Γράφει ὁ Ἀριστείδης Δασκαλάκης
«ἡ ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν... οὕτω κηρύσσομεν» (Συνοδικὸν τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου)
Λόγοι, ποὺ δὲν βρίσκουν πλέον εὐρεῖα ἐφαρμογή, στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας. Ζοῦμε στὴν ἐποχὴ τῶν ἐκπτώσεων, τῶν ἀποκλίσεων, τῆς ὕβρεως πρὸς τὰ Θεῖα, τῆς νομιμοποίησης τῆς ἁμαρτίας, «νῦν κρίσις ἐστὶ τοῦ κόσμου τούτου, νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἐκβληθήσεται ἔξω·» (Ἰω. 12,31). Θὰ κρημνισθῇ ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν του, ὁ ἄρχοντας αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ὁ ἀντίδικος ὅμως, μέχρι τὴν ἐκπλήρωση τῆς προφητείας, χρησιμοποιεῖ τὰ ὄργανά του, κυβερνῆτες καὶ ποιμένες, γιὰ νὰ ζημιώσῃ τὴν ἀνθρωπότητα.
Λόγοι, ποὺ δὲν βρίσκουν πλέον εὐρεῖα ἐφαρμογή, στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας. Ζοῦμε στὴν ἐποχὴ τῶν ἐκπτώσεων, τῶν ἀποκλίσεων, τῆς ὕβρεως πρὸς τὰ Θεῖα, τῆς νομιμοποίησης τῆς ἁμαρτίας, «νῦν κρίσις ἐστὶ τοῦ κόσμου τούτου, νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἐκβληθήσεται ἔξω·» (Ἰω. 12,31). Θὰ κρημνισθῇ ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν του, ὁ ἄρχοντας αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ὁ ἀντίδικος ὅμως, μέχρι τὴν ἐκπλήρωση τῆς προφητείας, χρησιμοποιεῖ τὰ ὄργανά του, κυβερνῆτες καὶ ποιμένες, γιὰ νὰ ζημιώσῃ τὴν ἀνθρωπότητα.
Ἡ πολιτεία νομοθετεῖ. Ἐναντίον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου. Ἡ διοικοῦσα ἐκκλησία πολλάκις ἐπικυρώνει ἢ τηρεῖ σιγὴ ἰχθύος. Ὁ λαὸς ἀγνοεῖ τὶς ὑποχρεώσεις ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ τὴν Ἁγία Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀπ’ τὸ Εὐαγγέλιο. Ὁ ἕνας παρασέρνει τὸν ἄλλο σὲ μιὰ ἐλεύθερη πτώση πρὸς τὴν ἄβυσσο τῆς ἀπώλειας.
Πρωτεργάτες τὰ διάφορα κέντρα ἐξουσίας, πολιτικῆς ἢ θρησκευτικῆς. Τὸ μεγάλο κέντρο θρησκευτικῆς ἐξουσίας, ἡ «Ἁγία ἕδρα (Sancta Sedes)» ἀντιλαλεῖ καὶ ἐπιταχύνει τὸ σχέδιο τοῦ Σιωνισμοῦ, ἐναντίον τῆς ἀνθρωπότητας. Τὸ Βατικανό, τὸ συνώνυμο τῆς αἵρεσης, πλέον ὁμοιάζει ὡς προϊστάμενη ἀρχὴ τῆς Ὀρθοδόξου Διοικούσας Ἐκκλησίας. Τὴν ἔχει ἤδη ἐντάξει μὲ τὸ σκοτεινὸ κίνημα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, σὲ ἕνα στροβιλισμὸ ἀπείθειας στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία βάλλεται. Βάλλεται ἀπὸ σκοτεινὲς δυνάμεις, ξένα κέντρα συμφερόντων ποὺ κινοῦν τὰ νήματα τῆς ἀνθρωπότητας.
Ἡ δαιμονικὴ αὐτὴ ἐξουσία καὶ τὰ συμπαρομαρτοῦντα δεινά της, παραχωρεῖται ἀπ᾿ τὸν Θεό, ὡς ἀντίκτυπος τῆς πτώσης καὶ τῆς ἀλλοτρίωσης τῆς ἀνθρωπότητας. Ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι ὑπὸ διωγμό. Ἁμάρτησε καὶ πληρώνει. Εἰκόνα τοῦ ἐκπεσόντος Ἑλληνορθόδοξου λαοῦ, ἀποτελεῖ ἡ ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας.
Γίναμε ἀκροατὲς μιᾶς νέας ρητορικῆς, περὶ κοινωνικῆς εὐθύνης, ἀγάπης στὸν πλησίον, ὑπακοῆς ἀδιάκριτης, οἰκονομίας. Μιὰ «οἰκονομία» ποὺ κατάντησε παρανομία. Μιᾶς πλανεμένης ἐπισκοπολατρείας καὶ μιᾶς ἀπολύτου ὑποταγῆς στὰ κελεύσματα τῆς ἐξουσίας.
Εἴδαμε νὰ ἀναγνωρίζονται μυστήρια σὲ αἱρετικούς. Παρατηρήσαμε ἐπισκόπους νὰ δωρίζουν Κοράνι ὡς ἱερὸ βιβλίο. Προκαθημένους νὰ κρύβουν ἐγκόλπια μπροστὰ σὲ λαθρομετανάστες, γιὰ νὰ μὴν στενοχωρήσουν. Μείναμε ἐμβρόντητοι μπροστὰ σὲ συμπροσευχές, συνευχὲς καὶ συλλείτουργα ἐπισκόπων τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, μὲ αἱρετικούς, μουσουλμάνους καὶ σχισματικούς.
Οἱ ἄμβωνες σιώπησαν. Σταμάτησαν νὰ ἀντηχοῦν τὸ λόγο τῆς Ἀληθείας. Δὲν ἀποτελοῦν πλέον ὁρμητήρια ὀρθοδόξου ἀγῶνα.
Ἀντ᾿ αὐτοῦ κατάντησαν ἀντηχεῖα κυβερνητικῶν ἀποφάσεων καὶ ἰατρικῶν τελεσιγράφων.
Καὶ ἀπαιτεῖται ὑπακοὴ στὴν ἐκκλησία. Τί εἶναι ἡ ἐκκλησία; Ἡ ἱεραρχία καὶ οἱ κληρικοί; Ὄχι ὁ λαός; Τί μᾶς διδάσκει ἡ Παράδοση; Ποιός ἦταν ἐκκλησία;
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἢ ὁ Ἰωάννης Καλέκας ὁ λατινόφρων; O ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς ἢ ὁ Μητροφάνης καὶ ἡ ὑπόλοιπη ἱεραρχία; Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητὴς ἢ ὅλα τὰ Πατριαρχεῖα τῆς ἐποχῆς του; O ἅγιος Κύριλλος ἢ ὁ Νεστόριος; Δὲν εἶναι οἱ ἅγιοι πρότυπα συμπεριφορᾶς καὶ μίμησης; Ἐκκλησία δὲν εἶναι καὶ ἡ θριαμβεύουσα; Οἱ ἅγιοι καὶ Πατέρες ποὺ δογμάτισαν;
Τί γίνεται ἐὰν ἡ «ἐκκλησία» (ἡ διοικοῦσα), γίνει Χριστομάχος; Τί γίνεται ὅταν συνεργεῖ, ἐπικροτεῖ καὶ προωθεῖ ἀντιορθόδοξους νόμους καὶ πρακτικές;
Ἡ διοίκηση τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας ἐκκοσμικευμένη οὖσα, ὑπακούει πολλὲς φορὲς ἀδιακρίτως στὰ κελεύσματα τῆς Δύσης. Μὲ λαμπρὲς ἐξαιρέσεις βέβαια.
Παρατηροῦμε συναθροίσεις, συνέδρια, συνευχές, συμπροσευχὲς στὸ τέλος συλλείτουργα.
Ὁ παπισμός, ἀπότοκο τοῦ σχίσματος, ἀποτέλεσε τὴ ρίζα τῆς Εὐρώπης τοῦ διαφωτισμοῦ, οἱ ἀρχὲς τοῦ ὁποίου ἀποτελοῦν τὴν ἀναίρεση τοῦ Βυζαντινοῦ πολτισμοῦ. Τῆς Ἀνατολῆς. Στηριγμένος σὲ μυθεύματα καὶ ἀφελεῖς πλαστογραφίες, καινοτομίες μὲ προέλευση τὶς παιδαριώδεις φιλοδοξίες τῶν Βαρβαρικῶν φυλῶν τῆς Δύσης, νὰ ἡγεμονεύσουν στὸν χριστιανικὸ κόσμο. Ἕνα ἀλισβερίσι μεταξὺ ἐξουσίας καὶ ἐκκλησίας τῆς Δύσης. Μεταξὺ Καρλομάγνου καὶ πάπα Λέοντα τοῦ 3ου. Ὁ πάπας στέφει αἰφνιδιαστικὰ καὶ παρανόμως αὐτοκράτορα τὸν Καρλομάγνο καὶ ὁ δεύτερος ἐνισχύει τὸν πρῶτο ἐξυπηρετῶντας τον, σὲ φιλοδοξίες ἐξουσιαστικῶν προνομίων ἔναντι τῆς Νέας Ρώμης. Τῆς Κωνσταντινούπολης. Αὐτὸς ὁ πάπας ἦταν ποὺ εἶχε ἀρχικὰ ἀρνηθεῖ τῆς ἐφεύρεση τοῦ Filioque , προερχόμενου ἀπ᾿ τὸ Τολέδο τῆς Ἱσπανίας. Παρ' ὅλα αὐτὰ ἡ διαφοροποίηση εἶχε ἤδη ξεκινήσει, καθότι μιὰ νέα αὐτοκτατορία στὴ Δύση, χρειαζόταν ἰσχυρὸ θρησκευτικὸ ἔρεισμα γιὰ νὰ ἑδραιωθῇ. Κι αὐτὸ ἦταν ἕνας διαφοροποιημένος χριστιανισμός, μιὰ αἵρεση ποὺ βασίστηκε σὲ ἕνα σωρὸ πλαστογραφίες. Ψευδοϊσιδώρειες διατάξεις, τὸ Ἀλάθητο, διαφορετικὸ σημεῖο σταυροῦ, Εὐχαριστία μὲ ἄζυμο ἄρτο, διαφοροποίηση Βαπτίσματος καὶ Χρίσματος καὶ πολλὲς ἄλλες καινοτομίες. Παραποίηση καὶ παρανόηση τῶν διατυπώσεων τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας, πλαστογραφήσεις τῆς Ἱστορίας, εὔληπτα ὅλα γιὰ τὸν ἀγράμματο λαὸ τῆς Δύσης, ὥστε νὰ ἐμπεδωθῇ καθολικὰ ἡ συνείδηση μιᾶς διαφοροποιημένης θρησκείας, ποὺ θὰ στήριζε μιὰ νέα αὐτοκρατορία. Τὸ ἀντίπαλο δέος τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας.
Ὁ στόχος τότε ἦταν νὰ ἐξυπηρετηθοῦν σκοπιμότητες πολιτικὲς καὶ φιλοδοξίες θρησκευτικές. Ὁ στόχος σήμερα εἶναι ὁ ἴδιος σὲ μεγαλύτερη κλίμακα. Ἡ αὐτοκρατορία τῆς Δύσης, δίνει τὴ θέση της στὴν κοσμοκρατορία κέντρων ἐξουσίας, μὲ δούρειο ἵππο τὴν ἐκκλησία καὶ τὴν πίστη. Ὁ πάπας, ὁ ἄρχων τῆς αἵρεσης, τοποθετεῖται ὡς ἄρχων ἑνὸς συνονθυλεύματος θρησκειῶν μέσα στὸ ὁποῖο θέλουν νὰ ρίξουν καὶ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἡ ὁποία δὲν εἶναι θρησκεία, ἀλλὰ ἡ ἀποκάλυψη τῆς Ἀληθείας, ἀπ᾿ τὸν Δημιουργὸ τῶν πάντων.
Ὁ καταλύτης εἶναι τὸ κίνημα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, μιὰ ἄλλη ἐφεύρεση τοῦ Παπισμοῦ, μέσα στὸ ὁποῖο εἶναι ἐνταγμένο καὶ μεγάλος μέρος τῆς Διοικούσας Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας.
Πῶς μποροῦμε νὰ συνομιλοῦμε καὶ νὰ διαπραγματευόμαστε μὲ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Κυρίου; Πῶς ἀνεχόμαστε τὸν πάπα νὰ ἐμφανίζεται σὲ ἀκολουθίες στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίου Γεωργίου στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο;
Πῶς ἀνεχόμαστε παπικοὺς κληρικοὺς νὰ τριγυρνοῦν σὲ Ἱεροὺς Ναοὺς τῆς χώρας μᾶς, καλεσμένοι, μητροπόλεων καὶ ἐνοριῶν;
Τί μᾶς δίδαξαν οἱ ἅγιοι τῆς ἐκκλησίας μας; Ποιά παρακαταθήκη μᾶς ἄφησαν;
Μέγας ὑπερασπιστὴς τῆς πίστεως καὶ τοῦ δόγματος. Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ ἐπίσκοπος Μύρων της Λυκίας.
Ὁ ἅγιος Νικόλαος ἔλαβε μέρος στὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (στὴ Νίκαια τὸ 325 μ.Χ.), ὅπου ξεχώρισε γιὰ τὴ σοφία καὶ τὴν ἠθική του τελειότητα. Ξεχώρισε στὴν Α` Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἐναντίον τοῦ Ἀρείου ποὺ πρέσβευε καὶ διαλαλοῦσε περίτρανα ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι Θεός, ἀλλὰ κτίσμα καὶ ποίημα τοῦ Θεοῦ. Βλέποντας σὲ κάποιο χρονικὸ σημεῖο ὁ Ἅγιος Νικόλαος, ὅτι ὁ Ἄρειος προσπαθεῖ νὰ ἀποστομώσῃ τοὺς Ἀρχιερεῖς, κινούμενος ἀπὸ Ἱερὴ ἀγανάκτηση σηκώθηκε καὶ κατάφερε δυνατὸ ράπισμα στὸν Ἄρειο. Ὁ λόγος ποὺ ὁ ἅγιος Νικόλαος χαστούκισε τὸν αἱρετικὸ δὲν ἦταν τὸ μῖσος καὶ ἡ ἀποβολὴ τῆς ἀγάπης κατὰ ἑνὸς φυσικοῦ προσώπου (Ἄρειος), ἀλλὰ ἡ ἐμμονὴ στὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν Θεό. «Κανόνα πίστεως καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας Διδάσκαλον..» ξεκινᾶ τὸ ἀπολυτίκιο τοῦ Ἁγίου.
Δὲν πρόκειται γιὰ μιὰ ἐμπαθὴς χειρονομία, ἀλλὰ γιὰ ἀποτέλεσμα τῆς θεολογικῆς ἀκρίβειας, συνοδευόμενης ὅμως ἀπὸ ἕνα ἐσωτερικὸ βίωμα, ἀντίστοιχο τοῦ ὁποίου μποροῦμε νὰ βροῦμε μόνο στὴν ἁγιογραφικὴ διήγηση τῆς ἀπομάκρυνσης τῶν ἐμπόρων ἀπὸ τὸν ναό, ἀπὸ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ.
Ὁ ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς στὰ ἑκατὸ πρακτικὰ κεφάλαια μᾶς τονίζει: «Ὁ θυμός, περισσότερο ἀπὸ τὰ ἄλλα πάθη, ταράζει καὶ συγχύζει τὴν ψυχή, κάποτε ὅμως καὶ τὴν ὠφελεῖ πολύ. Γιατί ὅταν τὸν μεταχειριζόμαστε χωρὶς ταραχὴ κατὰ τῶν ἀσεβῶν ἢ ἀσελγῶν , γιὰ νὰ σωθοῦν ἢ νὰ ντραποῦν, τότε προσθέτουμε πραότητα στὴν ψυχή μας, γιατί συμβαδίζουμε μὲ τὸν σκοπὸ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀγαθότητας τοῦ Θεοῦ».
Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος τονίζει ὅτι: «Λέγοντας ὁ Πάπας πὼς εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἐξώρισε ἀπὸ τὴν δυτικὴ Ἐκκλησία τὸν Δεσπότη πάντων Χριστόν, καὶ ἔτσι ἔμεινε ἡ δυτικὴ Ἐκκλησία χήρα ἀπὸ τὸν Χριστό».
Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης συνεχίζει: «Εἰ Μοναχοὶ εἰσὶν τινὲς ἐν τοῖς νῦν καιροῖς, δειξάτωσαν ἐπὶ τοῖς ἔργοις. Ἔργον δὲ Μοναχοῦ ἐστὶν μηδὲν ἀνέχεσθαι καινοτομεῖσθαι τὸ Εὐαγγέλιον».
Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: «Αἱρετικοὶ δὲ ὀνομάζονται ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ἡ διαφορὰ παρευθὺς καὶ ἀμέσως εἶναι περὶ τῆς εἰς Θεὸν πίστεως, ἤτοι οἱ κατὰ τὴν πίστιν καὶ τὰ δόγματα χωρισμένοι ἀπὸ τοὺς ὀρθοδόξους καὶ παντελῶς ἀπομεμακρυσμένοι».
Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός: «Φεύγετε τοὺς Παπικοὺς ὡς φεύγει τις ἀπὸ ὄφεως καὶ ἀπὸ προσώπου πυρός».
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Οὐδὲν ὠφελεῖ βίος ὀρθὸς δογμάτων διεστραμμένων». (ΕΠΕ 23, 492 - 494)
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης: «Οὐδεμία ἄλλη Χριστιανικὴ Ὁμολογία ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία».
Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Φιλοθεΐτης: «Ὁ μὴ πιστεύων κατὰ τὴν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας ἄπιστος ἐστιν».
Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Κατουνακιώτης: «Ὁ Οἰκουμενισμὸς ἔχει πνεῦμα πονηρίας καὶ κυριαρχεῖται ἀπὸ ἀκάθαρτα πνεύματα».
Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης: «Οἰκουμενισμός, καὶ κοινὴ ἀγορά, ἕνα κράτος μεγάλο, μιὰ θρησκεία στὰ μέτρα τους. Αὐτὰ εἶναι σχέδια διαβόλων. Οἱ Σιωνιστὲς ἑτοιμάζουν κάποιον γιὰ Μεσσία. Εἶναι καὶ μερικοὶ ποὺ ξεκινοῦν μὲ καλὴ διάθεση. Ἀλλά, ὅταν μαζεύονται τί μάγοι, τί πυρολάτρες, τί Προτεστάντες, ἕνα σωρό - ἄκρη δὲν βρίσκεις - γιὰ νὰ φέρουν τὴν εἰρήνη στὸν κόσμο, πῶς νὰ βοηθήσουν; Ὁ Θεὸς νὰ μὲ συγχωρέσει, αὐτὰ εἶναι κουρελοῦδες τοῦ διαβόλου».
Αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλὰ ὁμολογοῦν οἱ ἅγιοι τῆς ἐκκλησίας μας γιὰ πάπα καὶ οἰκουμενισμό.
Τὰ τελευταῖα χρόνια εἴμαστε δέκτες ἢ ἀκροατὲς νέων ὁρολογιῶν, ὅρων καὶ νεολογισμῶν. Νέες λέξεις ἢ λέξεις μὲ ἀλλαγμένο νόημα ἢ νέα ἑρμηνεία. Τὸ περίφημο λεξικὸ τοῦ οἰκουμενισμοῦ.
Τοῦ κινήματος ποὺ εἶναι ὁ δούρειος ἵππος, ποὺ θὰ ἐπιτρέψῃ στὴ στρατιὰ τῶν αἱρετικῶν καὶ πλανεμένων, νὰ ἡγεμονεύσουν στὸ παγκόσμιο θρησκευτικὸ στερέωμα. Εἶναι μιὰ πτυχή, μιὰ διάσταση τῆς παγκοσμιοποίησης.
Αὐτὸς ὁ δούρειος ἵππος κατασκευάστηκε κυρίως γιὰ τὸ ἀπόρθητο κάστρο τῆς Ὀρθοδοξίας. Φύλακές του, οἱ Ἅγιοι Πατέρες καὶ Ὁμολογητές, οἱ ἐξόριστοι Ἐπίσκοποι ποὺ δεινοπάθησαν στὴν ἐξορία, οἱ Μάρτυρες, τὰ μυρίπνοα ἄνθη τῆς πίστεως, οἱ Ἀπόστολοι, ἀνὰ τοὺς αἰῶνες. Κι αὐτὸ τὸ κάστρο ἔχει γύρω του τάφρο πλατιὰ καὶ βαθιά. Γεμάτη αἷμα. Τὸ αἷμα τῶν Ἁγίων ὁμολογητῶν ποὺ μέσα του πνίγονται ὅλοι οἱ ἐχθροὶ τῆς πίστεως, ποὺ προσπαθοῦν νὰ γκρεμίσουν τὸ κάστρο αὐτό.
Κατὰ τὸν γέροντα Ἀθανάσιο Μυτιληναῖο ὁ οἰκουμενισμὸς εἶναι ὁ τελευταῖος πρόδρομος τοῦ Ἀντιχρίστου. Εἶναι ἡ αἵρεση ἐκείνη ποὺ ἀναγνωρίζει τὴν ἀλήθεια σὲ ὅλες τὶς αἱρέσεις. Γι᾿ αὐτὸ καὶ λέγεται «παναίρεση» (Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς).
Τί εἶναι ὅμως αἵρεση; Σημαίνει ἐπιλογὴ καὶ προτίμηση ἑνὸς μέρους τῆς ἀλήθειας εἰς βάρος ὁλόκληρης τῆς ἀλήθειας. Τῆς καθολικῆς ἀλήθειας. Εἶναι τὸ ἀντίθετο τῆς καθολικότητας. Ἀπολυτοποιεῖ μιὰ πτυχὴ τῆς βιωματικῆς βεβαιότητας τῆς Ἐκκλησίας κι ἔτσι σχετικοποιεῖ ἀναπόφευκτα ὅλες τὶς ἄλλες.
Τί εἶναι ὅμως αἵρεση; Σημαίνει ἐπιλογὴ καὶ προτίμηση ἑνὸς μέρους τῆς ἀλήθειας εἰς βάρος ὁλόκληρης τῆς ἀλήθειας. Τῆς καθολικῆς ἀλήθειας. Εἶναι τὸ ἀντίθετο τῆς καθολικότητας. Ἀπολυτοποιεῖ μιὰ πτυχὴ τῆς βιωματικῆς βεβαιότητας τῆς Ἐκκλησίας κι ἔτσι σχετικοποιεῖ ἀναπόφευκτα ὅλες τὶς ἄλλες.
Ἡ Ἐκκλησία ἀντέδρασε στὶς αἱρέσεις ἐπισημαίνοντας τὰ ὅρια τῆς ἀλήθειας της, δηλαδὴ τὴ βιωματικὴ ἐμπειρία τῶν πρωτοχριστιανικῶν χρόνων. Ἀρχικὰ αὐτὸ ποὺ σήμερα ὀνομάζουμε δόγμα τότε ὀνομαζόταν ὅρος, δηλαδὴ ὅριο, σύνορο τῆς ἀλήθειας.
Τὰ σημερινὰ δόγματα, εἶναι οἱ ὅροι τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ θεωρητικὲς ἐκεῖνες ἀποφάσεις ποὺ διατυπώνουν τὴ σωτηριολογικὴ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, βάζοντας ἔτσι ἕνα ὅριο ἀνάμεσα σ’ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια καὶ στὴν παραφθορά της ἀπὸ τὴν αἵρεση.
Αὐτὸ λοιπὸν ποὺ ὀνομάζουμε σήμερα δόγμα ἐμφανίζεται ὅταν ἡ ἐμπειρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀλήθειας ἔρχεται νὰ ἀπειλήσῃ ἡ αἵρεση.
Γι᾿ αὐτὰ τὰ ὅρια μᾶς μιλάει ὁ Μέγας Βασίλειος: «πᾶν μὲν ὅριον Πατέρων κεκίνηται, πᾶς δὲ θεμέλιος καὶ εἰ τί ὀχύρωμα δογμάτων διασαλεύεται. Κλονεῖται δὲ πάντα καὶ κατασείεται σαθρὰ τὴ βάσει ἐπαιωρούμενα» (Μ. Βασιλείου, PG. 32, 212-213).
Καὶ οἱ Πατέρες δογμάτισαν. Μίλησαν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ κατανίκησαν τὶς αἱρέσεις.
Σήμερα βέβαια κυριαρχεῖ ἡ πνευματικὴ σήψη κι ἔχουν πέσει οἱ ἄμυνες καὶ οἱ πόρτες τοῦ κάστρου εἶναι διάπλατα ἀνοιχτές. Καὶ δυστυχῶς οἱ φύλακες ἐκλείπουν. Ἢ εἶναι λιγοστοί.
Ὁ οἰκουμενισμὸς χρησιμοποιεῖ λεκτικὰ ὅπλα γιὰ νὰ ἀγγίξῃ τὸ συναίσθημα τῶν πιστῶν:
1) Μᾶς λέει ὅτι πρέπει νὰ ἀγαπᾶμε τὸν πλησίον μας. Στὰ πλαίσια αὐτῆς τῆς ἀγάπης λοιπὸν κι ἐπειδὴ στοχεύουμε στὴ σωτηρία τοῦ αἱρετικοῦ, πρέπει νὰ ἀγαπήσουμε ὅ,τι νέο πρεσβεύει καὶ νὰ τὸ ἀσπασθοῦμε. Τοὺς ἁμαρτωλοὺς τοὺς ἀγαπᾶμε. Ὄχι τὴν ἁμαρτία. Οὔτε ἐπίσημους φορεῖς ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν ποὺ νομιμοποιοῦν τὴν ἁμαρτία (σωματεῖα ὁμοφυλοφίλων, κόμματα παιδεραστῶν, αἱρετικὲς ὀργανώσεις κ.α.) Τὸν κάθε ἄνθρωπο ξεχωριστὰ καὶ ἰδιαιτέρως τὸν ἀγαπᾶμε διότι εἶναι εἰκόνα Θεοῦ. Ὄχι ὅμως καὶ ὁμάδες ἁμαρτωλῶν, αἱρετικῶν, πλανεμένων ἀνθρώπων. Δὲν θὰ νομιμοποιήσουμε τὴν ἁμαρτία χάριν μιᾶς τέτοιας ἐπίπλαστης ἀγάπης. Μιᾶς ἀγάπης ἀλλότριας ἀπ’ αὐτὴν ποὺ κήρυξε ὁ Χριστός. Ἀγάπη ἀπ’ τὴν ὁποία ἀπουσιάζει ὁ Χριστός.
Στὸ εὐαγγέλιο ὁ Κύριος μᾶς λέει:
«Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστιν μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστιν μου ἄξιος» (Ματθαῖος, ι΄:37-39) καὶ «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεὸν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου. αὕτη πρώτη ἐντολὴ» (Μάρκ. 12,30)
«Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστιν μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστιν μου ἄξιος» (Ματθαῖος, ι΄:37-39) καὶ «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεὸν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου. αὕτη πρώτη ἐντολὴ» (Μάρκ. 12,30)
2) Κατηγορεῖ ὅσους ἀγωνίζονται κατὰ τῶν λυμεώνων τῆς πατρόας πίστης, ὅτι κατακρίνουν καὶ ἱεροκατακρίνουν. Μᾶς λέει ὅτι τὸν ἁμαρτωλὸ πρέπει νὰ τὸν καλύπτουμε. Ὅμως οἱ Πατέρες διαφορετικὰ ἀντιμετώπισαν τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ διαφορετικὰ τὸν αἱρετικό. Σὲ ὅλους αὐτοὺς ἀπαντᾶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Τό, Μὴ κρίνετε ἵνα μὴ κριθῆτε, περὶ βίου ἐστίν, οὐ περὶ πίστεως» (P.G. 63, 231-232).
Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης εἶναι κατηγορηματικός: «Εἶναι ἐντολὴ Κυρίου νὰ μὴ σιωπᾷ κάποιος σὲ περίσταση ποὺ κινδυνεύει ἡ Πίστη. Διότι λέγει "Λάλει καὶ μὴ σιωπήσης" [Πράξ. 18, 9]. καὶ "Ἐὰν ὑποχωρήση δὲν εὐδοκεῖ ἡ ψυχὴ μου σ᾿ αὐτόν'' [Ἑβρ. 10,38]. Kαὶ «Ἂν αὐτοὶ σιωπήσουν, οἱ λίθοι θὰ κράξουν» [Λουκ. 19, 40]. Ὥστε ὅταν πρόκειται περὶ πίστεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πῇ κανεὶς "Ἐγὼ ποιός εἶμαι;"».
3) Μᾶς λέει ὅτι δὲν πρέπει νὰ τρέφουμε μῖσος γιὰ τοὺς αἱρετικούς, καθ᾿ ὅτι ὁ ἀντιαιρετικὸς ἀγῶνας ἀποπνέει μῖσος καὶ φθόνο.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀπαντᾶ: «τῷ λόγῳ διώκω οὐ τὸν αἱρετικόν, ἀλλὰ τὴν αἵρεσιν, οὐ τὸν ἄνθρωπο ἀποστρέφομαι ἀλλὰ τὴν πλάνην μισῶ, καὶ ἐπισπάσασθαι βούλομαι» (PG 50, 701).
Εἶχε μῖσος πρὸς τὸν ἄνθρωπο ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὅταν χαστούκισε τὸν Ἄρειο; Μῖσος διακατεῖχε τὸν Ἅγιο Μᾶρκο τὸν Εὐγενικὸ ὅταν σὲ ἐπιστολὴ του πρὸς τὸν ἐπίσκοπο Θεοφάνη χαρακτηρίζει τοὺς αἱρετικοὺς ὡς «ἀλιτήριους» καὶ «καθάρματα»;
Ἦταν ἄνθρωπος τοῦ μίσους ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ὅταν καταριόταν τὸν πάπα;
Μᾶλλον ἀγάπησαν πολὺ τὸν Χριστό, περισσότερο ἀπ᾿ τὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν ἄντεξαν τὴν προσβολὴ πρὸς τὸ Πρόσωπό του.
Μᾶλλον ἀγάπησαν πολὺ τὸν Χριστό, περισσότερο ἀπ᾿ τὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν ἄντεξαν τὴν προσβολὴ πρὸς τὸ Πρόσωπό του.
Ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης μᾶς λέει ὅτι «Γιὰ νὰ συμπροσευχηθοῦμε μὲ κάποιον, πρέπει νὰ συμφωνοῦμε στὴν πίστη».
Κι ἂν δὲν συμφωνοῦμε, τότε σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση καὶ τοὺς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας αὐτὸ ἐπισύρει ποινή:
Κανὼν ΞΕ' τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων:
"Εἴ τις Κληρικός, ἢ Λαϊκὸς εἰσέλθοι εἰς συναγωγήν Ἰουδαίων, ἢ αἱρετικῶν προσεύξασθαι, καὶ καθαιρείσθω, καὶ ἀφοριζέσθω".
"Εἴ τις Κληρικός, ἢ Λαϊκὸς εἰσέλθοι εἰς συναγωγήν Ἰουδαίων, ἢ αἱρετικῶν προσεύξασθαι, καὶ καθαιρείσθω, καὶ ἀφοριζέσθω".
Κανὼν ΟΑ΄ τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων:
"Εἴ τις Χριστιανὸς ἔλαιον ἀπενέγκοι εἰς ἱερὸν ἐθνῶν, ἢ εἰς συναγωγήν Ἰουδαίων ἐν ταῖς ἑορταῖς αὐτῶν, ἢ λύχνους ἅπτοι, ἀφοριζέσθω".
"Εἴ τις Χριστιανὸς ἔλαιον ἀπενέγκοι εἰς ἱερὸν ἐθνῶν, ἢ εἰς συναγωγήν Ἰουδαίων ἐν ταῖς ἑορταῖς αὐτῶν, ἢ λύχνους ἅπτοι, ἀφοριζέσθω".
Κανὼν ΛΒ' τῆς ἐν Λαοδικεὶᾳ Τοπικῆς Συνόδου:
"ὅτι οὐ δεῖ αἵρετικῶν εὐλογίας λαμβάνειν, αἵτινες εἰσὶν ἀλογίαι μᾶλλον, ἢ εὐλογίαι".
"ὅτι οὐ δεῖ αἵρετικῶν εὐλογίας λαμβάνειν, αἵτινες εἰσὶν ἀλογίαι μᾶλλον, ἢ εὐλογίαι".
Κανὼν ΛΖ΄ τῆς ἐν Λαοδικεὶᾳ Τοπικῆς Συνόδου:
"ὅτι οὐ δεῖ παρὰ τῶν Ἰουδαίων ἢ αἱρετικῶν τὰ πεμπόμενα ἑορταστικὰ λαμβάνειν, μηδὲ συνεορτάζει αὐτοῖς".
Κανὼν ΛΓ' τῆς ἐν Λαοδικεὶᾳ Τοπικῆς Συνόδου:
"ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἢ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι".
Ἀπ’ ὅ,τι καταλαβαίνουμε δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸ οὔτε ἡ συνευχή, οὔτε ἡ συμπροσευχή , οὔτε βέβαια τὸ συλλείτουργο .
4) Ἐπιμένει ὅτι πρέπει νὰ ὑπακοῦμε στὴν ἐπισκοπικὴ ἀρχή, στὸν πνευματικό μας, στὴ Σύνοδο κ.ο.κ. Ἀκόμα κι ἂν αὐτὸ ἀφορᾶ ἀνήθικη ἁμαρτία ἢ αἵρεση; Ἡ ἀδιάκριτη καὶ τυφλὴ ὑπακοὴ εἶναι ἴδιον τῆς Ὀρθοδοξίας;
Δὲν εἶπε ὁ Ἀπ. Παῦλος «ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ’ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω»; (Γαλ. 1, 8)
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος δὲν εἶπε ὅτι «Ἐὰν ὁ ἐπίσκοπος ἢ ὁ πρεσβύτερος, οἱ ὄντες ὀφθαλμοὶ τῆς Ἐκκλησίας, κακῶς ἀναστρέφωνται καὶ σκανδαλίζωσι τὸν λαόν, χρὴ αὐτοὺς ἐκβάλλεσθαι. Συμφέρον γὰρ ἄνευ αὐτῶν συναθροίζεσθαι εἰς εὐκτήριον οἶκον, ἢ μετ αὐτῶν ἐμβληθῆναι ὡς μετὰ Ἄννα καὶ Καϊάφα εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός»;
Ὁ ἅγιος γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος τονίζει : «τὸ σέβας στοὺς ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς καὶ μεγαλυτέρους ἀναφέρεται στὸν ἴδιο τὸ Χριστό. Ἐὰν ὅμως εἶναι αἱρετικοὶ τότε πειθαρχοῦμε μόνο στὸ Θεό».
5) Ὑποστηρίζει ὅτι δὲν κατέχουμε μόνο ἐμεῖς τὴν ἀλήθεια. Θὰ ἦταν μεγάλη ἔπαρση νὰ νομίζουμε κάτι τέτοιο. Τότε θὰ ἔπρεπε νὰ ψέξουμε τὸν Ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητὴ ποὺ μόνος κι ἔρημος (χωρὶς νὰ εἶναι κἂν ἐπίσκοπος) ἀπέναντι σὲ ὅλη τὴ Ἐκκλησιαστικὴ δύναμη τῆς ἐποχῆς (ποὺ τότε ἐπηρέαζε ἀρκετὰ καὶ τὴν πολιτικὴ ἐξουσία) ὕψωσε τὸ λάβαρο τοῦ ἀγῶνα καὶ τῆς ἀκοινωνησίας χωρὶς νὰ πτοηθῇ. Ἦταν ἐγωιστὴς ὁ Ἅγιος; Ἦταν ἐγωιστὲς ὅλοι οἱ μάρτυρες ποὺ μαρτύρησαν ἐξ αἰτίας αἱρέσεων ποὺ σήμερα ἀναγνωρίζονται ὡς ἐκκλησίες;
6) Ἀρχίζουν καὶ ἀναφύονται ἐκκλησιαστικὲς ἀκαδημίες ἢ ὀργανωμένα σεμινάρια ποὺ διδάσκουν τὸν οἰκουμενισμὸ (ὡς ὠφέλιμο).
Στὸ δεύτερο κεφάλαιο τοῦ διατάγματος περὶ οἰκουμενισμοῦ τῆς Β΄ Βατικάνειας Συνόδου στὴν παράγραφο 10 μᾶς λέει:
«Τὰ θεολογικὰ μαθήματα, ὡς καὶ τὰ ἄλλα, ἰδίως τὰ ἱστορικά, ἐπιβάλλεται νὰ διδάσκονται ὑπὸ οἰκουμενικὸν πνεῦμα, ὥστε νὰ ἀνταποκρίνονται καλύτερον εἰς τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων. Εἶναι ὄντως λίαν σημαντικὸν ποιμένες καὶ ἱερεῖς νὰ κατέχουν τὴν θεολογίαν ἐπεξειργασμένην κατ᾿ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν τρόπον καὶ οὐχὶ ἀντιρρητικῶς, πρωτίστως εἰς τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς σχέσεις τῶν διϊσταμένων πρὸς τὴν Καθολικὴν Ἐκκλησίαν ἀδελφῶν. Διότι ἐκ τῆς καταρτίσεως τῶν ἱερέων ἐξαρτᾶται τὰ μέγιστα ἡ ἀναγκαία ἀγωγὴ καὶ ἡ πνευματικὴ μόρφωσις τῶν πιστῶν καὶ τῶν μοναχῶν.»
Βιώνουμε τὴν μετάλλαξη τῆς θεολογίας. Ἐπιστρατεύεται νέα θεολογία. Ἡ λεγόμενη μεταπατερική.
Ἀκαδημαϊκοὶ ἐπιστρατεύονται σὲ ἕνα ξέφρενο ἀγῶνα καριέρας καὶ διακρίσεων καὶ κηρύττουν ἀπροκάλυπτα τὴν αἵρεση πλανεύοντας κλῆρο καὶ λαό, «Καὶ ἐν ὑμῖν ἔσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οἵτινες παρεισάξουσιν αἱρέσεις ἀπωλείας» (Ἀπ. Πέτρος – Β΄ Πέτρ. β΄ 1)
7) Μᾶς προτρέπει γιὰ οἰκονομία. Ποιά οἰκονομία ποὺ ἐπιτρέπει σὲ παπικοὺς νὰ ἐκκλησιάζονται σὲ ὀρθόδοξους ναούς, σὲ ἱερεῖς νὰ ὑπερασπίζονται τὴν αἵρεση, σὲ ἀρχιερεῖς νὰ συνεύχονται, νὰ συνπροσεύχονται, νὰ ἀνακοινώνουν τὸ ἐπερχόμενο "κοινὸ ποτήριο", νὰ ἐπιτρέπουν σὲ αἱρετικοὺς νὰ εἰσβάλουν στὴν Ἁγία Τράπεζα, ἔχει κάποια ὠφέλεια γιὰ τὰ μέλη ἢ τὸ σύνολο τῆς Ἐκκλησίας;
Εἶναι χαρακτηριστικὸ ἐν προκειμένῳ τὸ περιστατικὸ ποὺ συνέβη ἐπὶ Πατριαρχίας τοῦ Κ/πόλεως Γερμανοῦ Β΄ (1222-1240), ὅταν ἡ Πατριαρχικὴ Σύνοδος θέλησε νὰ φανῇ πρὸς στιγμὴν ἐπιεικὴς καὶ νὰ ἐπιτρέψῃ στὴ Κυπριακὴ Ἱεραρχία «κατ’ οἰκονομίαν» νὰ συμμορφωθῇ μὲ ὁρισμένους ὅρους ποὺ ἔθεσαν οἱ Λατῖνοι κατακτητές. Μόλις ἔγινε γνωστὴ ἡ ἀπόφαση ἐξοργισμένα πλήθη κληρικῶν, μοναχῶν καὶ λαϊκῶν εἰσόρμησαν στὴν αἴθουσα τῆς συνεδριαζούσης Συνόδου καὶ ἀφοῦ δήλωσαν ὅτι τὴ συμμόρφωση αὐτὴ τὴ θεωροῦν ἄρνηση τῆς πίστεως ἀπαίτησαν ἀπὸ τὸν Πατριάρχη τὴν ἀνάκληση τῆς ἀποφάσεως. Ἡ Πατριαρχικὴ Σύνοδος σεβομένη τὴν συνείδηση τοῦ πιστοῦ λαοῦ ἀνακάλεσε τὴν κατ᾿ οἰκονομία ληφθεῖσα ἀπόφασή της.
Σήμερα ἐγχειρίσαμε τὴν ἀγάπη μὲ τὸ νυστέρι τῆς λογικῆς. Ὅ,τι ἐντελώμεθα ἀπ᾿ τὸν Θεὸ περνάει ἀπ᾿ τὸ κόσκινο τῆς λογικῆς. Ἀκόμα καὶ ἡ ἀγάπη.
Καὶ τὸ μεγάλο κακὸ ἔρχεται ὅταν καταξιωμένοι στὴ συνείδηση τοῦ ποιμνίου, κληρικοί , εὐαγγελίζονται μιὰ ἄλλη «ἀγάπη», ποὺ δὲν χωρᾶ Θεό. Ποὺ ὑπόκειται σὲ κρίση, σὲ διάλογο, σὲ συζήτηση. Ποὺ δὲν δρᾶ μὲς στὸν κόσμο ἀλλὰ δρᾶ μὲ τὸν κόσμο. Ποὺ παραδίδεται στὸ πνεῦμα τῶν καιρῶν, στὸ πνεῦμα τοῦ διαβόλου. Ποὺ ὑπόκειται στὸν ἔλεγχο ὄχι τῆς συνείδησης, ἀλλὰ τῆς λογικῆς.
Σήμερα λείπει ὁ λόγος ὁ προφητικός. Ἡ κραυγὴ ἀγωνίας τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Τοῦ μακαριστοῦ Αὐγουστίνου Καντιώτη.
Δὲν ὑπάρχει χρόνος γιὰ πίστη στὸν Θεό. Γιὰ ἀγάπη στὸν Κύριο. Προέχει ἡ «ἀγάπη» στὸν πλησίον. Ἀλλὰ αὐτὸς ὁ πλησίον εἶναι ὁ ἴδιος μας ὁ ἑαυτός. Στὸ πρόσωπο τῶν ἄλλων δικαιώνουμε τὰ δικά μας πάθη. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ κάλπικη «ἀγάπη» ποὺ δίνει ἄφεση ἁμαρτιῶν στὸν ἀμετανόητο πλησίον καὶ σ’ ἐμᾶς, μᾶς ὁδηγεῖ στὸν γκρεμὸ καὶ στὴν ἀπώλεια κατὰ τὸ «τυφλὸς δὲ τυφλὸν ἐὰν ὁδηγῇ, ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται» (Ματθ. 15,14).
Αὐτὴ τὴν «ἀγάπη» ποὺ δέχεται τὴν ἁμαρτία (καὶ ὄχι τὸν ἁμαρτωλὸ ἐν μετανοίᾳ) ἀντὶ νὰ τὴν ξορκίζῃ ἡ νέα τάξη πραγμάτων στὴν ἐκκλησία μας, μὲ τοὺς δημοφιλεῖς καὶ περισπούδαστους κληρικούς, τὴν συντηρεῖ καὶ τὴν ἐπαυξάνει.
Μεγάλο μέρος τῆς ἱεραρχίας καθεύδει πλέον. Μᾶς προετοίμασαν οἱ ἅγιοί μας.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Μαξίμοβιτς μᾶς λέει: «Στὰ ἔσχατα χρόνια τὸ κακὸ καὶ ἡ αἵρεση θὰ ἔχει τόσο ἐξαπλωθεῖ ποὺ οἱ πιστοὶ δὲν θὰ βρίσκουν ἱερέα καὶ ποιμένα νὰ τοὺς προστατέψῃ ἀπὸ τὴν πλάνη καὶ νὰ τοὺς συμβουλέψῃ στὴ σωτηρία. Τότε οἱ πιστοί, δὲν θὰ μποροῦν νὰ δεχτοῦν ἀσφαλεῖς ὁδηγίες ἀπὸ ἀνθρώπους ἄλλα ὁδηγός τους θὰ εἶναι τα κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων. Ἰδίως σὲ αὐτὴν τὴν ἐποχὴ ὁ κάθε πιστὸς θὰ εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας».
Ὁ γέρων Γαβριὴλ Διονυσιάτης: «Ὀφείλουμε ὑπακοὴ στοὺς Δεσποτᾶδες μας, στοὺς πνευματικούς μας, ὅταν ὀρθοτομοῦν τὸν λόγο τῆς ἀληθείας. Ὅταν ὅμως δὲν ὀρθοτομοῦν τὸ λόγο τῆς ἀλήθειας καὶ λένε αἱρετικὰ πράγματα, ὄχι μόνο σὲ αὐτοὺς δὲν πρέπει νὰ κάνουμε ὑπακοή, ἀλλὰ καὶ σὲ ἕνα Ἄγγελο ἀπὸ τὸν οὐρανό ἂν κατέβει καὶ μᾶς πεῖ ἀντίθετα μὲ αὐτὰ ποὺ διδάσκει ἡ Ἐκκλησία δὲν πρέπει νὰ κάνουμε ὑπακοή.»
Καταλήγω μὲ μιὰ φράση τοῦ ἁγίου, μακαριστοῦ γέροντος, πατρὸς Ἀθανασίου Μυτιλιναίου:
«Νὰ ᾿μαστε ξυπνητοὶ ἄνθρωποι, νὰ μελετοῦμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ προστατέψουμε τὸν ἑαυτό μας. Διότι σήμερα, δὲν σᾶς προστατεύουν ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι τεταγμένοι γιὰ νὰ σᾶς προστατέψουν».
Ποιό εἶναι τὸ χρέος μας, ὡς λαϊκοί, ἐνταγμένοι στὸ σῶμα τῆς ἐκκλησίας; Μήπως ὅλοι ἔχουμε τὸ χρέος τοῦ ἐλέγχου ὅπως μᾶς προτρέπει τὸ Εὐαγγέλιο; Βοοῦν οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς ὀρθοδοξίας πώς, καὶ ὁ τελευταῖος τροχὸς τῆς ἁμάξης ἔχει εὐθύνη.
Ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί; Μήπως αὐτὸς ὁ ἔλεγχος εἶναι χρέος ποὺ συμπληρώνει τὸ ἔργο μετανοίας μας;
Ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν μᾶς μιλάει γιὰ ἔλεγχο. Ποιόν ἔλεγχο; Ὄχι τὴν κατάκριση ποὺ εἶναι ἁμαρτία: «καὶ μὴ συγκοινωνεῖτε τοῖς ἔργοις τοῖς ἀκάρποις τοῦ σκότους, μᾶλλον δὲ καὶ ἐλέγχετε·» (Ἐφ. 5,11)
Γιὰ ποιῶν τὰ ἔργα μιλάει; Μὰ βέβαια τῶν σκανδαλιζόντων. Ἐὰν αὐτὸς ποὺ πράττει σκοτεινὰ ἔργα, ἀποτελεῖ ἐπίσημο ἢ ἀναγνωρισμένο δημόσιο πρόσωπο τότε ὀφείλουμε νὰ τὸν ἐλέγχουμε δημοσίως, γιὰ προκλητικὰ ἔργα ποὺ βλάπτουν καὶ παρασύρουν τὸ ποίμνιο σὲ ἐπικίνδυνες ἀτραπούς, χωρὶς βεβαίως νὰ τὸν διαπομπεύουμε. Στηλιτεύουμε πράξεις καὶ καταστάσεις. Καὶ μάλιστα ὅταν οἱ πράξεις ἢ ἐνέργειες χαρακτηρίζονται ἀπὸ ἕνα ἀντιορθόδοξο ἄρωμα αἵρεσης. Ἕνα ἄρωμα οἰκουμενισμοῦ καὶ πανθρησκείας. Ἡ σιωπὴ εἶναι προδοσία. Εἰδικὰ ὅταν ἔργα καὶ λόγια διαστρέφουν τὶς Θεῖες ἐντολές, τὸν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου.
Ἂς ἀκολουθοῦμε τὶς συμβουλὲς τοῦ Θείου Παύλου ποὺ μᾶς λέει :
`διὸ λέγει· ἔγειρε ὁ καθεύδων καὶ ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν, καὶ ἐπιφαύσει σοι ὁ Χριστὸς· (Ἐφ. 5,14) (Ὁ ἔλεγχος εἰς φανέρωσιν τοῦ κακοῦ καὶ διόρθωσιν τοῦ ἁμαρτάνοντος πρέπει νὰ γίνεται· δι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐλέγχει καὶ φωνάζει πρὸς κάθε ἁμαρτωλὸν· Σήκω, σὺ ποὺ κοιμᾶσαι τὸν ὕπνον τῆς ἁμαρτίας, καὶ πετάξου ὀρθὸς ἀνάμεσα ἀπὸ τοὺς νεκροὺς τῆς ἁμαρτίας καὶ θὰ σὲ φωτίσῃ ὁ Χριστός.)
Κι ἂν δὲν θέλουν κάποιοι νὰ ἀκούσουν τότε «αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ» (Τιτ. γ', 10).
Παρατηρῶντας τὴν ἀντίδραση πολλῶν ταγῶν τῆς ἐκκλησίας θυμόμαστε τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου: «ἠγάπησαν γὰρ τὴν δόξαν τῶν ἀνθρώπων μᾶλλον ἤπερ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. 12,43)
Ὀφείλουμε νὰ ἀντιδράσουμε. Κι ἂν δὲν εἴμαστε ἐμεῖς, θὰ βρεθοῦν ἄλλοι, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου: «λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν οὗτοι σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται» (Λουκ. 19,40).
Ἂς μὴν μᾶς ἐπηρεάζει τὸ ρεῦμα τῆς ἐποχῆς. Ἂς μὴν παρασυρθοῦμε ἀπ’ τὴν ποσότητα, ἀλλὰ ἀπ’ τὴν ποιότητα. Ἂς χαρακτεῖ στὴν ψυχή μας ὁ λόγος τοῦ μεγάλου Ντοστογιέφσκυ:
«Ἂν ὅλος ὁ κόσμος βαδίσει πρὸς μιὰ κατεύθυνση, κι ὁ Χριστὸς πρὸς τὴν ἄλλη, ἐγὼ θὰ πάω πίσω ἀπὸ τὸν Χριστό.»
______________________________________
Πολυτονισμὸς ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου