Πέμπτη 20 Ιουλίου 2023

«Πᾶσα ἡ τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν ποίμνη ἕν σῶμα ἐστίν, ὑπὸ μιᾶς κεφαλῆς διοικούμενον, ὅς ἐστὶ Χριστὸς Ἰησοῦς»

 (Ἐκ τῆς Ἐπιστολῆς πάντων των Ἁγιορειτῶν πρὸς βασιλέα Μιχαὴλ τὸν Παλαιολόγον -Ὁμολογητική)

Γράφει ὁ ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ
 
Ἀποτελεῖ πολύτιμο κεφάλαιο στὴν Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία ἡ Ὁμολογιακὴ ἐπιστολὴ τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων πρὸς τὸν βασιλέα Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμοῦσε τὴν συγκατάθεση – ἀποδοχὴ τῆς ψευδοενώσεως στὴ Λυὼν (1274) ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα καὶ ἰδιαίτερα ἀπὸ τοὺς Ἁγιορεῖτες Μοναχούς.
 
Οἱ (τότε) Ἁγιορεῖτες δὲν φοβήθηκαν ποτὲ νὰ κινδυνέψουν ὑπὲρ τῆς Πίστεως, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀπάντησαν στὴ φιλοσοφία τῆς ψευδοσυνόδου μὲ θεολογικὴ σοφία καὶ γνώση, μὲ μιὰ ὀξύτατη διαλεκτικὴ σκέψη, μὲ μιὰ κατασταλαγμένη Πατερικὴ πεῖρα, μὲ τέτοια ὑψίστη Ὀρθόδοξη ὡριμότητα ποὺ δὲν την συναντοῦμε, σήμερα (δυστυχῶς), ἀπὸ τίς σημερινὲς Ἱ. Μονές, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων.
 
Μετὰ τὴν ψευδοσύνοδο στὴν Κρήτη τὸ πλήρωμα (γενικὰ) δὲν παρουσίασε τὸ ὁμολογιακὸ ἀντίστοιχο τῶν Ἁγιορειτῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
 
Ἐμεῖς, διαχρονικά, εὐχαριστοῦμε τοὺς Ἁγιορεῖτες ἐκείνους, ποὺ ἐμπλούτισαν θεολογικὰ τὸ πλήρωμα καὶ ὠφέλησαν τὴν ψυχή μας!
 
Στὴν Ἐπιστολή τους πουθενὰ μεταπατερικὲς φλυαρίες, ἀλλὰ μόνο Ἁγιογραφικὲς – Πατερικὲς θέσεις καὶ ἐπιχειρήματα.
 
Θαυμάζω τὴν πνευματικὴ – θεολογικὴ συγκρότησή τους γιὰ τὸ νόημα – οὐσία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ρόλου τοῦ ἐπισκόπου. Ἀνατρέπουν τὴ σημερινὴ κακόδοξη θέση (ἰσχυρογνωμοσύνη) τῶν σημερινῶν ὀρθοδόξων (;), ποὺ λειτουργοῦνται στὸ «ὄνομα τοῦ ἐπισκόπου» καὶ ὄχι στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Παράδειγμα, τὰ γραφόμενα τοῦ π. Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστόπουλου, στὸ βιβλίο του: «Ἐμπειρίες κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία», Σελ. 396. Γράφει:
 
«Στὶς μνημονεύσεις τῶν ζώντων τὴν πρώτη θέσι τὴν ἔχει ὁ ἐπίσκοπος μὲ τὸ ὄνομά του. Αὐτὸ δὲν εἶναι φιλοφρόνησις καὶ κολακεία πρὸς τὸ πρόσωπό του, ἀλλὰ ἡ κανονικὴ τάξις τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁμολογία πίστεως. Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι «εἰς τόπον καὶ τύπον Χριστοῦ».
 
Αὐτὴ ἡ μνημόνευσις φανερώνει τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ εἶναι ἐγγύησις πὼς ὁ ἱερεύς, ποὺ τελεῖ τὴ Θεία Λειτουργία, εἶναι κανονικὸς ἱερεὺς τῆς Ἐκκλησίας καὶ πὼς ἡ Λειτουργία, τὴν ὁποία τώρα τελεῖ, εἶναι ἀληθινὰ ἱερὴ πρᾶξις τῆς Ἐκκλησίας. Κάθε ἱερεὺς σὲ κάθε Ναὸ τελεῖ τὴ Θεία Λειτουργία καὶ ὅλες τίς ἄλλες ἱεροπραξίες, ὅλα τὰ Μυστήρια «ἐξ ὀνόματος» τοῦ Ἐπισκόπου του. Αὐτὸ φανερώνει καὶ βεβαιώνει μέσα στὴ σύναξι τῶν πιστῶν ποὺ παρευρίσκονται ἡ μνημόνευσις κάθε φορά τοῦ Ἐπισκόπου. Βεβαιώνει τὴν πίστι τῆς Ἐκκλησίας μας πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ ἐπισκόπου καὶ διὰ τοῦ Ἐπισκόπου στὸν Πανάγιο Θεό».
 
Συλλαμβάνουμε πολλοὺς διαφορετικοὺς (ἐκκλησιολογικοὺς) ἰριδισμοὺς στὸ κείμενο τοῦ π. Στεφάνου. Ἔχει Ὀρθόδοξη θεολογικὴ χροιὰ μὲ οἰκουμενιστικὲς θεωρήσεις – γενικεύσεις. Καιρός, ὅμως, νὰ ξεναγήσουμε τὴν ψυχή μας στὶς παλαιότερες ἑρμηνευτικὲς τοποθετήσεις, γιὰ νὰ φωτισθῇ στ᾿ ἀλήθεια ὁ νοῦς των πιστῶν.
 
Στὴν ἐξήγηση τῆς Θείας καὶ Ἱερᾶς Λειτουργίας σὲ μιὰ ἐπανέκδοση τῆς α΄ ἐκδόσεως τοῦ 1651, ἀπὸ τὸ «Ἱερὸ Ἡσυχαστήριο «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙΝ» - Κατουνάκια Ἁγ. Ὅρους», διαβάζουμε:
 
«Ἐν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν»... μνημονεύει ἐν πρώτοις καὶ παρρησίᾳ τοῦ Ἀρχιερέως, ὡς ἀρχῆς (πνευματικῆς καὶ διοικητικῆς ἐννοεῖ) τῆς στρατευομένης ἡμῶν ἁγίας Ἐκκλησίας, παρακαλῶντας νὰ διαφυλάττεται ὄχι μόνον μακρόβιος, ἀλλὰ καὶ ὀρθόδοξος, ὀρθοτομὼν τὸν λόγον τῆς Εὐαγγελικῆς ἀληθείας. Καὶ τοῦτο, διότι πολλὰ ἔπαθεν ἡ Ἐκκλησία, πολλὰ ἡ πίστις ἡ Ὀρθόδοξος ἐκινδύνευσεν ἀπὸ τοὺς πλέον ἐξαιρέτους Ἀρχιερεῖς. Πολλὰ ἔκλαυσεν ἡ οἰκουμένη σκοτισθέντα τὸν ἥλιον, χωρὶς φέγγος πολλὰ φορᾶς τὴν Σελήνην, πεσόντας δ᾿ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τους ἀστέρας∙ τοὐτέστιν, ἡ Ἁγία Ἐκκλησία τῶν ἱερέων καὶ Ἀρχιερέων τοὺς προκρίτους, γενομένους σχισματοποιοὺς καὶ αἰρεσιάρχας, λύκους βαρεῖς, τοῦ ποιμνίου μὴ φειδομένους...» (Σελ. 240 – 41).
 
Στὸ τέλος τοῦ βιβλίου (συμπληρωματικὰ), διαβάζουμε:
 
«Ἔχουσι λοιπὸν χρέος ὅλοι οἱ ἱερεῖς, εἰς τὴν ἱερουργίαν τῶν Ἱερῶν καὶ Θείων Μυστηρίων νὰ ἔχουν τὴν Ὀρθόδοξον ἐκείνην καὶ πιστὴν γνώμην, τὴν ὁποία κρατεῖ ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία. Αὐτὴ ἡ ἐποικοδομηθεῖσα ἐπὶ τῷ θεμελίῳ τῶν Ἀποστόλων καὶ Προφητῶν, ὄντος ἀκρογωνιαίου Αὐτοῦ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, «ἐν ὧ πᾶσα οἰκοδομῇ συναρμολογουμένη αὔξει, εἰς ναὸν ἅγιον ἐν Κυρίω» (Ἐφεσ. β, 21). Διατὶ μὴν ἔχοντας οἱ ἱερεῖς τὸν σκοπὸν ὁποὺ ἔχει ἡ Ἐκκλησία, ἅς ἠξεύρουν πὼς δὲν κάνουν Μυστήριον. Καὶ ἡ μερὶς αὐτῶν μετὰ Ἰούδα» (Σελ. 293).
 
Ἀξιοπρόσεκτα σημεῖα στὴν Ἐπιστολὴ τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων εἶναι καὶ τὰ ἑξῆς:
 
A) Ἐξηγοῦν τὴν σημασία τῆς μνημονεύσεως τοῦ Ἐπισκόπου – Ἀρχιερέως κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία, ὑπογραμμίζοντες ὅτι ἡ μνημόνευση τῶν αἱρετικῶν εἶναι μολυσμὸς – ἁμαρτία. Ἡ μὴ μνημόνευση τοῦ αἱρετικοῦ ἐπισκόπου δὲν καθιστᾷ τὸ Μυστήριον ἀτέλεστον, ὅπως ἐσφαλμένως πιστεύουν οἱ οἰκουμενιστὲς καὶ οἱ συνοδοιπόροι τους. Ἡ μνημόνευση τοῦ Ἐπισκόπου σημαίνει ταυτότητα πίστεως μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ πληρώματος.
 
Β) Τονίζουν ἐπίσης, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται καμμία οἰκονομία στὴν μνημόνευση τῶν αἱρετικῶν, διότι εἶναι μιὰ βέβηλη οἰκονομία, διὰ τῆς ὁποίας συγκοινωνοῦν μὲ τοὺς αἱρετικοὺς: «Ὁ γὰρ αἱρετικὸν δεχόμενος τοῖς αὐτοῦ ὑπόκειται ἐγκλήμασι», γράφουν χαρακτηριστικά.
 
1ο Σχόλιο: «Ὅλες οἱ μνημονεύσεις δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ δεήσεις πρὸς τὸν Θεὸ στὸ ὄνομα τῆς θυσίας τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐπήγασε καὶ πηγάζει κάθε Χάρη καὶ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ» (Δημήτριος Γ. Παναγιωτόπουλος – «ΣΩΤΗΡ»).
 
2ο Σχόλιο: Εἶναι σαφὴς – ξεκάθαρη ἡ θέσῃ τοῦ Κυρίου: «οὐ γὰρ εἰσὶ δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμὶ ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. 18, 20).
 
3ο Σχόλιο: «Τὸν Ἐπίσκοπο – Ἱερέα ὁ Χριστὸς τὸν ἀποστέλλει ἐκ μέρους του καὶ ἐξ ὀνόματός του στοὺς πιστούς. Τὸν στέλλει νὰ εἶναι λειτουργὸς τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων, κῆρυξ τῆς ἀληθείας καὶ μετανοίας, ὑπερασπιστὴς καὶ διαγγελεὺς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, τῆς ἀγάπης ἐνσάρκωσις, ὑπόδειγμα βίου ὁσίου, κατὰ τὴν συμβουλὴν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρὸς τὸν Ἐπίσκοπον τῆς Ἐφέσου, μαθητὴν του Τιμόθεον» (Α' Τιμ. δ΄, 12) (Ἀρχιμ. Θεόδωρος Μπεράτης).
 
Ἐρώτημα: Ἐφ᾿ ὅσον ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ὄχι μόνον εἰς «τόπον» ἀλλὰ (ὀφείλει) καὶ εἰς «τύπον» Χριστοῦ, ἕνας μικρὸς Χριστὸς μέσα εἰς τὴν ἐπισκοπήν, ἐπιτρέπεται μέσα στὴν ὑψηλὴν καὶ ἱερὰν καὶ ἁγίαν διακονία του νὰ συμπεριλαμβάνει καὶ τὴν διάδοσιν – θεμελίωσιν τῆς παναιρέσεως τοῦ οἰκουμενισμοῦ; Τί λέτε γι᾿ αὐτό, σεβαστέ μου, π. Στέφανε;
 
4ο Σχόλιο: Ὅταν ὁ π. Αὐγουστῖνος Καντιώτης και ἄλλοι Ἐπίσκοποι τῆς Μακεδονίας εἶχαν διακόψει τὴ μνημόνευση τοῦ (αἱρετικοῦ) Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, οὐδέποτε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἔθεσε θέμα ἐγκυρότητας τῶν Μυστηρίων.
 
__________________________________
Πολυτονισμὸς ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου