Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2021

Αββάς Σισόης (Γεροντικό του Σινά)


Ένας αδελφός αδικήθηκε από άλλο αδελφό και πήγε στον αββά Σισόη και του λέει:
- Αδικήθηκα από κάποιον αδελφό και θέλω να εκδικηθώ.
Ο γέροντας τον παρακαλούσε λέγοντας:
- Όχι, παιδί μου,  άφησε καλύτερα την εκδίκηση στο Θεό.Αυτός όμως έλεγε:
- Δεν θα ησυχάσω ώσπου να πάρω εκδίκηση.
Τότε ο γέροντας είπε:
- Ας προσευχηθούμε αδελφέ.
Και αφού σηκώθηκε ο γέροντας είπε:
" Θεέ μου, δεν έχουμε ανάγκη να φροντίζεις εσύ για μας, γιατί εμείς την εκδίκηση μας την παίρνουμε μόνοι μας."
Όταν άκουσε αυτά ο μοναχός έπεσε στα πόδια του γέροντα λέγοντας:
- Δεν έχω πια αντιδικία με τον αδελφό μου, συγχώρεσε με, αββά".

* * *
Έλεγε στον αββά Σισόη ο μαθητής του:
- Πάτερ, γέρασες, ας πάμε κοντά σε κατοικημένο τόπο.

Του λέγει ο γέροντας:
- Πάμε εκεί όπου δεν υπάρχει γυναίκα.
Λέγει ο μαθητής:
- Και σε ποιόν τόπο δεν υπάρχει γυναίκα εκτός από την έρημο;
Λέγει τότε ο γέροντας:
- Οδήγησε με στην έρημο.

* * *
 Είπε κάποτε ο αββάς Σισόης με παρρησία:
" Θάρρος· να έχω τριάντα χρόνια που δεν παρακαλώ το Θεό για αμρτία, αλλά αυτό προσεύχομαι· ' Κύριε Ιησού φύλαξε με από τη γλώσσα μου'. Και ως τώρα, κάθε μέρα πέφτω εξ' αιτίας της και αμαρτάνω".

* * *
 Ένας αδελφός είπε στον αββά Σισόη:
- Γιατί δεν φεύγουν τα πάθη από μέσα μου;
Του λέγει ο γέροντας:
- Τα σκεύοι τους είναι μέσα σου. Δωσε τους την πληρωμή τους και θα φύγουν.

* * *
Έλεγε κάποτε ο αββάς Σισόης στο όρος του αββά Αντωνίου επειδή άργησε ο διακονητής του να πάει κοντά του, για δέκα μήνες περίπου δεν είδε άνθρωπο. Ενώ βάδιζε στο όρος βρίσκει ένα Φαρανίτη που κυνηγούσε άγρια ζώα και τον ρωτά ο γέροντας:
- Από που έρχεσαι και πόσο καιρό είσαι εδώ;
Κι αυτός είπε:
- Αλήθεια, αββά, έχω ένδεκα μήνες σ' αυτό το όρος και δεν είδα άλλο άνθρωπο εκτός από σένα.
Όταν άκουσε αυτά ο γέροντας μπήκε μέσα στο κελλί του και χτυπιόταν λέγοντας:
- Να, Σισόη, νόμισες πως κάτι έκανες, αλλά ούτε αυτόν το λαϊκό δεν έφτασες.

* * *
Έγινε προσφορά στο όρος του αββά Αντωνίου και βρέθηκε εκεί ένα αγγείο με κρασί. Ένας από τους γέροντες πήρε μικρό αγγείο και ποτήρι, το πήγε στον αββά Σισόη και του έδωσε και εκείνος ήπιε. Έπειτα του έδωσε δεύτερο, και το δέχτηκε. Του έδωσε και τρίτο, αλλά δεν το πήρε λέγοντας:
- Σταμάτα αδελφέ, ή δεν ξέρεις οτι υπάρχει Σατανάς;

* * *
Πήγε κάποτε ένας Θηβαίος στον αββά Σισόη θέλοντας να γίνει μοναχός. Ο γέροντας τον ρώτησε αν έχει κανένα στον κόσμο. Αυτός είπε:
- Έχω ένα γιό.
Του λέει ο γέροντας:
- Πήγαινε ρίξε τον στο πατάμι και έπειτα γίνεσαι μοναχός.
Όταν έφυγε αυτός για να ρίξει τον γιό του, ο γέροντας έστειλε ένα αδελφό για να τον εμποδίσει.
Του λέει ο αδελφός:
- Σταμάτα τι κάνεις εκεί;
Κι εκείνος απάντησε:
- Ο αββάς μου είπε να τον ρίξω.
Λέγει τότε ο αδελφός:
- Ναι, αλλά ύστερα είπε να μην τον ρίξεις.
Και αφού τον άφησε πήγε στο γέροντα και έγινε δόκιμος μοναχός χάρη στην υπακοή του.
  * * *
Ένας αδελφός ζήτησε τη γνώμη του αββά Σισόη λέγοντας:
- Αισθάνομαι οτι η παρουσία του Θεού υπάρχει μέσα μου.
Του λέει ο γέροντας:
- Δεν είναι σπουδαίο πράγμα να είναι μέσα στους λογισμούς σου ο Θεός, σπουδαίο είναι να βλέπεις τον εαυτό σου κάτω από όλη τη δημιουργία. Γιατί αυτό και ο σωματικός κόπος οδηγούν στο να ζείς με ταπεινοφροσύνη.

* * *
 Πήγαινε κάποτε ένας λαϊκός μαζί με το γιό του προς τον αββά Σισόη στο όρος του αββά Αντωνίου και συνέβη να πεθάνει ο γιός του στο δρόμο. Αυτός δεν ταράχτηκε, αλλά τον πήρε και πήγε με πίστη στο γέροντα και πρόσπεσε με τον γιό του, σαν να έκανε μετάνοια, ώστε να τον ευλογήσει ο γέροντας. Έπειτα σηκώθηκε ο πατέρας, άφησε το παιδί μπροστά στα πόδια του γέροντα και βγήκε έξω.
Ο γέροντας νομίζοντας οτι βάζει μετάνοια του λέει·
- Σήκω, βγές έξω, γιατί δεν ήξερε οτι ήταν νεκρός. Αμέσως το παιδί σηκώθηκε και βγήκε. Όταν το είδε ο πατέρας του έμεινε εκστατικός. Μπήκε μέσα, προσκύνησε τοο γέροντα και του ανακοίνωσε τι συνέβη. Όταν άκουσε ο γέροντας λυπήθηκε, γιατί δεν ήθελε να γίνει αυτό. Τότε ο μαθητής του γέροντα παρήγγειλε στον πατέρα να μην το πει σε κανένα, ως το τέλος της ζωής του γέροντα.

* * *
 Τρείς γέροντες πήγαν στον αββά Σισόη, επειδή άκουσαν γι' αυτόν. Και του λέει ο πρώτος:
- Πάτερ, πως μπορώ να σωθώ από τον πύρινο ποταμό;
Αυτός δεν απάντησε. Λέει ο δεύτερος:
- Πάτερ, πως μπορώ να σωθώ από τον βρυγμό των οδόντων και τον σκώληκα τον ακοίμητο;
Και ο τρίτος του λέει:
- Πάτερ, τι να κάνω; Γιατί η μνήμη του εξωτέρου σκότους με σκοτώνει;
Ο γέροντας απάντησε:
- Εγώ κανένα από αυτά δεν θυμάμαι, γιατί ο Θεός είναι φιλεύσπλαχνος και ελπίζω οτι θα μου δώσει το έλεος του.
Ακούοντας αυτά τα λόγια οι γέροντες έφυγαν λυπημένοι. Επειδή όμως ο γέροντας δεν ήθελε να τους αφήσει να φύγουν λυπημένοι, ξαναγύρισε κοντά τους και τους είπε:
- Μακάριοι είστε, αδελφοί. Σας ζήλεψα. Γιατί ο πρώτος είπε για τον πύρινο ποταμό, ο δεύτερος για τον Τάρταρο και ο τρίτος για το σκότος. Αν ο νους σας έχει τέτοια μνήμη, είναι αδύνατο να αμαρτήσετε. Τι να κάνω εγώ ο σκληρόκαρδος, που δεν συγχωρούμαι να ξέρω οτι ενώ υπάρχη κόλαση για τους ανθρώπους, παρ όλ' αυτά κάθε μέρα αμαρτάνω;
Και αφού μετάνοιωσαν του είπαν:
- Αυτό που ακούσαμε, το διαπιστώσαμε.
* * *
 Ρώτησαν κάποιοι τον αββά Σισόη:
- Αν πέσει σε αμαρτία ένας αδελφός, δεν έχει ανάγκη ενός χρόνου για να μετανοήσει;
Αυτός είπε:
- Είναι σκληρός ο λόγος.
Αυτοί του λένε:
- Αλλά έξι μήνες;
Και πάλι είπε:
- Πολύ είναι.
Και αυτοί έλεγαν:
- Μέχρι σαράντα ημέρες;
Πάλι είπε:
- Πολύ είναι.
Του λένε:
- Τι θα γίνει αν πέσει ένας αδελφός και αμέσως τύχει να γίνει τραπέζι αγάπης και αυτός παρουσιαστεί στο τραπέζι;
Τους λέει ο γέροντας:
- Όχι, γιατί έχει ανάγκη να μετανοήσει ολόψυχα ακόμη και σε τρείς μέρες τον δέχεται ο Θεός.

* * *
 Ρώτησε ο αββάς Ιωσήφ τον αββά Σισόη:
- Σε πόσο χρόνο οφείλη ο άνθρωπος να κόψει τα πάθη του;
Του λέει ο γέροντας:
- Τους χρόνους θέλεις να μάθεις;
Ο αββάς Ιωσήφ λέει:
- Ναο.
Τότε του λέει ο γέροντας:
- Την ώρα που έρχεται το πάθος ξερίζωσε το αμέσως.

* * *
 Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Σισόη:
- Πως άφησες τη Σκήτη όπου έμενες με τον αββά Ωρ και ήλθες να καθίσεις εδώ;
Λέει ο γέροντας:
- Επειδή άρχισε να γεμίζει η Σκήτη και άκουσα οτι κοιμήθηκε ο αββάς Αντώνιος, σηκώθηκα και ήλθα εδώ στο όρος. Και επειδή βρήκα ησυχία κάθισα λίγο καιρό.
Του λέει ο αδελφός:
- Πόσο καιρό έχεις εδώ;
Του λέει ο γέροντας:
- Είναι εβδομήνταδύο χρόνια.
* * *
 Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Σισόη:
- Αν ενώ βαδίζουμε ο οδηγός μας χάσει τον δρόμο, πρέπει να του το πούμε;
Ο γέροντας λέει:
- Όχι.
Του λέει ο αδελφός:
- Αλλά θα τον αφήσουμε να μας πλανήσει;
Του λέει ο γέροντας:
- Τι λοιπόν, θα πάρεις ραβδί να τον δείρεις; Εγώ ξέρω οτι κάποιοι αδελφοί πεζοπορούσαν και ο οδηγός τους τη νύχτα πλανήθηκε. Ήταν δώδεκα και όλοι ήξεραν οτι έχασαν το δρόμο, αλλά καθένας αγωνιζόταν να μη μιλήσει. Όταν ξημέρωσε κατάλαβε ο οδηγός οτι έκαμε λάθος και τους λέει· ' Συγχωρέστε με '. Και όλοι του είπαν ' Κι εμείς το ξέραμε, αλλά δεν μιλήσαμε'. Κι αυτός θαύμασε και είπε· ' Ως τον θάνατο εγκρατεύονται οι μοναχοί να μη μιλήσουν'. Και δόξασε τον Θεό. Και το μήκος του δρόμου που πήραν κατά λάθος ήταν δώδεκα μίλια.

* * *
 Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Σισόη:
- Τι να κάνω, αββά, γιατί έπεσα σε αμαρτία;
Του λέει ο γέροντας:
- Σήκω πάλι.
Λέει ο αδελφός:
- Σηκώθηκα και πάλι έπεσα.
Λέει ο γέροντας:
Σήκω πάλι και πάλι.
Και τότε είπε ο αδελφός:
- Ως πότε;
Και λέει ο γέροντας:
- Ώσπου να σε βρεί ο θάνατος, είτε στο καλό είτε στη πτώση. Γιατί όπως βρεθεί ο άνθρωπος, έτσι και θα φύγει.

* * *
 Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Σισόη:
- Πες μου αδελφέ ωφέλιμο λόγο.
Κι εκείνος είπε:
- Γιατί με αναγκάζεις να μιλήσω άδικα; Κάνε αυτό που βλέπεις.

* * *
 Έλεγαν για τον αββά Σισόη οτι αρρώστησε και ενώ κάθονταν κοντά του γέροντες μίλησε σε κάποιους.
Του λένε:
- Τι βλέπεις, αββά;
Και τους απαντά:
- Βλέπω κάποιους που ήλθαν σε μένα και τους παρακαλώ να μ' αφήσουν λίγο να μετανοήσω.
Του λέει ένας από τους γέροντες:
- Κι αν σ' αφήσουν, τι μπορείς να κάνεις από δω και πέρα με τη μετάνοια;
Του λέει ο γέροντας:
- Κι αν δεν μπορώ, μπορώ όμως να στενάζω ακόμη λίγο για την ψυχή μου κι αυτό μου είναι αρκετό.
* * *
 Έλεγε ο αββάς Σισόης:
- Όταν ήμουν στη Σκήτη με τν Μακάριο πήγαμε να θερίσουμε μαζί του επτά μοναχοί. Και να πίσω μας μια χήρα σταχομαζώχτρα, που έκλαιγε ασταμάτητα.
Φώναξε ο γέροντας τον ιδιοκτήτη του χωραφιού και τον ρώτησε:
- Τι έχει αυτή η γριά και κλαίει συνεχώς;
Αυτός απαντά:
- Ο άνδρας της φύλαγε κάτι πολύτιμο που του εμπιστεύθηκαν σαν παρακαταθήκη, αλλά πέθανε ξαφνικά και δεν είπε που το έκρυψε και ο ιδιοκτήτης της παρακαταθήκης θέλει να πάρει δούλους αυτήν και τα παιδιά της.
Του λέει ο γέροντας:
- Πες της να ρθεί σε μας εκεί που αναπαυόμαστε από τη ζέστη.
Όταν ήλθε η γυναίκα της λέει ο γέροντας:
- Γιατί κλαίς συνέχεια;
Κι αυτή είπε:
- Ο άνδρας μου πέθανε ενώ είχε την παρακαταθήκη κάποιου και πεθαίνοντας δεν είπε που την έβαλε.
Της είπε ο γέροντας:
- Έλα δείξε μου που τον έθαψες.
Τότε πήρε τους αδελφούς του και βγήκε μαζί της. Όταν έφτασε στον τόπο του μνήματος της λέει:
- Πήγαινε σπίτι σου.
Τότε προσευχήθηκαν αυτοί και ο γέροντας φώναξε στο νεκρό:
- Ε, συ, που έβαλες τη ξένη παρακαταθήκη;
Αυτός απάντησε:
- Είναι κρυμμένη στο σπίτι μου κάτω απο το πόδι του κρεβατιού.
Του λέει τότε ο γέροντας:
Κοιμήσου πάλι ως την ημέρα της αναστάσεως.
Όταν είδαν αυτά οι αδελφοί έπεσαν από φόβο στα πόδια του.
Και τους είπε ο γέροντας:
- Αυτό δεν έγινε για μένα, γιατί δεν έχω τίποτε, αλλά ο Θεός το έκανε για τη χήρα και τα ορφανά. Αυτό είναι το σπουδαίο· επειδή ο Θεός θέλει τη ψυχή αναμάρτητη και οτι ζητήσει το παίρνει.
Και πήγε και ανήγγειλε στη χήρα που βρίσκεται η παρακαταθήκη. Αυτή την πήρε και την έδωσε στον ιδιοκτήτη της και ελευθέρωσε τα παιδιά της. Και όλοι όσοι το άκουσαν, δόξασαν τον Θεό.

* * *
 Έλεγαν οτι:
" Όταν επρόκειτο να πεθάνει ο αββάς Σισόης, ενώ όλοι οι πατέρες κάθονταν κοντά του, το πρόσωπο του έλαμψε σαν ήλιος και τους λέει·
- Να ήλθε η χορειά των Προφητών.
Και πάλι το πρόσωπο του έλαμψε ακόμη πιό πολύ και είπε:
- Να ήλθε η χορειά των Αποστόλων.
Και πάλι έλαμψε διπλά το πρόσωπο του και ήταν σαν να μιλούσε με κάποιους. Τον ρώτησαν οι γέροντες:
- Με ποιόν μιλάς πάτερ;
Και αυτός είπε:
- Να, οι άγγελοι ήλθαν να με πάρουν και τους παρακαλώ να μ' αφήσουν να μετανοήσω ακόμη περισσότερο.
Του λένε οι γέροντες:
- Δεν έχεις ανάγκη να μετανοήσεις, πάτερ.
Και ο γέροντας είπε:
- Πραγματικά δεν ξέρω αν έχω αρχίσει να μετανοώ.
Και όλοι έμαθαν οτι έφτασε στην τελειότητα. Και πάλι ξαφνικά έγινε το πρόσωπο του σαν ήλιος και φοβήθηκαν όλοι. Και τους λέει ο γέροντας:
- Βλέπετε, ο Κύριος ήλθε και λέει· Φέρτε μου το σκεύος της ερήμου.
Και αμέσως παρέδωσε το πνεύμα. Και έγινε σαν αστραπή και γέμισε το κελλί από ευωδία.

gonia.gr  
«Πᾶνος» 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου