Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2019

«Τέσσερις λέξεις». (αλήθεια - περιουσία - υπάρχω - μετάνοια)


Ioannis Neonakis
Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα μὲ τὴν ἐμπειρία χιλιετιῶν καὶ τὴ λεπτότητα τῶν ἀποχρώσεών της μπορεῖ νὰ νοηματοδοτήσει τὴ ζωή μας καὶ νὰ μᾶς προτείνει λύσεις στὰ ποικίλα καθημερινὰ ἀδιέξοδά μας. 

Ἀρκεῖ νὰ σταθοῦμε δίπλα της καὶ νὰ ἀκούσομε ἐν ἡσυχίᾳ καὶ μὲ ἕνα ἄλλο, πιὸ ἐλεύθερο οὖς, διασταλτικὰ καὶ ἐκτὸς τοῦ αὐστηροῦ πρωτοκόλλου τῶν λεξικῶν, τί ἔχει νὰ μᾶς πεῖ. Στὴ μικρὴ ἔκταση αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου ἂς «ἐπί-σκεφτοῦμε» τέσσερις μόνο λέξεις, πολὺ καίριες ὅμως γιὰ τὴ ζωή μας: τὶς λέξεις «ἀλήθεια», «περιουσία», τὸ ρῆμα «ὑπάρχω» καὶ τέλος τὴ λέξη «μετάνοια».

Τί εἶναι «ἀλήθεια» καὶ ποιός εἶναι «ἀληθινὸς» ἄνθρωπος; Ἀλήθεια εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖο δὲν «μπαίνει» στὴ λήθη (ἀ-λήθη), δὲν «μπαίνει» στὴ λησμονιά. 

Μήπως εἶναι ἀλήθεια ὁ πλοῦτος καὶ ἡ δόξα; Ὅλοι μας γνωρίζομε πὼς ὄχι. «Οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὐ συνοδεύει ἡ δόξα. Ἐπελθὼν γὰρ ὁ θάνατος ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται», ὅπως μᾶς λέει καὶ ἡ σοφία αἰώνων. Τότε λοιπόν; 

Ἀλήθεια καὶ παραπέρα ἀληθινοὶ ἄνθρωποι εἶναι οἱ πράξεις καὶ οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ποὺ μπόρεσαν, ὑπερβαίνοντας τὸν ἑαυτό τους, χωρὶς ἀνταλλάγματα καὶ ἐντελῶς ἀνιδιοτελῶς νὰ μᾶς εἰρηνεύσουν καὶ νὰ ἀναπαύσουν τὴν ψυχή μας. 

Αὐτοὺς θυμόμαστε καὶ ἐνόσῳ ζοῦν, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὸν θάνατό τους. Τοὺς θυμόμαστε μὲ ἀγάπη καὶ συγκίνηση καὶ ἐπιζητοῦμε νὰ τοὺς ξαναδοῦμε καὶ νὰ κοινωνήσομε καὶ πάλι μαζί τους. Τοὺς ἔχομε στὴν καρδιά μας καὶ τὸ ἄγγιγμά τους θὰ παραμείνει γιὰ πάντα ἀνεξίτηλο. 

Αὐτοὶ εἶναι λοιπὸν οἱ ἀληθινοὶ ἄνθρωποι καὶ αὐτοὶ εἶναι ποὺ θὰ μείνουν ζωντανοὶ εἰς τὸν αἰῶνα. Οἱ ἀναπαύοντες ἡμᾶς. 

Ἡ λέξη «περιουσία» κρύβει ἕναν ἄλλο μεγάλο νοηματικὸ θησαυρό. Περιουσία λέμε τὸν κινητὸ καὶ ἀκίνητο πλοῦτο ποὺ ἔχομε. Μᾶς ὑπενθυμίζει ὅμως πάντα ἡ λέξη, ὅτι ὅλα αὐτὰ ποὺ ἔχομε εἶναι πράγματα «περὶ τὴν οὐσίαν» καὶ ὄχι ἡ πραγματικὴ οὐσία. 

Σχετίζονται μέ αὐτήν, εἶναι συνεχῶς γύρω ἀπὸ αὐτήν, ἀλλὰ ὅμως δὲν εἶναι ἡ οὐσία. Ὁ πλοῦτος βοηθάει, διευκολύνει, λύνει προβλήματα, ἀλλὰ ποτὲ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἡ οὐσία. Γιατὶ ἡ οὐσία εἶναι ἡ ἴδια μας ἡ ὕπαρξη, ἡ ὁποία ὀντολογικῶς, πάντοτε εἶναι ὑπεράνω καὶ ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὴν ὅποια «περιουσία».

Τὸ ρῆμα «ὑπάρχω» εἶναι παράξενο καὶ δύσκολο. Πότε «ὑπάρχεις» ὡς ἄνθρωπος, μᾶς ρωτάει ἡ γλῶσσα; Ὑπάρχεις μόνο ἂν εἶσαι ἐνταγμένος καὶ ὑπὸ τὴ φροντίδα μιᾶς ἀρχῆς. 

Ἡ ἐμπειρία αἰώνων μᾶς ἀποκαλύπτει μέσῳ τῆς γλώσσας ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ὀντολογικὰ μόνος. Πρέπει νὰ βρίσκεται σὲ μιὰ σχέση μὲ τὸν ἕτερο, σὲ μιὰ συνάφεια καὶ κοινωνία, καὶ μάλιστα ἐνταγμένος σὲ ἕναν ὀργανισμό, ποὺ συγκροτεῖται ἐν τάξει καὶ ἐνέχει μιὰν ἀρχή. 

Μόνον τότε ὑφ-ἵσταται καὶ ἔχει ὑπό-σταση. Ὁ ἄνθρωπος μόνος καὶ ἄναρχος δὲν μπορεῖ ὀντολογικὰ νὰ ὑπάρξει. Ἄναρχος οὐσιαστικὰ εἶναι μόνο ὁ Θεός στὴν τριαδική του ὁλότητα («Ὁ Ὢν» ὅπως λέει τὸ πρωτότυπο κείμενο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ ὄχι «Ὁ Ὑπάρχων» ὅπως γράφουν διάφορες «μεταφράσεις»).

Ἡ λέξη «μετάνοια» εἶναι συγκλονιστική, γιατὶ ἐνέχει μιὰν καίρια σωτηριολογικὴ πρόταση. Τί εἶναι «μετάνοια»; Μετάνοια εἶναι ἡ κατάσταση ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποία ὁ «νοῦς» ξεφεύγοντας πηγαίνει στὸ «μετά», στὸ ἐπέκεινα. 

Πόσες φορὲς ὁ νοῦς μας δὲν «μπλοκάρει» σὲ ἕνα πρόβλημα, δὲν «κολλάει» σὲ ἕνα ζήτημα, δὲν θλίβεται γιὰ μιὰν ἁμαρτία; Καὶ μένει ἐκεῖ ὁ νοῦς, καθηλωμένος γιὰ μέρες, μῆνες ἢ καὶ ὁλόκληρη ζωὴ καμιὰ φορά. 

Νοῦς ἀδύναμος, σκοτεινός, ἐσωστρεφής, ἐντὸς φαύλου κύκλου, χωρὶς φῶς καὶ ἐλπίδα. Καὶ χρειάζεται ἐκείνη τὴν ὥρα νὰ λύσει τὰ δεσμά, νὰ «μετά-νοήσει». Νὰ φύγει μπροστά. Σὰν ἕνα ἄλογο ποὺ ξεπερνάει τὸ ἐμπόδιο καὶ ξεχύνεται ἐλεύθερο. 

Σ᾿ αὐτὸ μᾶς καλεῖ ἡ γλῶσσα. Σ’ αὐτὴν τὴ μετάνοια, σ’ αὐτὴν τὴ συνεχῆ καὶ ἀέναη κίνηση πρὸς τὰ μπροστά. Σὲ μιὰ συνεχῆ δυναμικὴ ὑπέρβαση τῶν προβλημάτων ποὺ μᾶς καθηλώνουν στὴν καθημερινότητά μας, σὲ μιὰν ἐλεύθερη πορεία στὸ μετὰ καὶ ἴσως ἴσως στὸ ἔσχατο μετά, στὸν ἴδιο τὸν Θεό.
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου