Η μεγαλύτερη επιστήμη για τον άνθρωπο, γράφει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, είναι η γνώση του εαυτού του (1). Όποιος γνωρίζει τον εαυτό του, φτάνει στο πλήρωμα της γνώσεως. Ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος παρατηρεί: «Τω γνόντι εαυτόν, η γνώσις των πάντων δέδοται αυτώ. Το γαρ γινώσκειν εαυτόν, πλήρωμα της γνώσεως των απάντων εστί» (2). Χωρίς την αυτογνωσία κάθε άλλη γνώση παραμένει μετέωρη και άσκοπη. Με την αυτογνωσία ο άνθρωπος γνωρίζει τον εαυτό του, αναγνωρίζει τη φύση του, τα όρια και τις δυνατότητες τής υπάρξεώς του, και μπορεί να τοποθετηθεί σωστά απέναντι στο Θεό, τον πλησίον και τον εαυτό του.
Γνωρίζοντας ο άνθρωπος τον εαυτό του αντιλαμβάνεται πριν απ’ όλα ότι δεν είναι αίτιος της υπάρξεώς του. Έτσι οδηγείται στην αναζήτηση της αιτίας της υπάρξεώς του, που είναι ταυτόσημη με την αναζήτηση του Θεού. Η εξεικόνιση του Θεού αποτελεί την ουσία της προσωπικής του υπάρξεως. Γι’ αυτό η αυτογνωσία οδηγεί αυτομάτως στη θεογνωσία: «Ο γαρ δυνηθείς επιγνώναι το αξίωμα της εαυτού ψυχής, ούτος δύναται επιγνώναι την δύναμιν και τα μυστήρια της θεότητος και μάλλον εντεύθεν ταπεινωθήναι» (3). Στον ίδιο λοιπόν τον άνθρωπο βρίσκονται οι πρώτες αφορμές και δυνατότητες για την προσέγγιση του Θεού. Έτσι με την αυτογνωσία καλλιεργείται η θεογνωσία. Αλλά και η θεογνωσία ενισχύει την αυτογνωσία.
























