Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2026

Φώτης Μιχαήλ: ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟ ΤΗΣ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940

 

Γράφει ὁ Φώτης Μιχαήλ ἰατρός 

Ἡ 28η Ὀκτωβρίου 1940 εἶναι ἕνας ἀκόμη μεγάλος σταθμός στήν ἀργόσυρτη ἱστορική διαδρομή τοῦ Ἔθνους μας. Ἕνας σταθμός ἄξιος νά ἐμπνέει, νά γεννᾶ περηφάνεια καί νά προβάλλεται ὡς παράδειγμα γιά ἐμᾶς καί τίς ἑπόμενες γενεές.

Ἡ ἀνθρωπότητα ὁλόκληρη μιλοῦσε γιά τήν Ἑλλάδα. Γιατί; Διότι αὐτή ἔδωσε τήν πρώτη νίκη στά ἐλεύθερα ἔθνη, καί θρυμμάτισε τόν θρύλο τοῦ ἀνίκητου ἄξονα, δηλαδή τῆς στρατιωτικῆς συμμαχίας Ἀδόλφου Χίτλερ καί Μπενίτο Μουσολίνι.

Ὅλοι οἱ παράγοντες τοῦ πολέμου ἦταν συντριπτικά δυσμενεῖς γιά τό ἑλληνικό ἔθνος: ἀριθμός, ὁπλισμός, μέσα, ἔδαφος, πρωτοβουλία, χρόνος.Ἕνας μόνον ἦταν εὐνοϊκός: ὁ ψυχικός. Καί αὐτός νίκησε, διότι μεγαλύτερη δύναμη καί τελειότερο ὅπλο ἀπό τήν ψυχή δέν ὑπάρχει.

Στά ὅρια τοῦ διαθέσιμου χρόνου, γιά νά εἶναι ὁ λόγος μας ἀκριβής καί ἀνόθευτος, θά προσπαθήσω νά σᾶς παρουσιάσω τά γεγονότα τοῦ Ἔπους τοῦ ’40, μέσα ἀπό δημοσιεύματα ἐφημερίδων καί γραπτές μαρτυρίες γνωστῶν δημοσιογράφων, συγγραφέων καί ἄλλων παραγόντων ἐκείνων τῶν ἡμερῶν.

Τά κύρια γεγονότα ξεκινᾶνε ἀνήμερα τῆς Παναγίας μέ τόν τορπιλισμό τῆς «Ἕλλης». Τήν Παρασκευή 16 Αὐγούστου 1940 διαβάζουμε στήν πρώτη σελίδα τῆς ἐφημερίδος Ἀσύρματος: ΕΤΟΡΠΙΛΙΣΘΗ ΧΘΕΣ ΤΟ ΚΑΤΑΔΡΟΜΙΚΟΝ ‘’ΕΛΛΗ’’ ΥΠΟ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΥΠΟΒΡΥΧΙΟΥ ἔξω τοῦ λιμένος τῆς νήσου Τήνου. ΕΒΥΘΙΣΘΗ ΦΛΕΓΟΜΕΝΟΝ, παρά τόν ἡρωϊσμόν τοῦ πληρώματος.

Εἶχαν προηγηθεῖ καί ἄλλες ἰταμές ἰταλικές πράξεις. Ὁ τορπιλισμός τῆς ‘’Ἕλλης’’ ἦταν τό κορύφωμα αὐτῶν τῶν προκλήσεων. Οἱ Ἕλληνες τό κατάλαβαν, μά ἤθελαν τήν εἰρήνη.

Στίς 3 παρά 10΄τά ξημερώματα τῆς 28ης Ὀκτωβρίου καταφθάνει, ἔξω ἀπό τό σπίτι τοῦ πρωθυπουργοῦ Ἰωάννη Μεταξᾶ, ὁ ἰταλός πρέσβυς Γκράτσι. Γράφει στό ἡμερολόγιό του ὁ Γκράτσι: «Μόλις καθίσαμε τοῦ ἔδωσα τό τελεσίγραφο. Ἄρχισε μέ προσοχή νά τό διαβάζει.

ΓΚΡΑΤΣΙ: Κύριε πρόεδρε ἔχω ἐντολή νά σᾶς ἀνακοινώσω, ὅτι σέ περίπτωση πού δέν δεχθεῖτε τούς ὅρους τοῦ τελεσιγράφου, τά ἰταλικά στρατεύματα θά μποῦν στό ἑλληνικό ἔδαφος, στίς 6 τό πρωΐ.

ΜΕΤΑΞΑΣ: Κύριε πρεσβευτά, τό περιεχόμενο τοῦ τελεσιγράφου καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο μοῦ δόθηκε σημαίνουν πόλεμο ἐκ μέρους τῆς Ἰταλίας.

ΓΚΡΑΤΣΙ: Θά ἦταν δυνατόν νά ἀποφευχθεῖ ὁ πόλεμος, ἄν δίνατε διαταγή στά στρατεύματά σας νά ἀφήσουν ἐλεύθερη τήν δίοδο.

ΜΕΤΑΞΑΣ: Κύριε πρεσβευτά, εἶναι περιττό νά συνεχίσετε. ΟΧΙ! Ἀδύνατον! Δέν πρόκειται νά δώσω τέτοιες διαταγές.

Δέν ἤξερα, γράφει ὁ Γκράτσι, τί νά ἀπαντήσω σ’ αὐτά τά λόγια. Ἔφυγα, ἀφοῦ ὑποκλίθηκα μέ βαθύτατο σεβασμό στόν περήφανο γέροντα, ὁ ὁποῖος δέν δίστασε οὔτε στιγμή νά διαλέξει γιά τήν πατρίδα του τόν δρόμο τῆς θυσίας, ἀντί τῆς ἀτίμωσης.

Τό ὑπουργικό συμβούλιο ἄρχισε στίς 5 τό πρωΐ. Ὁ Μεταξᾶς κάνοντας πρῶτα τό σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, ὑπέγραψε τά διατάγματα τῆς γενικῆς ἐπιστράτευσης καί εἶπε:’’Ὁ Θεός σώσοι τήν Ἑλλάδα’’. Καί στό διάγγελμά του πρός τόν Ἑλληνικό Λαό καταλήγει: ‘’Ὅλο τό Ἔθνος ἄς ἐγερθεῖ σύσσωμον. Ἀγωνισθεῖτε διά τήν Πατρίδα, τάς γυναίκας, τά παιδιά σας καί τάς ἱεράς μας παραδόσεις. Νῦν ὑπέρ πάντων ὁ ἀγών’’.

Τό διάγγελμα τοῦ βασιλέως Γεωργίου τοῦ Β΄ κινεῖται στό ἴδιο μῆκος κύματος: ‘’Μέ πίστιν εἰς τόν Θεόν καί εἰς τά πεπρωμένα τῆς Φυλῆς τό Ἔθνος σύσσωμον καί πειθαρχοῦν ὡς εἷς ἄνθρωπος θά ἀγωνισθεῖ ὑπέρ βωμῶν καί ἑστιῶν μέχρι τῆς τελικῆς νίκης’’.

Ὁ συνταγματάρχης Κωνσταντῖνος Δαβάκης, διοικητής τοῦ ἀποσπάσματος Πίνδου, στίς 5 τό πρωΐ, στέλνει στούς ἄνδρες του τήν ἑξῆς διαταγή: ‘’Ἡ Ἑλλάδα περιμένει ἀπό τόν καθένα ἀπό μᾶς νά προστατεύσουμε τά σύνορά της καί τήν τιμή της. Φανεῖτε Ἕλληνες καί κρατῆστε γερά τά ὅπλα, μέ πίστη στό Θεό καί τόν ἑαυτό σας. Ζήτω ἡ Ἑλλάς!’’.

Τήν Δευτέρα 28 Ὀκτωβρίου 1940, ἡ ἐφημερίδα ‘’Βραδυνή’’ γράφει σέ πρωτοσέλιδο πηχιαῖο τίτλο: ΙΤΕ ΠΑΙΔΕΣ ΕΛΛΗΝΩΝ! Καί πιό κάτω,τό  πρῶτο πολεμικό ἀνακοινωθέν: ‘’Αἱ ἰταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλλουν ἀπό τήν 5ην καί 30΄ πρωϊνήν σήμερον τά ἡμέτερα τμήματα προκαλύψεως τῆς ἑλληνοαλβανικῆς μεθορίου. Αἱ ἡμέτεραι δυνάμεις ἀμύνονται τοῦ πατρίου ἐδάφους’’.

Στό ἄκουσμα τοῦ πολέμου καί τῆς ἐπιστράτευσης, ὅλη ἡ Ἑλλάδα βρίσκεται στό πόδι.  Οἱ δρόμοι καί οἱ πλατεῖες τῶν Ἀθηνῶν ἔχουν γεμίσει ἀπό κόσμο πού ψάλλει τόν Ἐθνικό Ὕμνο καί ζητοκραυγάζει γιά τήν Πατρίδα καί τήν ἐλευθερία.

Γράφει ὁ Σπῦρος Μελᾶς: ‘’ Οἱ μάζες ἔχουν πήξει στήν ὁδό Σταδίου. Ἀπό ἕνα μπαλκόνι κάποιος ρητορεύει. Τόν ἀκοῦμε στεντορείᾳ τῇ φωνῇ νά λέει : - Σέ λίγο θά μάθει ὁ ψευτοκαίσαρας τῆς Ρώμης .... ὅτι, ἄν τό ἑλληνικό ἔθνος ζεῖ τρεῖς χιλιάδες χρόνια τώρα, εἶναι γιατί ὁ Ἕλλην ξέρει νά πεθαίνει γιά τήν ἐλευθερία! Ἐλευθερία ἤ θάνατος!

Ἡ κατάταξη τῶν ἐφέδρων σέ ὄλη τήν Ἑλλάδα εἶχε πάρει τήν μορφή πανηγυριοῦ. Στό ἔργο του ‘’ὁ ἑλληνοϊταλικός πόλεμος’’ ὁ Ἀλ. Ἐδιπίδης παρατηρεῖ: ‘’Οἱ δρόμοι, πού ὁδηγοῦσαν στά κέντρα κατατάξεως, ἦταν ἕνα ποτάμι πού δέ στέρευε. ...Πολλοί ἐκιπαροῦσαν τό δικαίωμα νά καταταγοῦν, ἄν καί δέν εἶχε κληθεῖ ἡ κλάση τους...Τά συγκινητικά ἐπεισόδια ἀπό τήν πρώτη μέρα ἐπιστρατεύσεως ἦταν ἀναρίθμητα’’.

Στήν ἐφημερίδα ‘’ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ’’ διαβάζουμε:  Ξαναζεῖ ἡ Σπάρτη. Δέν πέφτουν σήμερα οἱ μητέρες στό λαιμό τῶν παιδιῶν τους, γιά νά τούς ἐμποδίσουν τήν ἀναχώρηση. Οἱ ἴδιες τούς δείχνουν τόν δρόμο τοῦ καθήκοντος’’.

Τά ἀθῶα μικρά παιδιά, ὅμως, πῶς εἶδαν τόν πόλεμο, πού τούς πῆρε τόν πατέρα μακριά; Ὁ γνωστός συγγραφέας Ἠλίας Βενέζης μᾶς δίνει μιά πολύ ἀνθρώπινη περιγραφή τῶν συναισθημάτων τους. Γράφει: Ὁ Ἀντώνης, ὁ μικρός βοσκός πολύ ἀπόρησε. Ρωτοῦσε τό γερο-παπποῦ του, γιά νά μάθει σάν τί πράμα νά ἦταν αὐτό, ὁ πόλεμος. Ἐκεῖνος τοῦ ἀποκρινόταν: - Θυμᾶσαι τότε, πού ἔπεσε πολύ νερό καί πῆρε τά πρόβατά μας καί τά ἔπνιξε καί πῆρε μαζί του καί ἀνθρώπους; - Ναί, τό θυμᾶμαι καλά. - Ἔτσι εἶναι καί ὁ πόλεμος. Κάθε τόσα χρόνια ἔρχεται τό κακό, παίρνει νιούς ἀνθρώπους καί κανένας πιά δέν ξέρει ἄν θά γυρίσουν. – Καί ποῦθε, παππούλη, ἔρχεται τό κακό αὐτό; ρώτησε πάλι ὁ μικρός βοσκός. Ἀπό τόν οὐρανό πάνω; - Ὄχι, παιδί μου. Ἀπ’ τούς ἀνθρώπους...

Ἄς ξαναγυρίσουμε στά πολεμικά γεγονότα. Μέχρι τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1940 οἱ περισσότερες εὐρωπαϊκές χῶρες εἶχαν ὑποκύψει στίς δυνάμεις τοῦ ἄξονα. Ἡ Αὐστρία, ἡ Τσεχοσλοβακία, ἡ Πολωνία, ἡ Δανία, ἡ Νορβηγία, ἡ Ὀλλανδία, τό Βέλγιο, τό Λουξεμβοῦργο, ἡ Γαλλία καί ἡ Ρουμανία ἦσαν ἤδη ὑπό Γερμανική κατοχή. Ἡ Σοβιετική Ἕνωση τόν Αὔγουστο τοῦ 1939 εἶχε συνάψει σύμφωνο φιλίας μέ τήν χιτλερική Γερμανία καί παρέμενε ἀμέτοχη. Ἡ Μεγάλη Βρετανία πολεμοῦσε μόνη.

Ἡ ἀπήχηση, πού εἶχε σέ ὅλο τόν κόσμο τό ἑλληνικό «ΟΧΙ», ἦταν ἀπερίγραπτη. Ὁ κορυφαῖος Ἄγγλος δημοσιογράφος Κάντιους ἔγραψε: «Ρίξτε ἕνα βλέμμα στόν μακρό κατάλογο τῶν κρατῶν πού ὑποτάχθηκαν ἀπό τόν Ἄξονα καί θά ἰδεῖτε, ὅτι ἡ γενναιοψυχία τῶν Ἑλλήνων φωτίζει σάν ἥλιος ἕνα σκοτεινό κόσμο...».

Ἡ σύμπνοια καί ἡ ἑνότητα τοῦ λαοῦ μας μπροστά στόν κίνδυνο τῆς σκλαβιᾶς συγκίνησε ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη.

Ὁ Ἄγγλος στρατάρχης Οὐέϊβελ δηλώνει: « Ἑνωμένη ἡ Ἑλλάδα σάν ἕνας ἄνθρωπος ὑπεράσπισε τήν πανάρχαια κληρονομιά της. Τήν ἡμέρα ἐκείνη προστρέξατε, Ἕλληνες, στόν ἀγῶνα γιά τήν ἐλευθερία τῆς Εὐρώπης καί ὅλου τοῦ κόσμου...».

 

Ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἑνωμένοι στόν ἀγῶνα! Καί τό ράσο; Ναί καί τό ράσο! Καί μάλιστα ἐκεῖ στό μέτωπο, δίπλα στούς φαντάρους μας.

 

Στήν ἐφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ» ὁ Π. Παλαιολόγος περιγράφει τήν δράση τοῦ Μητροπολίτη Ἰωαννίνων Σπυρίδωνος Βλάχου: «Ράσο καί πάλι ράσο! Πόση δύναμη κρύβει, ὅταν εἶναι ἄξιοί του ἐκεῖνοι πού τό φοροῦν. Πρέπει νά δεῖτε ἐδῶ ἐπάνω τήν ἐπίδρασή του. Ν’ ἀκούσετε τόν ἠχηρό ἀσπασμό, πού ἀποθέτουν οἱ φαντάροι στό χέρι τοῦ ἱεράρχη, ὅταν εἶναι σέ πορεία μάχης καί ξέρουν, ὅτι  μετά λίγα λεπτά θά περιπλακοῦν στόν ἀγῶνα. Νέα παλληκάρια, κοσμικοί τῆς λεωφόρου Πανεπιστημίου, ἀρνητές καί εἴρωνες κάποτε, ἁρπάζουν τό χέρι τοῦ δεσπότη, τό φιλοῦν καί ἐπικαλοῦνται τήν εὐλογία του. –Μέ τήν εὐχή σου δεσπότη μου!».

 

Τήν 8η ἡμέρα ἀπό τήν ἔναρξη τοῦ πολέμου, ἡ ἐφημερίδα ‘’ΑΣΥΡΜΑΤΟΣ’’ μεταφέρει τά νέα ἀπό τό μέτωπο: ΑΝΗΛΕΗ ΠΛΗΓΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΙΤΑΛΩΝ – ΜΕ ἀκαθέκτους ΕΞΟΡΜΗΣΕΙΣ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΣΚΟΡΠΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΠΑΝΙΚΟΝ- Οἱ εὔζωνοι ὁρμοῦν ἀπό ἀποκρήμνους περιοχάς – ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΙΠΠΙΚΟΝ καταδιώκει διά τῆς σπάθης τά ἐχθρικά στρατεύματα.

Στίς 10 Νοεμβρίου 1940, στήν Ἀγγλία, ἡ ἐφημερίδα «Σάνταιυ Ἐξπρές» ἐκφράζει τόν θαυμασμό της ἀλλά καί τήν ἐλπίδα της, μέ τόν ἑξῆς τίτλο: «Ἡ Ἑλλάδα πραγματοποιεῖ ἀξιοθαύμαστο ἔργο. Ἄς μήν ἀπατώμεθα. Ἡ κατἀσταση στήν Ἑλλάδα... μπορεῖ νά γίνει τό κλειδί τῆς νίκης».

Καί στά μετώπισθεν; Τί γίνεται στά μετώπισθεν; Ἐκεῖ τά χέρια τῶν γυναικῶν δουλεύουν νύχτα μέρα. Στό μέτωπο οἱ ἄνδρες δέν ἔχουν νά παλέψουν μονάχα μέ τόν ἐχθρό. Ἔχουν ἀντιπάλους καί τό ψῦχος τό δρυμύ, τά χιόνια, τίς παγωνιές καί τίς ἀτέλειωτες λάσπες. Πλέκουν,λοιπόν, γιά τούς φαντάρους μας μἀλλινες κάλτσες, γάντια, σκουφάκια, κασκόλ, κουβέρτες ὑφαντές, πουλόβερ.

Κι ἐκεῖνες οἱ ἡρωΐδες γυναῖκες τῆς Πίνδου μεταμορφώνονται σέ ὑποζύγια καί κουβαλᾶνε ἀπό ἀπότομα περάσματα ἀσήκωτα πολεμοφόδια στούς πολεμιστές μας.  

 

Καί οἱ πατεράδες, πού ἔστειλαν τά παιδιά τους στό μέτωπο, κι ἐκεῖνοι δέν ἡσυχάζουν. Ὅπως τό γεροντάκι, πού περιμένει τήν σειρά του ἀνάμεσα σέ νεώτερους, νά δώσει τό αἷμα του γιά τούς τραυματίες μας. Ὁ γιατρός τῆς αἱμοδοσίας τόν βλέπει στήν σειρά τῶν αἱμοδοτῶν καί τοῦ λέει ἐνοχλημένος:

-Ἐσύ παππούλη, τί θέλεις ἐδῶ;

-Ἦρθα κι ἐγώ, γιατρέ, νά δώσω αἷμα.

Ὁ γιατρός τόν κοιτάζει μέ ἀπορία καί συγκίνηση.

-Μή μέ βλέπεις ἔτσι, γιατρέ μου. Εἶμαι γερός, τό αἷμα μου εἶναι καθαρό καί ἀκόμα ποτές μου δέν ἀρρώστησα. Εἶχα τρεῖς γιούς. Σκοτώθηκαν καί οἱ τρεῖς ἐκεῖ πάνω. Χαλάλι τῆς Πατρίδας! Ὅμως, μοῦ εἶπαν πώς οἱ δύο πῆγαν ἀπό αἱμορραγία. Λοιπόν, εἶπα στή γυναῖκα μου, θά ‘ναι κι ἄλλοι πατεράδες, πού μπορεῖ νά χάσουν τά παλληκάρια τους, γιατί δέν θά ‘χουν οἱ γιατροί μας αἷμα νά τούς δώσουν. Νά πάω νά δώσω κι ἐγώ τό δικό μου. ‘’Ἄϊντε, πήγαινε, γέρο μου’’, μοῦ εἶπε ‘’κι ἄς εἶναι γιά τήν ψυχή τῶν παιδιῶν μας’’. Κι ἐγώ σηκώθηκα καί ἦρθα.

Καί τά μετώπισθεν δέν τά ἀφήνουν ἥσυχα οἱ Ἰταλοί. Ἡ ἰταλική ἀεροπορία βομβαρδίζει ἀνελέητα την Ἀθήνα, τήν Θεσσαλονίκη, τήν Πάτρα , τά Ἰωάννινα. Στά Ἰωάννινα βομβάρδισαν τό νοσοκομεῖο τῆς πόλης καί τό ἰσοπέδωσαν. Στήν Θεσσαλονίκη ἡ πλατεῖα Ἀριστοτέλους καί το λιμάνι εἶχαν γίνει ἐρείπια ἀπό τούς βομβαρδισμούς.

Στίς 18 Νοεμβρίου τοῦ 1940, ἐνῷ προελαύνει ὁ στρατός μας, ὁ στρατηγός Χαράλαμπος Κατσιμήτρος σέ διάγγελμά του τονίζει: Ἀξιωματικοί καί ὁπλῖτες τῆς 8ης Μεραρχίας. Δεχθήκατε ἐπί πολλές ἡμέρες σφοδρότατους βομβαρδισμούς ἀπό τό πυροβολικό καί τήν ἀεροπορία, ἀλλά δέ λυγίσατε. Διότι δέ νικᾶ ὁ ἄψυχος ὄγκος τοῦ σιδήρου, ἀλλά ἡ ἀνδρεία, ἡ ἀκλόνητη θέληση καί ἡ ψυχική δύναμη.

Μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος προστατεύει τόν ἱερό καί δίκαιο ἀγῶνα μας, καταδιῶξτε ἀπηνῶς τόν ἐχθρό. Ἰδού στάδιο δόξας καί θριάμβου ἐθνικοῦ».

 

Οἱ Ἰταλοί δέχονται τίς ἧττες τήν μία πίσω ἀπό τήν ἄλλη.

Στίς 23 Νοεμβρίου τά Ἑλληνικά στρατεύματα μπαίνουν στήν Κορυτσά! Στό πρωτοσέλιδο τῆς ἐφημερίδος ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ διαβάζουμε τά ἔνδοξα κατορθώματα: Η ΚΥΑΝΟΛΕΥΚΟΣ ΚΥΜΑΤΙΖΕΙ ΑΠΟ ΧΘΕΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΟΡΥΤΣΑΝ – Ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ ΔΙΑ ΤΟΝ ΕΟΡΤΑΣΜΟΝ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΟΤΕΡΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΙΚΗΣ ΤΩΝ ΝΕΩΤΕΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ.

Τήν ἴδια ἡμέρα, στίς 23 Νοεμβρίου, ἡ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, μεταφέρει τά νέα ἀπό τό μέτωπο, μέ τούς παρακάτω τίτλους: Ο ΠΕΡΙΦΑΝΗΣ ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΟΠΛΩΝ – Η ΚΟΡΥΤΣΑ ΚΑΤΕΛΗΦΘΗ ΥΠΟ ΤΟΥ ΠΡΟΕΛΑΥΝΟΝΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ – Ο ΛΑΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΥΠΕΔΕΧΘΗ ΜΕΤ’ ΕΝΘΟΥΣΙΩΔΩΝ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ ΤΟΥΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΤΑΣ.

Καί ἡ ἐφημερίδα ΑΣΥΡΜΑΤΟΣ, τό Σάββατο 23 Νοεμβρίου 1940 τονίζει μέ ἔμφαση λακωνική: ΚΟΡΥΤΣΑ, Ο ΤΑΦΟΣ ΤΗΣ ΦΑΣΙΣΤΙΚΗΣ ΑΛΑΖΟΝΕΙΑΣ – Καί πιο κάτω, ΑΓΩΝ ΣΤΗΘΟΣ ΜΕ ΣΤΗΘΟΣ.

Λίγες ἡμέρες ἀργότερα, στίς 28 Νοεμβρίου, οἱ Τάϊμς τῆς Νέας Ὑόρκης, βλέποντας ὅτι οἱ Ἕλληνες κατάφεραν τήν πρώτη πραγματική ἧττα στίς δυνάμεις τοῦ Ἄξονα, ἐπισημαίνουν: « Θά εἶναι δόξα τῆς νεώτερης Ἑλλάδος, τό ὅτι συνέτριψε τόν μύθο τοῦ ἀήττητου Ἄξονα».

Καί μπαίνουμε στόν Δεκέμβριο τοῦ 1940. Ὁ χειμῶνας στά βουνά τῆς Ἀλβανίας εἶναι πολύ βαρύς. Ἡ θερμοκρασία φτάνει τούς 30 βαθμούς ὑπό τό μηδέν. Τά κρυοπαγήματα  στούς φαντάρους μας κάνουν θραύση. Τό πόδι τουμπανιάζει, βαραίνει, κοκκινίζει, καί πονάει σάν νά τό τρυποῦν χιλιάδες ἀναμμένα καρφιά. Ὕστερα ἀρχίζει νά μελανιάζει, γίνεται μαυροπράσσινο, σκάει καί βγάζει αἷμα καί πύον. Τέλος νεκρώνεται.

Ὁ γνωστός συγγραφέας Ἄγγελος Τερζάκης περιγράφει φάλαγγες ἀτέλειωτες ἀπό λείψανα, πού ὅδευαν μέσα στή χιονοθύελα - ἕνα ὅραμα τοῦ Ἄδη. Ἦταν τραυματίες καί κρυοπαγημένοι, πού τραβοῦσαν γιά τά ὀρεινά χειρουργεῖα, ν’ ἀκρωτηριαστοῦν.

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 1940. Ἡ ἐφημερίδα ΝΕΑ ΕΛΛΑΣ ἀγγέλεται τά εὐχάριστα νέα. Οἱ τίτλοι εἶναι συγκινητικοί. Διαβάζουμε:                         ΤΟ ΑΡΓΥΡΟΚΑΣΤΡΟΝ ΚΑΤΕΛΗΦΘΗ – Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΜΑΣ ΕΙΣΗΛΘΕΝ ΤΗΝ ΜΕΣΗΜΒΡΙΑΝ –Μέ παραλήρημα ἐνθουσιασμοῦ ὑψώθη ἡ κυανόλευκος - Ὁλόκληρος ἡ πόλις παρουσιάζει πανηγυρικήν ὄψιν – Τεραστία ἡ σημασία τῆς ΝΕΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΝΙΚΗΣ.

Γράφει ἡ Β. Ζάννα στό ἡμερολόγιό της: Κορυτσά, Ἀργυρόκαστρο, Ἅγιοι Σαράντα, Χειμάρρα... Ὅλα ἑλληνικά ὀνόματα, ὀνόματα πού συγκινοῦν, γιατί συνδέονται ἀπό παλιά μέ τό Ἔθνος μας. Τό θαῦμα τοῦ Δαβίδ μέ τόν Γολιάθ, τῆς ἄνισης πάλης! Τό θαῦμα, πού τό ἔκανε ἡ Παναγία ἡ Μεγαλόχαρη!

10 Δεκεμβρίου 1940, στά χιονισμένα καί κακοτράχαλα βουνά τῆς Ἀλβανίας. Τό 66ο σύνταγμα πεζικοῦ κινεῖται βόρεια ἀπό τόν ποταμό Ἄψο. Ἡ πορεία γίνεται μέ βροχή καί χιόνια, καί μέ ἄντρες καί ζῶα χωρίς τροφή.

Ὁ ἱερέας τοῦ συντάγματος Βαρνάβας (μετέπειτα Μητροπολίτης Κατερίνης) προχωρεῖ πεζός μἐ κατεστραμμένα ὑποδήματα, σχεδόν ἀνυπόδητος. Τό σύνταγμα δέν εἶχε ἄρβυλα γιά νά τοῦ χορηγήσει, ὅπως συνέβαινε ἄλλωστε καί γιά πολλούς ἄλλους ἄνδρες. Τά πρόσωπα λασπωμένα, ὁ ἱδρῶτας παγωμἐνος στό μέτωπο, ἀξύριστα τά μάγουλα, σάπια τά παπούτσια στά πόδια, ὅμως, κανείς δέν σταματᾶ.

Ὁ Νομπελίστας Ὀδυσσέας Ἐλύτης γράφει στό ἄξιον ἐστί: Ξημερώνοντας τ’ Ἁγιαννιοῦ, μέ τήν αὔριο τῶν Φώτων, λάβαμε τήν διαταγή νά κινήσουμε πάλι μπροστά. Νύχτα πάνω στή νύχτα βαδίζαμε ἀσταμάτητα, ἕνας πίσω ἀπό τόν ἄλλο, ἴδια τυφλοί. Μέ κόπο ξεκολλῶντας τό ποδάρι ἀπό τή λάσπη, ὅπου φορές καταβούλιαζε ἴσαμε τό γόνατο.

Πάνω στά παγωμένα βουνά τῆς Βορείου Ἠπείρου οι Ἕλληνες δέν νίκησαν μονάχα τούς Ἰταλούς, δέν νίκησαν μονάχα τήν σκληράδα τοῦ χειμῶνα, νίκησαν καί στήν ἀνθρωπιά! Τό βεβαιώνουν πολλοί δικοί μας ἀλλά τό μαρτυρεῖ καί ὁ Ἄγγλος δημοσιογράφος Γουώλκερ. «Ὑπῆρξα συχνά αὐτόπτης μάρτυς... Πόσες φορές δέν εἶδα Ἕλληνες στρατιῶτες νά δίνουν τά τελευταῖα τσιγάρα τους, τήν περιορισμένη μερίδα τοῦ ψωμιοῦ τους σέ Ἰταλούς αἰχμαλώτους...».

Στίς 25 Μαρτίου 1941 οἱ Ἰταλοί ἐπιχείρησαν μία ἀκόμη ἐπίθεση στήν περιοχή τοῦ Ἀώου, ἀλλά καί πάλι ἔφυγαν ἡττημένοι. Ἦταν ἡ τελευταία μεγάλη ἐπίθεση. Ἡ ἐθνική μας γιορτή βρῆκε τούς Ἕλληνες νικητές, καί ἕτοιμους νά συνεχίσουν τά τρόπαια τῶν ἡρώων τοῦ ’21.

Ὅμως, τήν 1η Μαρτίου 1941 ἡ Βουλγαρία εἶχε γίνει μέλος τοῦ Ἄξονα. Εἶχε γίνει σύμμαχος τῶν Γερμανῶν καί τῶν Ἰταλῶν. Οἱ γερμανικές στρατιές, πού στάθμευαν στή Ρουμανία, κινοῦνται τώρα νότια, στό ἔδαφος τῆς συμμάχου των Βουλγαρίας, καί ἐμφανίζονται ‘’πρό τῶν πυλῶν’’ μας.

Στίς 6 Ἀπριλίου 1941 οἱ Γερμανοί εἰσβάλλουν στήν πατρίδα μας. Ὁ Γεώργιος Θεοτοκᾶς, στήν ἱερά ὁδό, γράφει: «Τώρα πέφτει πάνω μας καί μιά δεύτερη αὐτοκρατορία ἀπό 80 ἑκατομμύρια. Γιατί νά μή τή νικήσουμε καί τούτη; Αὐτοί μέ τίς μηχανές, ἐμεῖς μέ τήν  Ἑλληνική λόγχη. Αὐτοί μέ τήν ὕλη, ἐμεῖς μέ τήν  ψυχή. Τό ἤρεμο ἀθηναϊκό πλῆθος εἶχε μανιάσει καί δέν λογάριαζε πιά τίποτε. Ἦταν ἕτοιμο νά χτυπηθεῖ μέ τό σύμπαν γιά τή λευτεριά...».

Ἡ ἑλληνική ἀντίσταση στή Βόρεια Ἤπειρο, στά ὀχυρά τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καί στήν Κρήτη εἶχε ἀποφασιστική σημασία γιά τήν κατοπινή πορεία καί τήν ἔκβαση τοῦ Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Ἄλλαξε τόν ροῦ τῆς ἱστορίας. Χάρις στήν ἀντίσταση τῶν Ἑλλήνων, ἡ Γερμανία καθυστέρησε τήν ἐπίθεσή της στήν Ρωσία κατά ἕξι ἑβδομάδες, καί τήν βρῆκε ἔτσι ὁ βαρύς χειμῶνας πάνω στίς Ρώσικες στέπες. Καί ἐκεῖ γονάτισε. Καί ἡττήθηκε.

Κατά τήν διάρκεια τοῦ ἑλληνοϊταλικοῦ καί τοῦ ἑλληνογερμανικοῦ πολέμου 1940-41 ἡ πατρίδα μας μέτρησε νεκρούς 13.676, αἰωνία τους ἡ μνήμη!  καί ἀναπήρους  42. 485, ἀθάνατοι!

Στά βουνά τῆς Βορείου Ἠπείρου, σέ ἕναν σκληρό ἀγῶνα ἀνάμεσα στό φῶς καί τό σκοτάδι, τά παιδιά τοῦ σκότους, ὁ φασισμός καί ὁ ναζισμός, ἠττήθηκαν καί ταπεινώθηκαν κατά κράτος ἀπό τά παιδιά τοῦ φωτός, τά παιδιά τῆς Ἑλλάδος, τά παιδιά τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας.

Σήμερα, πού ἡ ἐθνική μας ἐλευθερία ἀπειλεῖται σοβαρά ἀπό τούς γείτονές μας, ἀλλά καί ἡ ἄλλη ἐλευθερία, ἡ ἐσωτερική μας ἐλευθερία, τό θεόσδοτο αὐτεξούσιόν μας, πού πολεμᾶται τόσο ἀπό τόν κακό μας ἑαυτό ὅσο καί ἀπό τούς ἀνθρώπους τοῦ πονηροῦ, σ’ αὐτἐς τίς δύσκολες ἡμέρες, τά μηνύματα πού μᾶς στέλνουν ἀπό τίς βουνοκορφές τῆς Πίνδου οἱ ἡρωϊκοί πρόγονοί μας, θαρρῶ πώς εἶναι ἀναγκαῖα καί σωτήρια.

Τί μᾶς σιγοψιθυρίζουν στό αὐτί τά ἔνδοξα φανταράκια μας καί οἱ γυναῖκες τῆς Πίνδου; Τούς ἀκοῦμε; Ἤ μήπως μᾶς ἔχουν κουφάνει οἱ σειρῆνες τῆς παγκοσμιοποίησης, τῆς πανθρησκείας, τῆς καλοπέρασης,  τῆς τεχνητῆς νοημοσύνης καί τῆς προπαγάνδας;

Ἄς κάνουμε λοιπόν λίγη ἡσυχία, ἄς ἀφήσουμε κατά μέρος τήν πολιτική ὀρθότητα καί ἄς ἀνοίξουμε – ὄχι τό μυαλό μας- ἀλλά τήν καρδιά μας, γιά νά ἀκούσουμε καλύτερα,τί μᾶς λένε.

«Ἐκεῖνο, πού μᾶς ἔκανε ἱκανούς νά ἀντιμετωπίσουμε ὅλα τά δεινά τοῦ πολέμου, χωρίς νά τρελαθοῦμε, ἦταν ἡ βαθιά πίστη μας στό Θεό καί εἰδικώτερα στήν προστασία τῆς Ὑπερμάχου Στρατηγοῦ τῶν ὀρθοδόξων Ἑλλήνων. Ἦταν ἡ ἀγάπη, ἡ ἑνότητα καί ἡ σύμπνοια μεταξύ μας».

Αὐτά, λοιπόν, ἄς πράξουμε καί ἐμεῖς σήμερα.

 

Ζήτω τό Ἔθνος!

Ζήτω ἡ Ἐλευθερία!

Αἰωνία ἡ μνήμη τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ ’40! 

«Πᾶνος» 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου