Κυριακή 2 Ιουλίου 2023

Λάμπρος Σκόντζος: Ἅγιος Ἰωάννης Μαξίμοβιτς - Ὁ ἐλεήμων καί ὁμολογητής


ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητοῦ
 
Ἡ ρωσικὴ Ὀρθοδοξία ἔχει νὰ παρουσιάσει ἕνα μεγάλο νέφος ἁγίων, τὸ ὁποῖο κοσμεῖ τὸ ἁγιολογικὸ στερέωμα τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἰδιαίτερα ἀνάδειξη ἁγίων ἔχουμε στὰ νεώτερα χρόνια, ὅταν ἡ Ρωσικὴ Ἐκκλησία εἶχε εἰσέλθει στὶς γνωστὲς ἱστορικές της περιπέτειες. Ἕνα ἀπὸ τοὺς σύγχρονους ἐπιφανεῖς Ρώσους ἁγίους εἶναι καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης Μαξίμοβιτς, Ἐπίσκοπος Σαγκάης καὶ Σὰν Φρανσίσκο, τῆς ὀρθοδόξου ρωσικῆς διασπορᾶς.
 
Γεννήθηκε στὶς 4 Ἰουνίου τοῦ 1896 στὸ χωριὸ Ἀντάμοβκα τῆς ἐπαρχίας Χαρκώβστη Νότια Ρωσία. Τὸ βαπτιστικό του ὄνομα ἦταν Μιχαήλ. Οἱ γονεῖς του ὀνομάζονταν Μπόρις καὶ Γλαφύρα καὶ ἦταν ἀπόγονοι τῆς ὀνομαστῆς ἀριστοκρατικῆς καὶ εὐσεβοῦς οἰκογένειας Μαξίμοβιτς. Μάλιστα ἕνα μέλος τῆς οἰκογένειας, ὁ Ἰωάννης Μαξίμοβιτς, ὑπῆρξε ὀνομαστὸς Ἱεράρχης, Ἐπίσκοπος Τομπόλσκ, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἅγιος (ἑορτάζει στὶς 10 Ἰουνίου) καὶ τὸ τίμιο λείψανό του, παραμένει ἄφθορο στὴν πόλη Τομπόλσκ.
 
Οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του τὸν μεγάλωσαν μὲ τὴν πίστη στὸ Θεὸ καὶ τὴν εὐλάβεια στὴν Ὀρθοδοξία. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ἔδειχνε ἀπὸ μικρὸς μιὰ ἀσυνήθιστη ἀγάπη γιὰ τὸ Θεὸ καὶ ἰσχυρὴ ροπὴ νὰ ζεῖ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή. Ἂν καὶ φιλάσθενος, ἔτρωγε λίγο καὶ τηροῦσε ὅλες τίς νηστεῖες τῆς Ἐκκλησίας. Τοῦ ἄρεσε νὰ συχνάζει στὴν Ἐκκλησία καὶ ὅταν ἔπαιζε μὲ τὰ στρατιωτάκια του τὰ ἔντυνε μοναχούς. Προσευχόταν μὲ κατάνυξη πολλὲς ὧρες, στεκούμενος ὄρθιος. Τοῦ ἄρεσε νὰ συλλέγει εἰκόνες, θρησκευτικὰ βιβλία καὶ νὰ διαβάζει βίους ἁγίων. Φρόντιζε δὲ νὰ τοὺς διηγεῖται στὰ τέσσερα μικρότερα ἀδέλφια του. Μὲ τὸν ἑαυτό του ἦταν πολὺ αὐστηρὸς καὶ ἐφάρμοζε μὲ ἀκρίβεια τίς ἐκκλησιαστικὲς καὶ ἐθνικὲς παραδόσεις. Ἡ παιδαγωγός του Γαλλίδα, ἐντυπωσιάστηκε τόσο ἀπὸ τὴ βίωση τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ μαθητῆ της, τοῦ Μιχαήλ, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μεταστραφῇ καὶ νὰ βαπτιστῇ ὀρθόδοξη!
 
Στὰ 1907, σὲ ἡλικία ἕντεκα ἐτῶν, οἱ γονεῖς του ἔστειλαν τὸν Μιχαὴλ νὰ σπουδάσει στὴν Στρατιωτικὴ Σχολὴ τῆς πόλης Πολτάβα. Ἐκεῖ γνώρισε καὶ συνδέθηκε μαζί του μὲ τὸν σεβάσμιο Ἐπίσκοπο Πολτάβας Θεοφάνη, ὁ ὁποῖος ἐνθουσίασε τὸν Μιχαὴλ καὶ ἄσκησε μεγάλη ἐπιρροὴ στὴν ψυχή του. Τοῦ ἐνέπνευσε ἰσχυρὴ πίστη στὸ Θεό. Σὲ κάποια στρατιωτικὴ παρέλαση, ἐνῶ περνοῦσε μπροστὰ ἀπὸ τὸν Καθεδρικὸ ναὸ τῆς πόλεως, ὁ νεαρὸς Μιχαὴλ ἔκαμε τὸ σταυρό του, κάτι ποὺ ἀπαγόρευε τὸ στρατιωτικὸ πρωτόκολλο τὴν ὥρα τῆς παρέλασης. Οἱ συμμαθητές του τὸν περιγέλασαν καὶ οἱ καθηγητὲς ἀποφάσισαν νὰ τὸν τιμωρήσουν. Ὅμως ὁ πρίγκιπας Κωνσταντῖνος, ποὺ ἦταν ἔφορος τῆς σχολῆς πρότεινε νὰ μὴν τιμωρηθεῖ, διότι διέγνωσε σ᾿ αὐτὸν βαθειὰ θρησκευτικὴ πίστη.
 
Στὰ 1914 ἀποφοίτησε ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴ ἀκαδημία, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν ἤθελε νὰ ἀκολουθήσει στρατιωτικὴ καριέρα, ἐξεδήλωσε τὴν ἐπιθυμία νὰ σπουδάσει Θεολογία, στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Κιέβου. Οἱ γονεῖς του ἀντέδρασαν καὶ ἔτσι ἀναγκάστηκε νὰ σπουδάσει νομικὰ καὶ ἔτσι γράφηκε στὴ Νομικὴ Σχολή.
 
Τὸ 1917 ξέσπασε ἡ ὀκτωβριανὴ ἐπανάσταση στὴ Ρωσία καὶ ἡ χώρα κατελήφθη ἀπὸ τοὺς ἀθέους μαρξιστές. Στὰ 1921 ξέσπασε ἐμφύλιος πόλεμος, ὁ ὁποῖος ἀνάγκασε πολλοὺς Ρώσους νὰ καταφύγουν στὸ ἐξωτερικό. Μαζὶ μὲ αὐτούς, ἔφυγε καὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ Μιχαὴλ καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴ Γιουγκοσλαβία. Ὁ Μιχαὴλ γράφηκε στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Βελιγραδίου, ἐνῶ παράλληλα πωλοῦσε ἐφημερίδες γιὰ νὰ ζήσει.
 
Μέσα του γεννήθηκε ἡ ἐπιθυμία νὰ γίνει κληρικὸς καὶ νὰ ὑπηρετήσει τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι τὸ 1924 χειροθετήθηκε ἀναγνώστης ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Ἀντώνιο τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας στὸ Βελιγράδι. Δύο χρόνια μετά, τὸ 1926, χειροτονήθηκε διάκονος καὶ ἐκάρη μοναχός, μὲ τὸ ὄνομα Ἰωάννης, στὴν Ἱερὰ Μονὴ Μίλκοβ καὶ ἐν συνεχείᾳ χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.
 
Τὸ 1934 διορίστηκε καθηγητὴς στὴν Ἱερατικὴ Σχολὴ στὴν πόλη Βιτόλ της Σερβίας καὶ στὴ συνέχεια ἐκλέχτηκε Ἐπίσκοπος Σαγκάης. Στὴν ἀρχὴ ἀρνήθηκε, λόγῳ κάποιου προβλήματος στὴν ὁμιλία του. Ὅμως τελικὰ πείστηκε, διότι αὐτὸ τὸ θεώρησε κλήση ἀπὸ τὸ Θεό, νὰ ἐργαστῇ γιὰ τὸν εὐαγγελισμὸ τῆς ἀχανοῦς εἰδωλολατρικῆς χώρας τῆς Κίνας. Στὶς 21 Νοεμβρίου τοῦ 1934 ἔφτασε στὴν Σαγκάη, βρίσκοντας ἕναν ἡμιτελῆ ναὸ καὶ ἕνα μικρὸ ποίμνιο διχασμένο ἀπὸ ἐθνικὲς ἔριδες. Ρίχτηκε μὲ πάθος στὸν ἀγῶνα νὰ ὀργανώσῃ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Κατόρθωσε νὰ μονιάσει τοὺς πιστούς, ἀποτέλειωσε τὸ ναὸ καὶ ἵδρυσε ὀρφανοτροφεῖο, στὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Τύχωνα τοῦ Ζαντίσκο, γιὰ τὰ ὀρφανά τῆς περιοχῆς τά ὁποῖα δυστυχοῦσαν καὶ πέθαιναν ἀπὸ ἐγκατάλειψη. Περιμάζεψε περισσότερα ἀπὸ 3.500! Λειτουργοῦσε, κήρυττε καὶ μετέστρεφε στὴν Ὀρθοδοξία πλῆθος ἀνθρώπων.
 
Ὅμως ξέσπασε ἡ κομμουνιστικὴ ἐπανάσταση καὶ στὴν Κίνα καὶ ἄρχισε ἕνας ἀπηνὴς διωγμὸς κατὰ τῆς θρησκείας. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἀναγκάστηκε νὰ φύγει, παίρνοντας μαζὶ του καὶ τὰ ὀρφανὰ στὶς Φιλιππίνες καὶ ἀργότερα στὴν Ἀμερικὴ καὶ στὴν Αὐστραλία. Τὸ 1951 βρίσκεται ἐγκατεστημένος στὶς Η.Π.Α. Οἱ ἐκεῖ Ρῶσοι Ἐπίσκοποι τὸν ἔστειλαν στὴν Ἐπισκοπὴ τοῦ Παρισιοῦ καὶ τῶν Βρυξελλῶν. Ὁ Ἰωάννης δέχτηκε. Ἐκεῖ σημείωσε ἕνα ἀξιόλογο ποιμαντικὸ ἔργο, κάνοντας γνωστὴ τὴν Ὀρθοδοξία στὴν Εὐρώπη. Ἐκεῖ τοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νὰ μελετήσει τοὺς Πατέρες καὶ νὰ συγγράψει τοὺς βίους τῶν Ἁγίων, πρὶν τὴν ἀπόσχιση τοῦ Παπισμοῦ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Γιὰ πρώτη φορά γνώρισαν οἱ εὐρωπαῖοι τους ἁγίους τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς καὶ τὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα.
 
Τὸ 1962 ἐπέστρεψε στὶς Η.Π.Α. καὶ ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τοῦ Σὰν Φρανσίσκο, τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς. Ἐκεῖ ἐπιτέλεσε ἕνα ἀξιοθαύμαστο ποιμαντικὸ ἔργο καὶ ἔγιναν γνωστὲς οἱ ἀρετὲς του καὶ ἡ ἁγιότητά του. Στὶς 2 Ἰουλίου 1966, συνόδευσε στὸ Σιὰτλ τῶν Η.Π.Α. τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Κούρση. Μετὰ τὸ πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας, ἔμεινε στὸ Ἱερὸ Βῆμα προσευχόμενος γιὰ τρεῖς ὧρες. Κατόπιν ἀποσύρθηκε στὸ δωμάτιό του νὰ ἀναπαυθῇ. Κάθισε σὲ μιὰ πολυθρόνα. Ἐκεῖ ἄφησε ἤρεμα τὴν τελευταία του πνοή. Ἡ ἁγιασμένη ψυχή του πέταξε στὸν οὐρανὸ νὰ συναντήσει τὸ Χριστό, ποὺ τόσο ἀγάπησε καὶ πόθησε στὴν ἐπίγεια ζωή του. Ἀργότερα ἔγινε γνωστὸ πὼς ὁ ἅγιος εἶχε προγνώσει τὸ θάνατό του. Λίγες μέρες πρὶν εἶχε στείλει ἐπιστολὴ στὶς μοναχές τῆς Λέσνα στὴ Γαλλία, στέλνοντας τίς στερνὲς εὐλογίες του. Τὸ ἱερό του σκήνωμα μεταφέρθηκε στὸν Καθεδρικὸ Ναό τοῦ Σὰν Φρανσίσκο, ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε ὁλοκληρώσει. Ἔγινε ὁλονυκτία, μὲ τὴ συμμετοχὴ χιλιάδων πιστῶν. Κατόπιν ἔγινε λιτανεία τοῦ Λειψάνου, τὸ ὁποῖο τὸ σήκωσαν τὰ ὀρφανὰ ποὺ εἶχε φέρει ἀπὸ τὴ Σαγκάη. Ἐτάφη στὸ παρεκκλήσιο τοῦ ὑπογείου του Ναοῦ, κάτω ἀπὸ τὸ Ἱερὸ Βῆμα, στὶς 7 Ἰουλίου τὸ ἀπόγευμα.
 
Τὸ φθινόπωρο τοῦ 1993 ἡ Σύνοδος τῶν Ἐπισκόπων τῆς Ἀμερικῆς, ὑπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο τοῦ Σὰν Φρανσίσκο Ἀντώνιο, ἔκαμαν τὴν ἐκταφὴ καὶ βρῆκαν τὸ ἱερὸ λείψανό του σὲ θαυμαστῆ ἀφθαρσία! Στὶς 2 Ἰουλίου τοῦ 1994 ἔγινε ἡ ἁγιοκατάταξή του καὶ ὁρίστηκε νὰ τιμᾶται ἡ μνήμη του στίς 2 Ἰουλίου.
 
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης, ἐπειδὴ ταξίδευε συχνὰ μὲ ἀεροπλάνα, ἀνακηρύχτηκε προστάτης ὅσων ταξιδεύουν ἀεροπορικῶς.

__________________________________
Πολυτονισμὸς ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου