Τὰ προηγούμενα μέρη: Α' ΕΔΩ καὶ Β' ΕΔΩ
Γράφει ὁ Χρῆστος Κελαϊδώνης
6. Οἱ ὀλέθριες συνέπειες γιὰ τὶς σαρκικὲς σχέσεις, ὅταν περιφρονεῖται ἡ εὐλογία καὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ
Δὲν εἶναι, ὅμως, μόνο ἡ σεξουαλικὴ ἡδονὴ ἢ, γενικά, ἡ καλοπέραση ποὺ μπορεῖ νὰ σκεφτῇ κανεὶς ἐδῶ μὲ ἀφορμὴ τὴν λέξη «σύντροφος», ἀλλὰ καὶ πολλὰ περισσότερα ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ περιγράψουμε στὸ σημεῖο αὐτὸ πολὺ πιὸ ἀναλυτικά, τὰ ὁποῖα, ὅταν δὲν τηρεῖται τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁδηγοῦν μὲ μαθηματικὴ ἀκρίβεια σὲ μεγάλα δράματα, δυστυχίες καὶ βαριὲς ἁμαρτίες (π.χ. φονικά, μοιχεῖες).
Σίγουρα ὅλα αὐτὰ ξεκινοῦν ἀπὸ τὴν ἴδια βάση ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὸν σκοπὸ ποὺ δημιουργοῦμε μιὰ τέτοια σχέση καὶ τὸν τρόπο ποὺ βλέπουμε τὸν ἄλλο μέσα σ’ αὐτή.
Ἂς μὴ γελιόμαστε, ὅμως, καὶ ἂς μὴν κρυβόμαστε πίσω ἀπὸ λέξεις ποὺ μᾶς βολεύουν προσωρινά, γιατὶ τὸ ἀποτέλεσμα μπορεῖ, ὄντως, νὰ εἶναι ἀμετάκλητα πολὺ ἄσχημο καὶ σκληρό.
Γιατὶ ἂν χαθεῖτε μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ οἱ δυό σας, τὶ μπορεῖ νὰ μείνῃ ἀπὸ αὐτὴ τὴν σχέση σας μετὰ τὸν θάνατο;
Τί θὰ τὸν ἔχῃς τὸν ἄλλο, ἂν ἔστω ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δυὸ σας κριθῇ ὅτι ἀνήκῃ στὴν μερίδα ποὺ θὰ βιώσῃ τὴν αἰώνια κόλαση, μετὰ τὴν Ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ὅπου πλέον ἀκόμα καὶ ὁ ἴδιος ὁ γάμος θὰ παρέλθῃ ὡς σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου;
Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλή:
Τ - Ι - Π - Ο - Τ - Α!
Τίποτα δὲν θὰ τὸν ἔχῃς τότε, τίποτα δὲν θὰ σὲ ἔχῃ, καὶ τίποτα δὲν θὰ μείνῃ ἀπὸ τὴν «συντροφικὴ» σας σχέση.
Καὶ ἂς περάσατε ὅλη σας τὴν ζωὴ μαζὶ, καὶ ἂς κάνατε παιδιὰ, καὶ ἂς χτίσατε σπίτια καὶ παλάτια, καὶ ἂς ζήσατε τὸν ἔρωτά σας στὰ ἄκρα, καὶ ἂς μοιραστήκατε ὑπέροχες στιγμές, καὶ ἂς ὑποσχεθήκατε ὁ ἕνας στὸν ἄλλο αἰώνια ἀφοσίωση καὶ ἀγάπη…
Τὸ ἔχουμε σκεφτεῖ ποτὲ αὐτό;
Τὸ ἔχουμε συνειδητοποιήσει;
Ἂν δὲν σωθοῦν καὶ οἱ δυὸ, δὲν θὰ ὑπάρξῃ ποτὲ ξανὰ σύνδεση τῶν δυὸ προσώπων[1].
Ὁριστικὰ καὶ ἀμετάκλητα!
Πραγματικότητα…!
Γιατὶ μιὰ ἀπὸ τὶς βασικὲς ἰδιότητες τῆς ἁμαρτίας εἶναι ὅτι, ἂν καὶ μπορεῖ νὰ φέρνῃ πολὺ κοντὰ καὶ νὰ ἑνώνῃ τὰ πάθη, τὶς πονηρὲς ἐπιθυμίες καὶ τὰ ἄνομα συμφέροντα τῶν ἀνθρώπων, χωρίζει μεταξὺ τους τὰ πρόσωπα, ὅπως εἴδαμε ὅ,τι συνέβη καὶ μέσα στὸν ἀρχαῖο Παράδεισο ποὺ ὡς πνευματικὸς θάνατος διέλυσε ἀκαριαῖα καὶ ἀμείλικτα ἐκείνη τὴν ἀρχέγονη ἀγαπητικὴ ἑνότητα τῶν Πρωτοπλάστων, ὅταν οἱ τελευταῖοι ἀποφάσισαν νὰ ἑνώσουν τὶς ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες τους γιὰ ἰσοθεΐα.
Καὶ ἂν ὁ σωματικὸς θάνατος χωρίζει τὰ πρόσωπα πρόσκαιρα, ὁ πνευματικὸς μπορεῖ νὰ τὰ χωρίσῃ αἰώνια.
Γιατὶ, ὅμως, κάποιος ἀπὸ τοὺς δυὸ νὰ στερήσῃ τὸν ἑαυτὸ του ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ τὸν ἀγαπᾷ, ἐξαιτίας τῆς ἀμετανόητης ἁμαρτίας;
Ἢ γιατὶ νὰ του στερήσῃ τὴν ἴδια του τὴν ἀγάπη, καθὼς κανένας ἀπὸ ἐκείνους ποὺ θὰ βιώνουν τὴν αἰώνια κόλαση, ἔτσι ὅπως θὰ εἶναι πιὰ ἐντελῶς ἀποκομμένος καὶ «στεγνωμένος» ἀπὸ τὴν ἄκτιστο δύναμη τῆς ἀγάπης ποὺ ἐκπορεύεται ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ μπορεῖ πλέον νὰ κοινωνήσῃ ἀγαπητικὰ μὲ τὸν ὁποιοδήποτε ἄλλο, ἀκόμα καὶ ἂν αὐτὸς ὁ ἄλλος βρίσκεται, ἀκριβῶς, δίπλα του γιὰ πάντα;
Ἂς μὴν τρέφουμε αὐταπάτες!
Ἐκεῖνος, ποὺ νομίζει ὅτι τελειοποιεῖ ὅλο καὶ περισσότερο τὴν σχέση του μὲ τὸν ἄλλο, «συζῶντας ἐλεύθερα» μαζὶ του, χωρὶς τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία, ὄντως, εἶναι καὶ ἡ μόνη ποὺ μπορεῖ νὰ ἀφθαρτοποιήσῃ, νὰ τελειοποιήσῃ ἀγαπητικὰ καὶ νὰ κάνῃ αἰώνια τὴν σύνδεση τῶν προσώπων, στὴν πραγματικότητα, ὅσο περνάει ὁ χρόνος συνεκρώνεται πνευματικά, ὑποδουλωμένος στὴν ἁμαρτία, ὅλο καὶ πιὸ πολὺ, παρέα μὲ τὸν λεγόμενο «σύντροφο» του, καταδικάζοντας νομοτελειακὰ σὲ συνέκρωση καὶ τὴν μεταξὺ τους σχέση.
Γιατὶ ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ νὰ ἔρθουν πραγματικὰ σὲ κοινωνία ἀληθινῆς ἀγάπης οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Κάθε σύνδεση προσώπων ποὺ δὲν φέρει τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἶναι, γιὰ παράδειγμα, αὐτὴ ποὺ συμβαίνει μὲ τὸν πολιτικὸ γάμο[2] ἢ ἐκείνη ποὺ γίνεται στὶς λεγόμενες «ἐλεύθερες» σχέσεις, ὄχι μόνο δὲν ὁδηγεῖ στὴν τέλεια καὶ ὁλοκληρωμένη ἕνωση τῶν προσώπων, ἀλλὰ ἔχει καὶ ἀπὸ πάνω, ἐν τῇ γενέσει της, κολλημένη στὴν πλάτη της μιὰ ἀνεκτέλεστη ἀπόφαση θανατικῆς καταδίκης.
Γιατὶ θὰ ζήσῃ, ὅσο ζήσῃ, μόνο στὸ ἐδῶ, ὡς σχῆμα τοῦ παρόντος κόσμου.
Κάθε τι ποὺ δὲν διατηρεῖται μέσα στὸ θέλημα καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ὅπως συμβαίνει καὶ στὴν περίπτωση ἑνὸς θρησκευτικοῦ Γάμου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἢ παράλληλα μὲ τὸν ὁποῖο διαπράττονται βαριὲς ἁμαρτίες, συμπεριλαμβανομένων σὲ αὐτὲς καὶ ἐκείνων ποὺ δὲν γίνονται κατὰ φύση[3], δὲν μπορεῖ νὰ ὑπερνικήσῃ τὸν θάνατο, νὰ συναναστηθῇ στὴν Κοινὴ Ἀνάσταση τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ ὑπάρξῃ ξανὰ μὲ τὴν πνευματικὴ μορφὴ ποὺ θὰ ἔχῃ τότε.
Καμία τέτοια σχέση δὲν μπορεῖ νὰ περάσῃ μέσα ἀπὸ τὸ ἀδυσώπητο φίλτρο τοῦ θανάτου καὶ καμία τέτοια σύνδεση προσώπων δὲν μπορεῖ νὰ ὑπερπηδήσῃ ἐκεῖνο τὸ μέγα χάσμα ποὺ χωρίζει τὴν κόλαση ἀπὸ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐφόσον δὲν ὑπάρχει ἔμπρακτη καὶ εἰλικρινὴς μετάνοια καὶ κάθαρση μέσω τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἐξομολογήσεως.
7. Ἡ στέρηση τῆς πραγματικῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁ ἐξευτελισμὸς του ὡς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς περιφρόνησης τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ
Τὰ παραπάνω δὲν τὰ λέμε σὰν σχῆμα λόγου, ἀλλὰ σὰν ἀπόλυτη πραγματικότητα ποὺ θὰ πρέπει νὰ συνειδητοποιήσουμε ἄμεσα καὶ ποὺ θὰ πρέπει νὰ μᾶς προβληματίζῃ καὶ νὰ μᾶς τρομάζῃ.
Γιατὶ ἔτσι ἀκριβῶς θὰ γίνῃ καὶ ἔτσι ἀκριβῶς θὰ τὸ βιώσουμε.
Καὶ ὅλα αὐτὰ συμβαίνουν ὅταν ὑποτιμᾷς καὶ περιφρονεῖς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ βάζεις πάνω ἀπὸ αὐτὸ τὴν ἄποψη τῶν γονέων[4], τῆς «σοφῆς» φιλενάδας, τοῦ «ἔμπειρου» κολλητοῦ, τοῦ περιοδικοῦ, τοῦ ἀρθρογράφου, τῆς τηλεόρασης, τοῦ διαδικτύου, τῶν «φίλων» καὶ τῶν «ἀκολούθων» ἀπὸ τὰ μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης, τῆς παρουσιάστριας, τοῦ ἀθλητῆ, τοῦ τραγουδιστῆ, τοῦ ἡθοποιοῦ, τῆς μόδας, τῆς τάσης τῶν πολλῶν, τοῦ μυαλοῦ σου.
Ὅταν θεωρεῖς ὅτι ὁ Πάνσοφος Θεὸς, ποὺ ἅρμοσε τόσο καλὰ μεταξὺ τους τὰ ὀστᾶ σου στὶς ἀρθρώσεις σου γιὰ νὰ μπορῇς νὰ κινῇς πέρα δῶθε τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια σου, δὲν γνωρίζει νὰ ταιριάζῃ τὸν ἄνδρα μὲ τὴν γυναῖκα καὶ δὲν ξέρει καλὰ τὰ πράγματα τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων, γιατὶ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν ἐδῶ πραγματικότητα, δηλαδὴ ζῇ στὸν δικὸ Του ὑπερβατικὸ κόσμο καὶ δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ σένα, γιατὶ, ἴσως, εἶναι ἀπασχολημένος μὲ τὰ ζάρια ποὺ παίζει κάθε βράδυ ἢ μὲ τὸ βίδωμα κάποιου ἄστρου στὸ ταβάνι τοῦ στερεώματος.
Ἐκεῖνος, ὅμως, ποὺ ξέρει πόσες, ἀκριβῶς, εἶναι οἱ τρίχες τοῦ κεφαλιοῦ σου, ἐνδιαφέρεται ἀκόμα καὶ γιὰ τὴν παραμικρὴ λεπτομέρεια στὴν ζωὴ σου, καθὼς τὸ κάθε πρόβλημά σου εἶναι καὶ δικὸ Του πρόβλημα.
Καὶ προφανῶς ξέρει καὶ νὰ παρουσιάζῃ καὶ νὰ δίνῃ στὸν καθένα (ἐφόσον, βέβαια, κρίνει ὅτι ὠφελεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ κάνῃ κάτι τέτοιο) τὴν κατάλληλη στιγμὴ τὸν σύζυγο ποὺ τοῦ ταιριάζει ἀληθινά, ποὺ θὰ τὸν χαροποιήσῃ καὶ θὰ τὸν ἀναπαύσῃ βαθιά, ὅταν ἀφήνεται μὲ ἐλπίδα καὶ ἐμπιστοσύνη στὴν πρόνοιά Του καὶ δὲν ἐνεργεῖ παρορμητικὰ καὶ ἐπιπόλαια, βάσει τῆς κάθε ἐπιθυμίας του, χωρὶς προσευχή, πίστη καὶ προσοχή[5]:
«παρὰ δὲ Κυρίου ἁρμόζεται[6] γυνὴ ἀνδρί» Παροιμίαι 19, 14
https://biblehub.com/interlinear/proverbs/19-14.htm
Γιατὶ θυμήσου ὅτι ὁ Θεὸς ἦταν καὶ Ἐκεῖνος ποὺ ἔσπευσε νὰ δημιουργήσῃ ἀπὸ τὸ πλευρὸ τοῦ Ἀδὰμ τὴν πρώτη γυναῖκα, ὅταν εἶδε ὅτι τὸ ἔλλογο ὂν ποὺ ὁ Ἴδιος ἔπλασε γιὰ νὰ εἶναι κοινωνικό, ἄρχισε ἐπιτέλους νὰ αἰσθάνεται ἔντονα μέσα του ἐκεῖνο τὸ ἀπύθμενο κενὸ τῆς μοναξιᾶς ποὺ δημιουργεῖ ἡ μὴ παρουσία τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου[7].
Καὶ μάλιστα, ὡς ὁ καλύτερος νυμφαγωγὸς ποὺ εἶναι, τοῦ τὴν ἔφερε μπροστὰ του, χωρὶς νὰ μεριμνήσῃ καὶ νὰ κοπιάσῃ σὲ τίποτα γι’ αὐτὸ ὁ πρῶτος ἄνθρωπος[8]!!!
Θυμήσου, ὅμως, καὶ τὸ τί συνέβη σὲ ἐκείνους καὶ τὴν σχέση τους, ὅταν ἀποφάσισαν νὰ μὴ τηρήσουν τὴν ἐντολὴ Του καὶ νὰ στερηθοῦν ἔτσι τὴν Χάρη Του ποὺ τοὺς ἐξασφάλιζε ἐκείνη τὴν ἀρχέγονη ἀγαπητικὴ ἑνότητα τῶν προσώπων.
Γιατὶ αὐτὴ εἶναι ἡ τραγικὴ «μοῖρα» τῆς κάθε σχέσης μεταξὺ δυὸ ἀνθρώπων ποὺ ἀποκόπτεται ἀπὸ Ἐκεῖνον…
«ὅτι ἰδοὺ οἱ μακρύνοντες ἑαυτοὺς ἀπὸ σοῦ ἀπολοῦνται, ἐξωλόθρευσας πάντα τὸν πορνεύοντα ἀπὸ σοῦ» Ψαλμός 72, 27
https://biblehub.com/interlinear/psalms/73-27.htm
Ὁ Θεὸς δὲν ζητάει παράλογα πράγματα, οὔτε ἀνεφάρμοστα, περιττὰ καὶ παρωχημένα, ὅπως νομίζουν πολλοὶ, λὲς καὶ ἔχει κάποιο διεστραμμένο βίτσιο μὲ ἠθικοὺς κανόνες, τοὺς ὁποίους θέλει νὰ σοῦ ἐπιβάλῃ γιὰ νὰ παίξῃ μαζὶ σου καὶ νὰ σὲ βασανίσῃ.
Στὴν πραγματικότητα, ὄχι μόνο δὲν παίζει, δὲν γελᾷ καὶ δὲν δίνει περιττὲς καὶ χωρὶς νόημα καὶ οὐσία ἐντολὲς καὶ Μυστήρια, ἀλλὰ ἀντίθετα τὰ βλέπει ὅλα πάρα πολὺ σοβαρὰ καὶ ὑπεύθυνα.
Γι’ αὐτὸ καὶ θέλει νὰ σὲ βάλῃ κάτω ἀπὸ τὸν ὠφέλιμο καὶ σωτήριο ζυγὸ τῶν ἐντολῶν Του (καὶ τοῦ Γάμου), καθὼς ξέρει πολὺ καλύτερα ἀπ’ ὅλους τὴν ἀληθινὴ διάσταση τῶν πραγμάτων καὶ τοὺς κινδύνους:
«ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ᾿ ὑμᾶς καὶ μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν· ὁ γὰρ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν» Κατά Ματθαῖον 11, 29-30
Καὶ θέλει νὰ τὰ βλέπῃς καὶ ἐσὺ πολὺ σοβαρὰ καὶ ὑπεύθυνα, ὥστε νὰ βάλῃς μιὰ σωστὴ σειρὰ καὶ νὰ μπῇς μέσα στὴν εὐλογία Του γιὰ νὰ προστατευτῇς ἀπὸ τὶς ἀναρίθμητες παγίδες ποὺ ὑπάρχουν καὶ ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ φανταστῇς.
Γιατὶ, γιὰ νὰ σοῦ δίνῃ τὸ Μυστήριο τοῦ Γάμου, κάποιος σοβαρὸς λόγος ὑπάρχει.
Γιατὶ, βάζοντας ἐσένα μέσα στὰ ὅρια τοῦ Παράδεισου τῶν ἐντολῶν Του, ὅπως κάποτε ἔβαλε μέσα στὰ ὅρια τοῦ ἀρχαίου κήπου τῆς Ἐδὲμ τοὺς Πρωτοπλάστους, ἔχει ὡς ἀπώτερο σκοπὸ νὰ σὲ τιμήσῃ καὶ νὰ σὲ κάνῃ πρωταγωνιστὴ καὶ πνευματικὸ ἀρχοντόπουλό Του, ὑγιὲς καὶ ἀληθινὰ ἐλεύθερο πρόσωπο, μὲ ἡγεμονικὸ νοῦ καὶ παντοτινὴ δόξα καὶ τιμὴ, ὅπως κάνει ἐξάλλου καὶ μὲ τὸν κάθε Ἅγιό Του.
Γιὰ νὰ μὴ καταντήσῃς κομπάρσος καὶ ἄβουλος σκλάβος τῶν δαιμόνων, νεκρὸς πνευματικὰ, πλήρης σὲ παθογένειες, (αὐτο)εξευτελισμοὺς καὶ πνευματικὴ σύγχυση καὶ διαταραχὴ, ποὺ θὰ τρέχῃ, μετὰ ἀπὸ κάθε κέλευσμά τους, πίσω ἀπὸ τὴν κάθε ἀρρωστημένη κατάσταση, σὰν προγραμματισμένο ρομποτάκι τους, γιὰ νὰ διασύρεται ἐδῶ καὶ ἐκεῖ ἢ ποὺ θὰ μένῃ διαρκῶς κολλημένος μέσα στὴν παγίδα τῆς ἁμαρτωλῆς συνήθειας καὶ τῆς ἀρρωστημένης ἀνάγκης καὶ θὰ ρεζιλεύῃ διαρκῶς τὸ κατ’ εἰκόνα του.
Γιὰ νὰ μὴν φτάσῃς, γιὰ παράδειγμα, στὸ σημεῖο νὰ γίνῃς τὸ ἰσοβίως ἀλύτρωτο «βαμπίρ» σαρκικῶν ἡδονῶν ποὺ κάτι παράξενα βράδια, ὑποτασσόμενο δουλικὰ στὴν τυραννικὴ προσταγὴ τοῦ βασανιστικοῦ πάθους, θὰ ἀποδρᾷ σὰν ζωντανὸς - νεκρὸς μέσα ἀπὸ τὸ σπίτι του καὶ θὰ ἀναζητᾷ ἀπεγνωσμένα «θύματα» γιὰ νὰ τὰ «παραμυθιάσῃ» ἢ νὰ τὰ «ἀγοράσῃ», μὲ σκοπὸ νὰ ρουφήξῃ ἀπὸ αὐτὰ μιὰ κλεφτὴ τζούρα σαρκικῆς ἀπόλαυσης, μήπως καταφέρῃς ἔτσι καὶ πείσῃς τὸν ἑαυτὸ σου ὅτι ζῇς ξανὰ, ἔστω καὶ γιὰ πολὺ λίγο, πρὶν σὲ προφτάσῃ τὸ κάθε ξημέρωμα.
Οὔτε νὰ καταντήσῃς ὁ «ψόφιος»[9] κάποιου ποὺ θὰ σὲ «ξεθάβῃ» κάθε φορὰ ποὺ θὰ θέλῃ νὰ περάσῃ ὁ χρόνος του εὐχάριστα καὶ θὰ σὲ «ξαναθάβῃ», ὅταν θὰ βρίσκεται κάτι τὸ «καλύτερο» γιὰ ἐκεῖνον.
Ἂν, βέβαια, δὲν προλάβῃς νὰ τοῦ κάνῃς ἐσὺ κάτι τέτοιο…
Οὔτε καὶ νὰ λογίζεσαι, σὲ μιὰ ὠμὴ δοσοληψία τοῦ στυλ «πάρε κρέας καὶ δῶσε κρέας», λὲς καὶ εἶσαι καταναλωτικὸ προϊὸν τῆς μιᾶς χρήσης, τὸ ἡδονικὸ «σνάκ» τῆς μιᾶς βραδιᾶς, μετὰ τὴν ὁποία ὁ ἄλλος μπορεῖ καὶ νὰ μὴν θυμᾶται τὰ ὀνόματα, νὰ μὴν σηκώνῃ τὰ τηλέφωνα κ.ο.κ.[10]
Γιατὶ γιὰ ἐκεῖνον θὰ ἀποτελῇς μονάχα μία ἀκόμα, χωρὶς συναίσθημα, «ἐπιτυχία» του ποὺ θὰ πρέπει νὰ προσθέσῃ μὲ καμάρι καὶ κομπλεξικὴ ἱκανοποίηση στὴν «ἔνδοξη» λίστα τῶν «τροπαίων» του ποὺ αὐξήθηκαν σὲ ἀριθμὸ ἐν μιᾷ νυκτὶ καὶ τίποτα παραπάνω, ἄσχετα μὲ τὸ ἂν ὁ ἴδιος ἔχῃ μπεῖ ἀπὸ καιρό, ὡς ἕνα ἀκόμα θλιβερὸ «τρόπαιο», στὴν «τροπαιοθήκη» τῶν δαιμόνων ποὺ καυχῶνται γι’ αὐτὸ καὶ χαίρονται ποὺ θὰ τοὺς ξεπληρώσῃ κάποτε μὲ βαρὺ τόκο ὅλη αὐτὴ τὴν ὑπερήφανη ἡδονὴ, μὲ τὴν αἰώνια ταπεινωτικὴ ὀδύνη καὶ αἰσχύνη.
Πραγματικότητα…
Οὔτε, ὅμως, κυνηγῶντας «περιπέτειες», «δοκιμὲς» καὶ «ἐμπειρίες», νὰ κάνῃς τὴν ζωὴ σου ἀπὸ κάποια στιγμὴ καὶ μετὰ νὰ μοιάζῃ μὲ «στοιχειωμένο σπίτι» τέτοιων «περιπετειῶν», «δοκιμῶν», «ἐμπειριῶν» καὶ «προσώπων», μέσα στὸ ὁποῖο θὰ ἀπαιτεῖς νὰ ζήσῃ ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ ἀποφασίσῃς κάποτε νὰ γίνῃ … ἡ μοναδικὴ ἀγάπη σου, ὁ ἄνθρωπος … τῆς ζωῆς σου καὶ ὁ … ἐκλεκτὸς τῆς καρδιᾶς σου, ὅταν κρίνεις πὼς ἦρθε πλέον ἐκείνη ἡ ὥρα, ποὺ ἔχεις ὑπολογίσει καὶ προγραμματίσει ἀπὸ πολὺ καιρὸ, γιὰ νὰ «σοβαρευτῇς».
Ἐκεῖ, παρέα μὲ τὰ «φαντάσματα» ποὺ θὰ κρύβῃ ἡ κάθε κλειστὴ πόρτα της, ὡς μέγιστο … δῶρο τῆς ἀγάπης σου (!), τὸ ὁποῖο τοῦ ἑτοίμαζες ἐπιμελῶς χρόνια, σκορπίζοντας καὶ ξεθυμαίνοντας τὴν ἀγαπητικὴ σου δύναμη ἐδῶ καὶ ἐκεῖ …
Ἀφήνοντάς τον νὰ πάρῃ μόνο ὅ,τι ἀπέμεινε ἀπὸ αὐτὴ, ἂν, βέβαια, ἀπέμεινε καὶ κάτι…
Ἐκεῖ, δηλαδὴ, ποὺ θὰ τρέμουμε διαρκῶς, μήπως ἀνοίξῃ ξαφνικὰ μιὰ τέτοια πόρτα καὶ βγῇ κάποιο παλιὸ «φάντασμα» ποὺ θὰ τὸν θλίψῃ καὶ θὰ τὸν πικράνῃ γιὰ πάντα, ἂν δὲν τὸν κάνει κιόλας νὰ θέλῃ νὰ φύγῃ τρέχοντας ἀπὸ κοντά μας, τελείως πληγωμένος, ἀηδιασμένος καὶ σοκαρισμένος, ἔτσι ὅπως θὰ βλέπῃ νὰ γκρεμίζεται ὁ οὐρανὸς μέσα του καὶ νὰ χάνουν ὅλα γύρω του τὸ χρῶμα τους καὶ νὰ βάφονται ἀσπρόμαυρα καὶ γκρί…
Καὶ νὰ ξέρῃς πὼς ἔχει παρατηρηθῇ, ὄχι καὶ σὲ λίγες περιπτώσεις, ὅτι ὁ διάβολος, ποὺ πάντα θέλῃ νὰ διαπομπεύῃ καὶ νὰ καταστρέφῃ τὸν ἄνθρωπο, κάποιες στιγμὲς, πράγματι, ἀνοίγει ξαφνικὰ καὶ ἀπρόσμενα πολλὲς τέτοιες πόρτες καὶ φανερώνει τὰ κρυφὰ ποὺ ἔγιναν σὲ ἕνα δωμάτιο, σὲ ἕνα αὐτοκίνητο, σὲ ἕνα κρεβάτι, σὲ μιὰ τουαλέτα, σὲ ἕναν κῆπο, σὲ μιὰ κουζίνα κ.λ.π., μὲ πολλοὺς καὶ διαφόρους τρόπους, γιὰ πολλὲς ἢ λίγες φορὲς, γιὰ μιὰ νύχτα, μὲ γνωστοὺς ἢ μὲ ἀγνώστους κ.λ.π.
Τσιγκλίζοντας σὲ πολλὲς περιπτώσεις παλιὰ «φαντάσματα» καὶ «ἀγάπες», ποὺ μπορεῖ κάποτε νὰ τοὺς ἐμπιστευόσουν ἀπόλυτα τὴν προσωπική σου ζωὴ, ἔτσι ὅπως σὲ κοίταζαν τρυφερὰ μέσα στὰ μάτια καὶ σοῦ ἔδιναν ὅρκους αἰώνιας ἀγάπης καὶ ἀφοσίωσης, νὰ γίνουν οἱ πάντα πρόθυμοι «καταδότες» σου, οἱ ὁποῖοι γελῶντας θὰ ἀφηγοῦνται μὲ παραστατικότητα σὲ φίλους, συγγενεῖς σου, γνωστοὺς καὶ ἀγνώστους, γιὰ τὸ τίποτα, διάφορες ἱστορίες μὲ τὶς ποικίλες συνήθειές σου, τὰ ὅποια ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ τοῦ σώματός σου καὶ τὰ μυστικὰ μεταξὺ σας τετελεσμένα γεγονότα, ἀνακατεύοντας σὲ ὅλα αὐτὰ πολλὰ ψέμματα καὶ ὑπερβολές…
Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ποὺ θὰ νομίζουμε ὅτι γλυτώσαμε μέσα στὸν γάμο μας ἀπὸ τὰ «κόμπλεξ» καὶ τὰ «ἀπωθημένα», καθὼς, εὐτυχῶς (!), προλάβαμε νὰ κάνουμε πρὶν ἀπὸ αὐτὸν πολλὲς «δοκιμὲς» καὶ «πειραματισμοὺς», ἐγκαταλείποντας τὶς ἐντολὲς καὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἴσως, παρασυρόμενοι ἀπὸ «μοντέρνες» ἰδέες γιὰ τὴν στάση ζωῆς ποὺ πρέπει ὁπωσδήποτε (!) νὰ ἀκολουθήσουμε στὸν σύγχρονο κόσμο γιὰ νὰ μὴν θεωρούμαστε «κολλημένοι», «ξεπερασμένοι» καὶ «ἀπαρχαιωμένοι» στὰ μυαλά[11], θὰ ἀνακαλύπτουμε ἔκπληκτοι ὅλο καὶ περισσότερο τὸ ἀντίθετο.
Γιατὶ θὰ βλέπουμε ὅλο καὶ πιὸ πολὺ, ὄχι μόνο ὅτι δὲν ἔχουμε καθόλου ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ «κόμπλεξ» καὶ «ἀπωθημένα», ἀλλὰ ὅτι ἔχουμε καὶ ἀπὸ πάνω ἀποκτήσει πάμπολλα ἰσόβια κουσούρια καὶ ἀνίατες παθογένειες, ἕτοιμες νὰ γεννήσουν στὴν στιγμὴ τὸ πάθος καὶ νὰ τὸ ἀμολήσουν σὰν λυσσασμένο σκυλὶ ξαφνικὰ μπροστὰ μας, κάνοντάς μας νὰ τρέχουμε, ὄχι καὶ λίγες φορὲς, πίσω ἀπὸ τέτοια παλιὰ ἢ νέα «φαντάσματα» καὶ νὰ διαλύουμε στὴν στιγμὴ ὅλα ὅσα δημιουργήσαμε μὲ πολὺ κόπο, προσπάθεια, ἂν ὄχι, καὶ μὲ πολλὰ καὶ διάφορα ψέμματα…
Καὶ ἐκεῖ μπορεῖ καὶ νὰ μὴ θυμόμαστε ὅτι κάποιες φορὲς, στὴν προσπάθειά μας νὰ «χειριστοῦμε» αὐτὸν ποὺ τότε θὰ προδίδουμε στεγνὰ, τοῦ ὑποδεικνύαμε σὰν μεγάλοι δάσκαλοι καὶ σοφοὶ μυσταγωγοὶ τῆς ἀγάπης, ὅτι γιὰ νὰ ἀγαπᾷ σωστὰ, θὰ πρέπει νὰ μᾶς δεχθῇ ἔτσι ὅπως εἴμαστε καὶ μὲ ὅ,τι ἔχουμε κάνει στὴν ζωὴ μας, κουνῶντας του μὲ νόημα τὸ δάχτυλό μας[12]…
Ἐμεῖς, ποὺ μπορεῖ νὰ ξεθυμάναμε ἐδῶ καὶ ἐκεῖ τὴν ἀγαπητικὴ μας δύναμη…(!)
Δὲν τὰ λὲς ὅλα τὰ παραπάνω ὄμορφα, εὐγενῆ καὶ τιμητικὰ πράγματα.
Ἔτσι, δὲν εἶναι;
Πόσο, μᾶλλον, ὅταν ἀπὸ πρὶν σχεδιάζουμε καὶ σκεφτόμαστε πολὺ πονηρὰ ὅτι μποροῦμε, ἀπὸ τὴν μία, νὰ προσφέρουμε ἀπλόχερα τὰ νιᾶτα μας καὶ τὴν ὑγεία ποὺ αὐτὰ, συνήθως, φέρουν, στὸν διάβολο, πέφτοντας μὲ χαρὰ, χωρὶς ἀναστολὲς καὶ δισταγμὸ, στὴν ἡδονὴ τῆς ἁμαρτίας, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἀπὸ κάποια στιγμὴ καὶ μετὰ ποὺ δὲν θὰ μᾶς παίρνῃ πιὰ ἄλλο, νὰ ἀφήσουμε γιὰ τὸν Θεὸ μονάχα τὰ γηρατειὰ μας καὶ τὶς ἀσθένειες ποὺ τὰ συνοδεύουν, προσποιούμενοι ὅτι μετανοοῦμε, ὅπως ἐπισημαίνει πολὺ εὔστοχα ὁ μακαριστὸς Ἱεροκήρυκας, Δημήτριος Παναγόπουλος[13].
Γιατὶ ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται στὶς μέρες μας καὶ ἡ ἁμαρτία θέλει τὸν σωστὸ … προγραμματισμό της!!!
Νὰ προσφέρουμε μόνο τὰ γηρατειὰ καὶ τὶς ἀσθένειές μας στὸν Θεό;
Κάτι σὰν τὴν θυσία τοῦ Κάιν…
Γιὰ νὰ ἐξασφαλίσουμε καὶ τὴν ἁμαρτωλὴ ἡδονὴ καὶ τὴν σωτηρία…
Δὲν τὸ λὲς καὶ φιλότιμο ἢ ἀρχοντιὰ αὐτό!
Ἔτσι, δὲν εἶναι;
Δὲν τὸ λὲς, ὅμως, καὶ σοφία ἢ σύνεση.
Μιὰ βόλτα στὰ νεκροταφεῖα μπορεῖ καὶ νὰ μᾶς πείσῃ γιὰ τὸ τελευταῖο…
Οὔτε, πάλι, νὰ φτάσουμε στὸ σημεῖο νὰ κάνουμε νὰ μοιάζῃ ἡ σχέση μας μὲ τὸν ἄλλο σὰν ἄσκοπη βόλτα μὲ τὸ λεωφορεῖο πρὸς ἄγνωστο προορισμὸ, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ὁποίας ἔχουμε ἀνοίξει διάπλατα ὁ καθένας μας διαφορετικὴ πόρτα του καὶ στεκόμαστε καὶ οἱ δυὸ μὲ τὸ ἕνα πόδι ἔξω, περιμένοντας τὴν πρώτη αἰτία καὶ ἀφορμὴ γιὰ νὰ πηδήξουμε ἀπὸ τὸ ὄχημα.
Γιατὶ ἡ σαρκικὴ σχέση δυὸ προσώπων, χωρὶς τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν θυσιαστικὴ καὶ ὑπεύθυνη δέσμευση τοῦ Γάμου, μοιάζει κάπως ἔτσι.
Γιατὶ μὲ τὴν στάση καὶ τῶν δυὸ φαίνεται σὰν νὰ λέῃ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ κατάμουτρα ὁ ἕνας στὸν ἄλλο μὲ μεγάλη καχυποψία, θράσος καὶ ὠμότητα ὅτι:
«παρ’ ὅλο ποὺ σοῦ δίνω ὑποσχέσεις καὶ λέω μεγάλα λόγια γιὰ αἰώνια ἀγάπη, πίστη καὶ ἀφοσίωση, στὴν πραγματικότητα, δὲν ἐννοῶ καὶ δὲν πιστεύω τίποτα ἀπὸ ὅλα αὐτά, γιατὶ δὲν σὲ ἐμπιστεύομαι, οὔτε κὰν θεωρῶ σίγουρο ὅτι θέλω νὰ εἶσαι ὁ ἄνθρωπός μου, οὔτε, βέβαια, θέλω νὰ κάνω μιὰ μεγαλύτερη θυσία γιὰ σένα.
Σὲ δοκιμάζω σὰν ροῦχο, γιὰ νὰ δῶ ἂν μου ταιριάζεις ἢ σὰν κλειδὶ, γιὰ νὰ δῶ ἂν θὰ μπορέσῃς νὰ ξεκλειδώσῃς τὴν κλειδαριὰ τῆς καρδιᾶς μου.
Μπορεῖ, βέβαια, νὰ σὲ ἔχω γιὰ τὸ τώρα, γιὰ νὰ περνῶ καλὰ καὶ ὄμορφα, μπορεῖ νὰ σὲ χρησιμοποιῶ γιὰ νὰ ἀποκτῶ «γνώσεις», «ἐμπειρίες», «τιμὲς» καὶ «παράσημα», γιὰ νὰ μὴ φαίνομαι στοὺς γύρω μου σὰν «ἀποτυχημένος μαγκούφης» καὶ αἰσθάνομαι μειονεκτικὰ, γιὰ νὰ ἔχω κάτι γιὰ νὰ μπορῶ νὰ ἱκανοποιῶ τὶς σαρκικὲς μου ἀνάγκες, ἀλλὰ ἂν στὸ μέλλον δὲν μοῦ κάνεις πιὰ ἢ ἂν μοῦ τύχῃ κάτι τὸ «καλύτερο», τὸ διαλύουμε στὴν στιγμὴ, στὴν πρώτη εὐκαιρία, μὲ πολλὴ εὐκολία καὶ χωρὶς πολὺ κόπο, ἔξοδα καὶ σκέψη[14]. Σύμφωνοι;».
Ὡς μὴ λεκτικὸ μήνυμα, δὲν τὸ λὲς αὐτὸ ἰδιαίτερα ἀρχοντικὸ καὶ εὐγενικὸ, οὔτε, ὅμως, καὶ ὡς στάση ζωῆς τὸ ὀνομάζεις ὑπευθυνότητα, σοβαρότητα καὶ πραγματικὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν ἄλλο….
Ἔτσι δὲν εἶναι;
Μᾶς τιμᾷ, ὅμως, μιὰ τέτοια κατάσταση;
Γιατὶ μὲ μιὰ εὐρύτερη πνευματικὴ ματιὰ κάπως ἔτσι μοιάζουν ὅλα αὐτά.
Πάντως, ἀκόμα καὶ ἂν ἔχεις αἰχμαλωτιστεῖ σὲ κάτι ἀπὸ τὰ παραπάνω, ἀκόμα καὶ ἂν αἰσθάνεσαι ὅτι ἔχεις πέσει πολὺ χαμηλά, ἀκόμα καὶ ἂν σοῦ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀδύνατο νὰ ξεφύγῃς, μὴν ἀπελπίζεσαι.
Γιατὶ ὅταν ὁ Θεὸς σοῦ ἀποστείλει τὴν Χάρη Του, ἔτσι ἁπλᾶ, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβῃς, σὰν τὸ ἁπαλὸ κῦμα θὰ σὲ σηκώσῃ ἀπὸ τὰ βράχια τῆς νοσηρῆς κατάστασης ποὺ εἶσαι τώρα κολλημένος καὶ θὰ σὲ ἐλευθερώσῃ, δίνοντάς σου, παράλληλα, καὶ τὴν δύναμη νὰ ἀντιμετωπίσῃς γενναῖα τὸν λυσσαλέο πόλεμο τῶν παθῶν καὶ τῶν δαιμόνων ποὺ θὰ ἀκολουθήσῃ μέσα στὸ τρικυμισμένο πέλαγος τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα σου, στὸ ὁποῖο θὰ ἀνοιχθεῖς.
Ἀρκεῖ νὰ ἐλπίσῃς σὲ Αὐτὸν καὶ νὰ θελήσῃς πραγματικὰ νὰ ξεφύγῃς.
Γιατὶ μόνο ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ὑπάρχει καὶ ἡ ἀληθινὴ ἐλευθερία:
«οὗ δὲ τὸ Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία» Πρὸς Κορινθίους Β΄ 3, 17
Μὴν ξεχνᾷς ποτὲ ὅτι λάσπη πῆρε καὶ δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο, γιὰ νὰ σοῦ θυμίζῃ πάντοτε ὅτι ἀκόμα καὶ ἂν παρασυρθῇς καὶ γίνῃς «βοῦρκος» καὶ «λάσπη», Ἐκεῖνος ἔχει τὴν δύναμη νὰ σὲ ξανακάνῃ εἰκόνα Του καὶ νὰ σὲ βάλῃ καὶ πάλι στὴν πορεία γιὰ τὴν θέωση.
Ἀρκεῖ νὰ θέλῃς καὶ νὰ προσπαθῇς μὲ εἰλικρίνεια καὶ ἐσὺ…
Νὰ θυμᾶσαι, ὅμως, γιὰ πάντα καὶ τὸ ἑξῆς:
Ἂν πρέπει νὰ ποῦμε μιὰ φορὰ «δόξα σοι ὁ Θεός» ποὺ Ἐκεῖνος ἔφερε στὸ εἶναι τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία καὶ σχημάτισε ὅλη αὐτὴ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν τάξη ποὺ μᾶς περιβάλλει, θὰ πρέπει νὰ λέμε καθημερινὰ χιλιάδες φορὲς «δόξα σοι ὁ Θεός» ποὺ διορθώνει καταστάσεις, «μπαλώνει» τὶς ζωές μας καὶ θεραπεύει τὶς ψυχές μας.
Γιατὶ, στὴν πρώτη περίπτωση δημιούργησε τὰ πάντα μὲ ἀπόλυτη ἐλευθερία κινήσεων καὶ ἐνεργειῶν, ἐνῶ στὴν δεύτερη, μπαίνοντας στὴν θλιβερὴ θέση νὰ ἀντιμετωπίσῃ καθόλου ἀρεστὰ σὲ Ἐκεῖνον τετελεσμένα γεγονότα, πονηρὲς συμπεριφορές, ἁμαρτωλὲς πράξεις καὶ παγιωμένες νοσηρὲς καταστάσεις, καλεῖται νὰ κινηθῇ καὶ νὰ ἐνεργήσῃ πολὺ περιορισμένα, παρασκηνιακὰ καὶ ἀθόρυβα, ἐπειδὴ σέβεται τὴν ἐλευθερία καὶ τὶς ἐπιλογὲς τῶν κτισμάτων Του.
Γιατὶ σταματᾷ, ὄχι καὶ λίγες φορὲς, μπροστὰ στὴν ἑρμητικὰ κλειστὴ θύρα τῆς θέλησης καὶ τῆς προαίρεσής μας ποὺ ὁ ταπεινὸς Θεὸς σὲ τίποτα δὲν θέλει νὰ παραβιάσῃ ὅταν τὴν χτυπᾷ, ἂν καὶ ἔχῃ τὴν δύναμη νὰ τὸ κάνῃ:
«ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν, καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν καὶ δειπνήσω μετ᾿ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ᾿ ἐμοῦ» Αποκάλυψις 3, 20
Αὐτὴ, ὅμως, ἡ διόρθωση, τὸ «μπάλωμα» καὶ ἡ θεραπεία Του, πολλὲς φορὲς, εἶναι ἀκόμα καὶ γιὰ τὸν Ἴδιο τὸν Παντοδύναμο Θεὸ κάτι τὸ πολὺ δύσκολο ἕως καὶ τελείως μὴ ἐφικτὸ, γιατὶ Ἐκεῖνος ἔχει δώσει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἐλευθερία στὰ ἔλλογα πλάσματά Του νὰ ἀρνοῦνται, τόσο τὸν Ἴδιο καὶ τὸ θέλημά Του, ὅσο καὶ τὴν λύση ποὺ Ἐκεῖνος θέλει νὰ τοὺς δώσῃ…
[1] «λέγω ὑμῖν, ταύτῃ τῇ νυκτὶ δύο ἔσονται ἐπὶ κλίνης μιᾶς, εἷς παραληφθήσεται καὶ ὁ ἕτερος ἀφεθήσεται» Κατὰ Λουκᾶν 17, 34
[2] Στὴν πραγματικότητα, ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀρνηθῇ τὸ Μυστήριο τοῦ Γάμου, κάνοντας πολιτικὸ γάμο, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχῃ καὶ κανένα ἄλλο Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, ἐκτὸς καὶ ἂν μετανοήσῃ εἰλικρινά.
Ἂν ἀρνηθῇς ἕνα Μυστήριό Της, τότε ἀρνεῖσαι αὐτομάτως καὶ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα καὶ συνεπῶς καθίστασαι ἀκαριαία ἔξω ἀπὸ τὸν χῶρο Της, δηλαδὴ αὐτοαφορίζεσαι.
Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ κανονικὰ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέπεται, ὄχι μόνο νὰ μεταλάβῃς τὸ σῶμα Του καὶ τὸ αἷμα Του, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ νὰ παρίστασαι στὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας στὴν περίπτωση ποὺ ἔχεις παντρευτεῖ μὲ πολιτικὸ γάμο.
Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἀνήκουν σὲ ὀργανώσεις, οἱ ὁποῖες διαθέτουν δικὰ τους «μυστήρια» γάμου, βαπτίσματος κ.λ.π.
[3] Οἱ παραφύσιν σεξουαλικὲς πράξεις μεταξὺ ἄνδρα καὶ γυναίκας ἐντὸς τοῦ Γάμου, σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Νηστευτή, θεωρεῖται ὅτι εἶναι τόσο μεγάλου μεγέθους ἁμάρτημα ποὺ λογίζεται πιὸ βαρὺ ἀκόμα καὶ ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ διαπράττεται μεταξὺ δυὸ προσώπων τοῦ ἴδιου φύλου, ὅπως διαβάζουμε στὸ «Ἐξομολογητάριον» τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου:
https://anemi.lib.uoc.gr/metadata/9/9/c/metadata-271-0000010.tkl (σελίδα 129)
Χειροτέρα ἡ παραφύσιν ἁμαρτία ἐντὸς τοῦ Γάμου
Καὶ αὐτὸ φαίνεται πῶς τὸ λέει ὁ Ἅγιος, διότι στὴν περίπτωση τοῦ Γάμου, ποὺ ὡς Μυστήριο ἔχει τὴν εὐλογία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, βεβηλώνεται τὸ Μυστήριο καὶ βλασφημεῖται ὁ Ἴδιος ὁ Θεός.
[4] Δὲν εἶναι καὶ λίγες οἱ φορὲς ποὺ οἱ ἴδιοι οἱ γονεῖς καὶ ἰδίως οἱ ἴδιες οἱ μανᾶδες, γίνονται στὴν οὐσία οἱ «προαγωγοὶ» τῶν παιδιῶν τους ποὺ τὰ σπρώχνουν σὲ «δοκιμὲς» γιὰ νὰ «μάθουν», γιὰ νὰ ἀποκτήσουν «ἐμπειρίες» καὶ νὰ καταφέρουν νὰ βροῦν τὸν/τὴν «καλύτερο/η» περίπτωση «συντρόφου».
Αὐτό, ὅμως, θὰ ἐπιφέρῃ ἀργὰ ἢ γρήγορα πάνω τους τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ:
«οὐ βεβηλώσεις τὴν θυγατέρα σου ἐκπορνεῦσαι αὐτὴν καὶ οὐκ ἐκπορνεύσει ἡ γῆ, καὶ ἡ γῆ πλησθήσεται ἀνομίας» Λευιτικόν 19, 29
[5] Μερικὲς φορὲς Ἐκεῖνος «ἀναγκάζεται» νὰ τὸ κάνῃ αὐτὸ ὡς φιλόστοργος Πατέρας, ἀκριβῶς, μετὰ ἀπὸ συντριβὴ καὶ «ναυάγιό» σου, ποὺ συνέβησαν, ἀφ' ἑνός, ἐπειδὴ ἐσὺ ὁ ἴδιος δὲν ἤθελες νὰ Τὸν ἀκούσῃς καὶ νὰ Τὸν ἐμπιστευθῇς τὴν στιγμὴ ποὺ ἔπρεπε καὶ, ἀφ' ἑτέρου, γιατὶ Ἐκεῖνος δὲν ἤθελε νὰ παραβιάσῃ τὴν ἐλευθερία σου…
Καὶ αὐτὴ ἡ μυστικὴ καὶ ἁπαλὴ ἐπέμβασή Του γίνεται τότε μὲ σκοπὸ νὰ σὲ στηρίξῃ, νὰ σὲ σηκώσῃ, νὰ σὲ θεραπεύσῃ καὶ νὰ σὲ διασώσῃ, λόγω τῆς ἀπείρης ἀγάπης Του
Τέτοιοι ἄνθρωποι «εἰδικῶν ἀποστολῶν» ἀγάπης καὶ συγχωρητικότητας ποὺ ἑτοιμάζει μυστικὰ μὲ τὴν Χάρη Του καὶ μᾶς στέλνει ὁ Θεὸς μετὰ ἀπὸ τέτοιες συντριβὲς μπορεῖ, εἴτε νὰ εἶναι ἀπαρατήρητοι στοὺς πολλούς, εἴτε νὰ μὴ τοὺς γεμίζουν σὲ τίποτα τὸ μάτι, ὄντας, πιθανῶς, καὶ ἔξω ἀπὸ τὸ καλούπι τοῦ φαινομενικὰ καλοῦ καὶ εὐσεβῆ ἀνθρώπου.
Γιατί,
«οὗ δὲ ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις» Πρὸς Ρωμαίους 5,20
Καὶ, ὅμως, αὐτοὶ μπορεῖ νὰ εἶναι πραγματικοὶ ἐργάτες τῆς ἀγάπης ποὺ μὲ τὴν Χάρη Του δουλεύουν ταπεινά, μυστικὰ καὶ ἀθόρυβα, χωρὶς τυμπανοκρουσίες περὶ ἠθικῆς καὶ ἀγάπης.
Μάλιστα, ὁ τελικὸς μισθὸς τους ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τὸ βάρος ποὺ σήκωσαν στὴν ζωὴ τους φαίνεται ὅτι, ὄχι μόνο δὲν θὰ εἶναι καθόλου εὐκαταφρόνητος, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πάνω θὰ ἐλέγχῃ ὅλους ἐμᾶς τοὺς «εὐσεβεῖς», «ἠθικοὺς» καὶ «ἠθικολόγους», κάνοντάς μας νὰ ὠχριοῦμε βλέποντάς τον.
Γιατὶ ἑστίασαν στὸ πρόσωπο καὶ ἀγάπησαν εἰλικρινὰ τὸν ἄνθρωπο, παρέβλεψαν τὰ σφάλματά του, τὸν δέχτηκαν ἔτσι, ἀκριβῶς, ὅπως εἶναι καὶ μὲ ὅ,τι ἔχει κάνει, σκεπάζοντάς τον στοργικά, μιμούμενοι τὸν Ἴδιο τὸν Θεό.
Βέβαια, ὅλα αὐτὰ θέλουν πολλὴ προσοχὴ καὶ διάκριση, γιατὶ ἄνετα μπορεῖ νὰ πέσουμε, εἴτε σὲ κάποια συναισθηματικὴ ἢ/καὶ ἐγωιστικὴ παγίδα τοῦ διαβόλου ποὺ τελικὰ θὰ μᾶς ὠθήσῃ νὰ παραβοῦμε τὸ θέλημά Του ἢ/καὶ νὰ σηκώσουμε βάρος πάνω ἀπὸ τὰ μέτρα μας καὶ ἔτσι νὰ καταστρέψουμε καὶ νὰ καταστραφοῦμε, εἴτε στὸν γκρεμὸ τῆς ἀδιάκριτης «ἀγαπολογίας», ἡ ὁποία πολὺ ἀπέχει ἀπὸ τὸ θέλημά Του.
[6] Ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ ἁρμόζῃ τὸν ἕνα στὸν ἄλλο, ὄχι ἀμέσως, ἀλλὰ σταδιακὰ καὶ σὲ βάθος χρόνου.
[7] Θὰ ἀναρωτηθῇ κανεὶς ἐδῶ: «Γιατὶ ὁ Πάνσοφος Θεὸς δὲν δημιούργησε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ τοὺς δυὸ ἀνθρώπους, ἐφόσον ἤξερε ὅτι ὁ Ἀδὰμ θὰ αἰσθανθῇ μοναξιά;»
Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι Ἐκεῖνος τὸ ἔκανε σκόπιμα αὐτὸ γιὰ νὰ φανῇ ξεκάθαρα, μέσω τῆς ἀνάγκης ποὺ αἰσθάνθηκε ὁ Ἀδάμ, ὅτι ἔπλασε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ εἶναι κοινωνικὸ ὄν.
[8] Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ θυμοῦνται ὅλοι ὅσοι ἀγχώνονται καὶ ἀγωνιοῦν γιὰ τὸ πῶς θὰ βροῦν τὸν ἄνθρωπό τους.
[9] Στὴν «ἀργκό» τῶν «ἐλεύθερων» σαρκικῶν σχέσεων, «ψόφιος» ὀνομάζεται τὸ πρόσωπο ποὺ διατηρεῖ κάποιος στὴν ἐρωτικὴ «καβάτζα» του, γιὰ νὰ μπορῇ νὰ καταφεύγῃ σὲ αὐτό, εἴτε παράλληλα μὲ τὴν «ἐπίσημη» σχέση ποὺ ἐκεῖνος ἔχει, εἴτε ὅταν δὲν βρίσκεται σὲ κάποια συγκεκριμένη «ἐπίσημη» σχέση, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὶς σαρκικὲς του ἐπιθυμίες καὶ τίποτα παραπάνω.
Ἡ ἔκφραση εἶναι παρμένη ἀπὸ τὴν φύση καὶ συγκεκριμένα ἀπὸ τὴν τακτικὴ τῶν ἀλεπούδων ποὺ θάβουν τὰ νεκρὰ θηράματά τους, μὲ σκοπὸ νὰ καταφύγουν σὲ αὐτά, ὅταν κάποια στιγμὴ στὸ μέλλον δὲν μποροῦν νὰ βροῦν τροφή.
Ἔτσι, ἀκοῦς πολλὲς φορὲς ὅτι «ἔχω μιὰ σχέση καὶ μιὰ ψόφια στὴν ἄκρη», πού, μόνο καὶ μόνο, λόγω τῆς ὠμότητας καὶ τῆς κυνικότητας τῆς φράσης, προκαλεῖ ἀποτροπιασμὸ καὶ ἀπέχθεια.
Μάλιστα, δὲν τιμᾷ σὲ τίποτα ἐκεῖνον ποὺ τὸ κάνει ἢ/καὶ τὸ λέει αὐτό.
Κάποιες φορὲς καὶ οἱ δυὸ πλευρὲς εἶναι συνειδητοποιημένες στὸ ὅτι θέλουν μόνο τὴν ἡδονή.
Κάποιες ἄλλες, ὅμως, ὁ ἕνας παίζει μὲ τὰ συναισθήματα καὶ τὶς ἐλπίδες τοῦ ἄλλου, κάτι ποὺ εἶναι τελείως ἀπάνθρωπο, αἰσχρὸ καὶ ἄθλιο.
[10] Πολλοὶ ἄνθρωποι, κυρίως, γυναῖκες, νομίζουν ὅτι τὸ νὰ προσφέρουν μὲ εὐκολία τὸ σῶμα τους στὸν ἄλλο (π.χ. γιὰ μιὰ βραδιά) εἶναι κάτι ποὺ σηματοδοτεῖ τὴν ἔναρξη μιᾶς «συντροφικῆς» σχέσης.
Ὅμως, δὲν ὑπάρχει πουθενὰ κανένας, ἔστω καὶ ἄγραφος, νόμος ποὺ νὰ λέῃ ὅτι ἰσχύῃ κάτι τέτοιο, οὔτε ὑπάρχει κανένας κανόνας τῆς «πιάτσας» ποὺ μπορεῖ νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν ἄλλο νὰ μείνῃ κοντὰ σου μετὰ τὴν «δοκιμή».
Μᾶλλον, λειτουργεῖ ἀντίθετα, γιατὶ ἐκεῖνος σκέφτεται μέσα του ὅτι ἂν συμβαίνῃ τόσο εὔκολα μὲ ἐμένα αὐτό, μεθαύριο θὰ συμβῇ τόσο εὔκολα καὶ μὲ τὸν ὁποιοδήποτε ἄλλο, ὁπότε δὲν μπορῶ νὰ βασιστῶ στὸ συγκεκριμένο πρόσωπο.
Στοιχειώδης λογική…
Θὰ σκεφθῇ αὐτὸ ποὺ λέγεται: «Δὲν θὰ εἶναι ποτὲ δικιά μου, ἁπλῶς τώρα εἶναι ἡ σειρὰ μου».
Μοιάζει ὅλο αὐτό, σὰν νὰ πᾷς νὰ χτίσῃς σπίτι στὴν κινούμενη ἄμμο.
Ἔτσι, ὁ ἄλλος, ὄχι μόνο δὲν θὰ σὲ πάρῃ στὰ σοβαρὰ καὶ δὲν θὰ ἐπιθυμῇ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ νὰ σοῦ περάσῃ δαχτυλίδι ἀρραβώνων, ὅπως μπορεῖ ἀπατηλὰ νὰ νομίζῃς, ἀλλὰ θὰ θέλῃ νὰ ἐξαφανισθῇ ἀπὸ τὴν ζωὴ σου ὅσο πιὸ γρήγορα γίνεται, κρατῶντας μόνο τὴν ἡδονὴ καὶ θεωρῶντας ἐσένα, ποὺ μπορεῖ νὰ σκέφτεσαι καὶ νὰ ἐλπίζῃς σὲ διάφορα, ὅτι εἶσαι τελείως ἀναξιόπιστο καὶ ἐπιπόλαιο πρόσωπο.
Οὔτε, βέβαια, ὑπάρχει καὶ κάτι ποὺ νὰ σὲ δικαιώσῃ γιὰ νὰ μπορῇς νὰ τὸν κατηγορῇς.
Γιατὶ ὁ ἄλλος μπορεῖ καὶ νὰ μὴ γινόταν ποτὲ «γουροῦνι», ἐὰν ἐσὺ δὲν γινόσουν πρῶτα «βοῦρκος» καὶ «λάσπη» γιὰ νὰ κυλισθῇ αὐτὸς μέσα.
Οὔτε μπορῇς νὰ τοῦ ζητᾷς, ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, τὰ «ρέστα», γιατὶ ἔχει καὶ ἐκεῖνος τὸ δικαίωμα νὰ μὴν τοῦ ἀρέσῃ αὐτὸ ποὺ τοῦ προσέφερες στὴν «δοκιμή».
Καὶ ὅλο αὐτό, ἀντίθετα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ μπορεῖ νὰ σοῦ λένε καὶ νὰ σοῦ συμβουλεύουν πολλὲς «φιλενάδες» καὶ «φίλοι», γιὰ τοὺς ὁποίους θὰ πρέπει πάντα νὰ ἔχῃς ἀμφιβολίες γιὰ τὸ ἂν θέλουν πραγματικὰ τὸ καλὸ καὶ τὴν εὐτυχία σου.
Γιατὶ δὲν εἶναι καὶ λίγες οἱ φορὲς ποὺ θέλουν, στὴν πραγματικότητα, νὰ ξεφτιλίζεσαι καὶ νὰ ταπεινώνεσαι, γιὰ νὰ αἰσθάνονται ἀνώτεροι ἀπὸ ἐσένα.
Ὁ καλύτερος, ὅμως, σύμβουλος καὶ φίλος σου εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Θεός, ποὺ ὄχι μόνο σοῦ δίνει ἐντολὲς γιὰ νὰ σὲ προστατεύσῃ, ἀλλὰ καὶ θέλει νὰ σὲ σηκώσῃ μετὰ τὴν κάθε πτώση καὶ νὰ σὲ κάνῃ ξανὰ ἀρχοντόπουλο μὲ τιμὴ καὶ δόξα.
[11] Στὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι καθόλου σύγχρονες ἰδέες καὶ στάσεις ζωῆς.
Θὰ λέγαμε τὸ ἀντίθετο!
Γιατὶ ἀναβιώνουμε τὴν ἀρχαία Αἴγυπτο, τὴν ἀρχαία Βαβυλῶνα, τὴν ἀρχαία Ρώμη κ.ο.κ.
[12] Τὸ λέμε αὐτό, γιατὶ, πράγματι, σὲ μιὰ σχέση, πολλοὶ προσπαθοῦν νὰ χειριστοῦν τὸν ἄλλο, ὑποδεικνύοντάς του τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὀφείλει νὰ ἀγαπᾷ.
Τὸ νὰ δέχεσαι τὸν ἄλλο ἔτσι ὅπως εἶναι καὶ μὲ ὅ,τι ἔχει κάνει καὶ νὰ συγχωρῇς καὶ νὰ παραβλέπῃς τὰ σφάλματά του εἶναι, ὄντως, δεῖγμα ἀληθινῆς καὶ βαθιᾶς ἀγάπης ποὺ βγαίνει αὐθόρμητα ἀπὸ ἀνθρώπους «εἰδικῶν ἀποστολῶν» πού, ὅπως εἴπαμε, ἑτοιμάζει μυστικὰ μὲ τὴν Χάρη Του καὶ στέλνει ὁ Ἴδιος ὁ Θεὸς σὲ δύσκολες περιπτώσεις, γιὰ νὰ σηκώσουν καὶ νὰ στηρίξουν ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν «ναυαγήσει» στὴν ζωὴ τους.
Δὲν σημαίνει, ὅμως, σὲ τίποτα ὅτι αὐτὸ μπορεῖ νὰ γίνῃ ἀπὸ κάποιον ἀπὸ τοὺς δυὸ τὸ «μότο» γιὰ νὰ χειρίζεται τὸν ἄλλο.
[13] Τόσο ὁ Δημήτριος Παναγόπουλος, ὅσο καὶ ὁ π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος ἀναφέρουν μὲ παραδείγματα ὅτι, ἂν κάποιος σκεφθῇ μὲ πονηρὸ τρόπο ὅτι μπορεῖ νὰ κάνῃ στὰ νιάτα του ὅσες καὶ ὅποιες ἁμαρτίες θέλῃ, γιὰ νὰ ἔχῃ τὶς ἀπολαύσεις καὶ μετὰ νὰ προσποιηθῇ ὅτι μετανοεῖ, γιὰ νὰ σωθῇ καὶ νὰ κερδίσῃ στὸ τέλος καὶ τὴν αἰώνια ζωή, δὲν θὰ προλάβῃ, γιατὶ δὲν θὰ τὸν ἀφήσῃ ὁ Θεός.
Γιατὶ Ἐκεῖνος δὲν κοροϊδεύεται…
[14] Πολλὲς φορές, μιὰ τέτοιου εἴδους «συντροφικότητα» φαντάζει ὡς συνειδητὴ δοκιμὴ καὶ προπόνηση γιὰ κάτι ἄλλο, πολὺ «καλύτερο», κάπου ἐκεῖ στὸ μέλλον.
Σὰν νὰ ἀκονίζουμε τὰ «νύχια» μας σὲ κάποιο πρόσωπο, χωρὶς νὰ τοῦ πολυανοιγόμαστε αἰσθηματικὰ καὶ χωρὶς νὰ τὸ πολυϋπολογίζουμε, γιὰ νὰ μάθουμε πράγματα καὶ νὰ ἀποκτήσουμε «ἐμπειρίες» καὶ «τρόπους», ὥστε νὰ μποροῦμε μεθαύριο σὰν καλὰ «ἁρπακτικὰ» νὰ γραπώσουμε τὴν … «μεγάλη εὐκαιρία» ποὺ θὰ μᾶς παρουσιαστῇ…
Μᾶς τιμᾷ, ὅμως, αὐτό;

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου