδιά· μη προσθέτοντας τίποτε, μη αφαιρώντας τίποτε από εκείνο που μάς παραδόθηκε. Αντιθέτως, σε τούτα στηριζόμαστε και αυτά δυναμώνουμε. Ομολογούμε και διδάσκουμε έτσι όπως όρισαν και βεβαίωσαν οι Άγιες και Οικουμενικές Έξι Σύνοδοι» [J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum Collectio, τ. 13, Φλωρεντία 1767, σ. 129].
Αφού η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος έλαβε τις απαραίτητες αποφάσεις και ο κάθε συμμετέχων τις υπέγραψε λέγοντας: «υπέγραψε και όρισε», η Αγία Σύνοδος διακηρύττει: «Όλοι έτσι πιστεύουμε, όλοι έτσι φρονούμε, όλοι είμαστε σύμφωνοι σε αυτό και θέσαμε τις υπογραφές μας. Αυτή είναι η ευαγγελική πίστη, αυτή είναι η ορθόδοξη πίστη, αυτή βεβαιώνεται, ως πίστη οικουμενική» [ό.π., σ. 397].
Στην Επιστολή που αναφέρεται στις εργασίες της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου και την οποία οι άγιοι Πατέρες αποστέλλουν στους αιρετικούς και στους κληρικούς της Κωνσταντινουπόλεως, αναφέρεται: «Εργαστήκαμε στην Παράδοση της Οικουμενικής (:ήτοι Καθολικής / Συνοδικής) Εκκλησίας και τίποτε δεν αφαιρέσαμε ούτε και προσθέσαμε και με αγάπη δεχόμαστε ό,τι εξαρχής δέχθηκε γραπτώς και προφορικώς η Αγία Οικουμενική Εκκλησία, αλλά και οι αγιογραφημένες εικόνες. Εκείνο πάλι που απέρριψαν οι θείοι Πατέρες, απορρίπτουμε και εμείς και το θεωρούμε εχθρικό προς την Εκκλησία. Η αληθής και δικαιότερη κρίση της Εκκλησίας, συνίσταται σε τούτο: Να μην επιτραπούν εν τη Εκκλησία καινοτομίες, όπως και να μην αφαιρεθεί το παραμικρό. Και έτσι ακολουθώντας τους πατρώους νόμους και λαμβάνοντας την Χάρη του Ενός Πνεύματος, διαφυλάξαμε ό,τι αφορά στην Εκκλησία ακέραιο και χωρίς αφαιρέσεις, όπως μάς το παρέδωσαν οι Άγιοι των Έξι Οικουμενικών Συνόδων και ό,τι παρέδωσαν εκείνοι στην Εκκλησία αξίζει σεβασμού και το δεχόμαστε χωρίς αμφιβολίες» [ό.π., σ. 409]. «Σε εκείνους πάλι που οτιδήποτε προσθέτουν στην διδασκαλία της Καθολικής (:ήτοι Οικουμενικής / Συνοδικής) Εκκλησίας ή οτιδήποτε αφαιρούν από αυτήν, ανάθεμα» [ό.π., σ. 416].
«Επειδή αυτά έτσι είναι και επειδή έτσι το επιβεβαιώσαμε, αποδεχόμαστε ασμένως και αγαπητικώς τους θείους κανόνες και τηρούμε πλήρως και αναμφιβόλως την εδραίωση αυτών των κανόνων, των παρατεθέντων σάλπιγγι του Αγίου Πνεύματος, των πανενδόξων Αποστόλων και των έξι Οικουμενικών Συνόδων, όπως και των Τοπικών Συνόδων, οι οποίες συνήλθαν χάριν της εδραιώσεως αυτών των εντολών και τέλος εκ μέρους πάντων των Αγίων Πατέρων μας. Όλοι αυτοί κατέστησαν φωτισμένοι από το Ένα και Ίδιο Πνεύμα και νομοθέτησαν εκείνο το οποίο είναι ωφέλιμο. Και εκείνους που αυτοί παραδίδουν στο ανάθεμα, τους ίδιους και εμείς αναθεματίζουμε και εκείνους που αυτοί εξέβαλαν, εκείνους και εμείς αποβάλλουμε. Σε όποιον πάλι επιβάλλουν επιτίμιο, στον ίδιο και εμείς το πράττουμε» [ό.π., σ. 417].
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε (Πόποβιτς), Δογματική Ορθόδοξη φιλοσοφία της αληθείας, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου, έκδοση 3η, 2022, σελίδες 300-306.
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου