Σκεφθῆτε, μάλιστα, τὴν ἀπογοήτευσή του, ὅταν διαπίστωνε ὅτι οἱ ἄλλοι εἶχαν ἕναν ἄνθρωπο νὰ τοὺς βοηθήσῃ, ἐνῶ ἐκεῖνος στεκόταν μόνος καὶ παρατημένος! Ἡ μοναξιὰ καὶ ἡ ἐγκατάλειψη τοῦ παραλύτου ἦταν σίγουρα πιὸ σκληρὰ καὶ ἀπὸ τὴν χρόνια καὶ ἀνίατη ἀσθένειά του!
Κι ὅμως δὲν ἔπαψε νὰ ἐλπίζῃ καὶ νὰ περιμένῃ τὸν ἄνθρωπο. Ἀλλὰ καὶ Ἐκεῖνος δὲν τὸν λησμόνησε. Ἐκεῖνος ποὺ ἀφουγκραζόταν τὸν πόνο τῆς κάθε πονεμένης ψυχῆς καὶ τὴν σπλαγχνιζόταν, Ἐκεῖνος ποὺ θεράπευε «πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν», κάθε σωματικὴ καὶ ψυχικὴ ἀσθένεια, «γνοὺς ὅτι ὁ παράλυτος πολὺν ἤδη χρόνον εἶχε», πρόφθασε καὶ ἦρθε τὴν κατάλληλη στιγμή, πρὶν νὰ σβήση ἐντελῶς ἡ ἐλπίδα του.
























