ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ
Θεολόγου – Καθηγητοῦ
Ἡ οἰκογένεια τοῦ ἁγίου Λαζάρου εἶχε τὴν ὕψιστη εὐλογία νὰ ἀπολαμβάνῃ τὴ φιλία μὲ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ νὰ Τὸν φιλοξενῇ στὸ σπίτι της.
Σύμφωνα μὲ τὶς εὐαγγελικὲς διηγήσεις, ζοῦσαν ἡ εὐσεβὴς οἰκογένεια τοῦ Λαζάρου καὶ τῶν δύο ἀδελφῶν του, τῆς Μάρθας καὶ τῆς Μαρίας στὴν κώμη Βηθανία, ἕνα μικρὸ χωριό, ποὺ ταυτίζεται παραδοσιακὰ μὲ τὴ σημερινὴ πόλη ἀλ-Ἐϊζαριγιά, στὴ Δυτικὴ Ὄχθη, στοὺς ἀνατολικοὺς πρόποδες τοῦ ὅρους τῶν Ἐλαιῶν, περίπου 2,5 χιλιόμετρα ἀνατολικὰ τῆς Ἱερουσαλήμ. Δὲν ἀναφέρεται πὼς συνδέθηκαν μὲ φιλία μὲ τὸν Κύριο. Εἰκάζουμε ὅτι συνδέονταν μὲ κάποια μακρινὴ συγγένεια.
Στὸ 10ο κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Λουκᾶ ἀναφέρεται μιὰ ἀπὸ τὶς ἐπισκέψεις τοῦ Χριστοῦ στὸ σπίτι τους στὴ Βηθανία. Ἡ μεγαλύτερη ἀδελφή, ἡ Μάρθα, ἦταν ἡ οἰκοδέσποινα καὶ φρόντιζε νὰ προσφέρῃ περισσὴ φροντίδα γιὰ τὸν ὑψηλὸ ἐπισκέπτη τους καὶ τοὺς μαθητές Του. Ὁ Κύριος καθισμένος δίδασκε καὶ ἡ μικρότερη ἀδελφὴ ἡ Μαρία ἄκουγε μὲ προσοχὴ καθήμενη στὰ πόδια Του, ἀδιαφορῶντας γιὰ νὰ προσφέρῃ τὴ βοήθειά της στὴν κοπιῶσα Μάρθα.
Ἡ ἀπορρόφηση τῆς Μαρίας ἀπὸ τὰ θεῖα λόγια τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀδιαφορία της νὰ βοηθήσῃ τὴν ἀδελφή της, ἐνόχλησε τὴ Μάρθα καὶ γι’ αὐτὸ παραπονέθηκε στὸ Χριστό, ὅτι τὴν ἐγκατέλειψε μόνη νὰ ἑτοιμάσῃ τὴν φιλοξενία καὶ Τοῦ ζήτησε νὰ ἀφήσῃ τὴν ἀκρόαση τοῦ λόγου Του καὶ νὰ τὴ βοηθήσῃ στὴν διακονία της.
Τότε λοιπὸν ὁ Χριστὸς βρῆκε τὴν εὐκαιρία νὰ διδάξ{h τὴν Μαρία ὅτι ἡ ἐνασχόληση μὲ τὰ πνευματικὰ θέματα εἶναι ἀσύγκριτα πιὸ σημαντικὴ ἀπὸ τὴν ἐνασχόληση μὲ τὰ ὑλικὰ καὶ τὶς βιοτικὲς μέριμνες. Τῆς εἶπε: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνᾶς καὶ τυρβάζεις γιὰ πολλὰ πράγματα, ἀλλὰ ὅμως γιὰ ἕνα ὑπάρχει οὐσιαστικὴ χρησιμότητα». «Ἡ ἀδελφή σου ἡ Μαρία ἐπέλεξε τὴν ἀγαθὴ μερίδα, ἔκαμε τὴν σωστὴ ἐπιλογή, μὲ τὸ νὰ ἀκούῃ τὰ σωτήρια λόγια μου».
Σύμφωνα μὲ ἄλλες εὐαγγελικὲς ρήσεις τοῦ Κυρίου τὰ λόγια Του εἶναι ζωή, ὄχι βιολογική, ἀλλὰ πνευματική, ἀληθινή, «τὰ ρήματα ἅ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, πνεῦμα ἐστι καὶ ζωὴ ἐστιν» (Ἰωάν. 7,63). Γι’ αὐτὸ ἡ Μαρία εἶχε ἀπορροφηθεῖ ἀπὸ αὐτά, διότι αἰσθανόταν στὴν ἄδολη καὶ ἁγνὴ ψυχή της τὰ σωτήρια μηνύματά τους.
Εἰκάζουμε πὼς μετὰ ἀπὸ αὐτὸ καὶ ἡ Μάρθα ἄφησε τὶς ἑτοιμασίες καὶ κάθισε νὰ ἀκούσῃ τὰ θεῖα λόγια τοῦ Ἰησοῦ.
Ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς ἀναφέρει καὶ μιὰ ἄλλη λεπτομέρεια σὲ αὐτὴ τὴ διήγηση. Πολὺς κόσμος εἶχε μάθει γιὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ φημισμένου δασκάλου στὸ χωριό τους καὶ συγκεντρώθηκαν νὰ Τὸν δοῦν καὶ νὰ ἀκούσουν τὸ κήρυγμά Του. Κάποια γυναῖκα ἀπὸ τὸ πλῆθος ἐνθουσιάστηκε ἀπὸ τὰ λόγια Του καὶ ἄρχισε νὰ φωνάζῃ, ἀπευθυνόμενη σὲ Αὐτόν: «Μακάρια εἶναι ἡ κοιλιὰ ποὺ σὲ γέννησε καὶ οἱ μαστοὶ ποὺ σὲ θήλασαν»! Ὁ Κύριος συμφώνησε, ἀπαντῶντας «μενοῦνγε», ποὺ σημαίνει «βεβαίως». Καὶ πρόσθεσε: «μακάριοι ὅσοι ἀκοῦν τὰ λόγια μου καὶ τὸ ἐφαρμόζουν στὴ ζωή τους» (Λουκ. 10, )!
Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλη εὐαγγελικὴ διήγηση γιὰ τὶς δύο ἀδελφές. Ὁ διάλογος τοῦ Χριστοῦ μὲ αὐτὲς κατὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ ἀδελφοῦ τους Λαζάρου.
Λίγο πρὶν τὴν εἴσοδό Του στὴν Ἱερουσαλὴμ ὁ Κύριος, γιὰ νὰ ὑποστῇ τὸ ἑκούσιο Πάθος Του, ἔλαβε μήνυμα ἀπὸ τὴ Μάρθα καὶ τὴ Μαρία ὅτι ὁ Λάζαρος ἦταν βαριὰ ἄρρωστος καὶ Τὸν παρακαλοῦσαν νὰ πάῃ νὰ τὸν γιατρέψει, ὅπως εἶχε γιατρέψει τόσους ἄλλους. Ὁ Χριστὸς ὅμως δὲν ἔσπευσε ἀμέσως, ἀλλὰ καθυστέρησε σκοπίμως, διαβεβαιώνοντας τοὺς ἀπεσταλμένους πὼς «αὕτη ἡ ἀσθένεια οὔκ ἔστι πρὸς θάνατον, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ δι᾿ αὐτῆς» (Ἰωάν. 11,4). Ἀλλὰ ὁ Λάζαρος πέθανε καὶ θάφτηκε σὲ σπηλαιῶδες μνημεῖο.
Ὁ Χριστὸς ἀφοῦ ἔμεινε δύο ἡμέρες στὸν τόπο ποὺ βρισκόταν πῆρε τοὺς μαθητές του καὶ γύρισε στὴν Ἰουδαία καὶ κατευθύνθηκε στὴ Βηθανία, παρ’ ὅλο ὅτι οἱ μαθητές Του τὸν προειδοποιοῦσαν γιὰ τὸν κίνδυνο νὰ τὸν λιθοβολήσουν οἱ Ἰουδαῖοι. Καθ’ ὁδόν τοὺς διαβεβαίωνε πὼς «Λάζαρος ὁ φίλος ἡμῶν κεκοίμηται, ἀλλὰ πορεύομαι ἵνα ἐξυπνίσω αὐτόν. Εἶπον οὗν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, Κύριε, εἰ κεκοίμηται, σωθήσεται. Εἰρήκει δὲ ὁ Ἰησοῦς περὶ τοῦ θανάτου αὐτοῦ, ἐκεῖνοι δὲ ἔδοξαν ὅτι περὶ τῆς κοιμήσεως τοῦ ὕπνου λέγει. Τότε οὗν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς παρρησία, Λάζαρος ἀπέθανε, καὶ χαίρω δι’ ἡμᾶς, ἵνα πιστεύητε, ὅτι οὐκ ἤμην ἐκεῖ» (Ἰωάν. 11,12-15).
Ἡ ἐνθουσιώδης Μάρθα, ὅταν ἔμαθε ὅτι ὁ Χριστὸς ἔρχεται στὴν βυθισμένη στὸ πένθος Βηθανία, ἔτρεξε νὰ Τὸν προϋπαντήσῃ καὶ μὲ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη σὲ Αὐτόν του εἶπε: «Κύριε, εἰ ᾖς ὦδε, ὁ ἀδελφὸς μου οὐκ ἂν ἐτεθνήκει. Ἀλλὰ καὶ νῦν οἴδα ὅτι ὅσα ἂν αἰτήση τὸν Θεόν, δώσει σοι ὁ Θεός». Ὁ Ἰησοῦς τῆς λέει ξεκάθαρα: «ἀναστήσεται ὁ ἀδελφός σου» (Ἰωάν. 11,24) καὶ διαβεβαιώνει πανηγυρικά: «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνη, ζήσεται· καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνη εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰωάν. 11,26). Μετὰ ζήτησε νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὸ μνημεῖο καὶ νὰ ἄρουν τὸν λίθο ἀπὸ τὴν θύρα τοῦ σπηλαίου. Τότε ἡ Μαρία τὸν προειδοποίησε: «Κύριε, ἤδη ὄζει΄ τεταρταῖος γὰρ ἐστι». Ὁ Χριστὸς τῆς εἶπε πὼς «οὐκ εἶπον σοὶ ὅτι ἐὰν πιστεύσης ὄψει τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ;» (Ἰωάν. 11,40). Ἀφοῦ κύλησαν τὸ λίθο ὁ Κύριος στάθηκε μπροστὰ στὸ μνημεῖο καὶ σήκωσε τὰ μάτια στὸν οὐρανὸ καὶ εἶπε: «Πάτερ, εὐχαριστῶ σοι ὅτι ἤκουσάς μου. Ἐγὼ δὲ ἤδειν ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις· ἀλλὰ διὰ τὸν ὄχλον τὸν παρεστώτα εἶπον, ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι σὺ μὲ ἀπέστειλας» (Ἰωάν. 11,41). Κατόπιν φώναξε μὲ δυνατὴ φωνή: «Λάζαρε δεῦρο ἔξω». Τὸ θαῦμα ἔγινε, ὁ Λάζαρος ἔζησε καὶ ἐξῆλθε τοῦ μνημείου δεμένος μὲ τὰ νεκρικὰ ἐνδύματα. Ὁ Χριστὸς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν λύσουν καὶ νὰ περπατήσῃ.
Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ οἱ δύο ἅγιες ἀδελφὲς κάλεσαν τὸν Κύριο στὸ σπιτικό τους νὰ τὸν φιλοξενήσουν καὶ νὰ τὸν εὐχαριστήσουν γιὰ τὸ θαῦμα τῆς ἀνάστασης τοῦ ἀδελφοῦ τους. Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ δείπνου ἡ Μαρία πῆρε ἕνα πολυτελὲς δοχεῖο καὶ τὸ ἄδειασε στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ, καὶ κατόπιν ἔλυσε τὰ πλούσια μαλλιά της καὶ τὰ σκούπισε μὲ αὐτὰ καὶ εὐωδίασε ὅλος ὁ οἶκος. Τότε ὁ μελλοντικὸς προδότης μαθητὴς Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης ἐξέφρασε τὴ «λύπη του» γιὰ τὴν ἔκχυση τοῦ πολύτιμου μύρου, λέγοντας ὅτι αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ πωληθῇ καὶ νὰ δοθῇ στοὺς φτωχούς. Ἀλλὰ «εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ᾿ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν» (Ἰωάν. 12,6)! Καὶ ὁ Χριστὸς τὸν ἀποστόμωσε λέγοντας: «ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε» (στ.7).
Εἰκάζεται ὅτι ἀκολούθησαν τὸ Χριστὸ κατὰ τὴν εἴσοδό Του στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ βίωσαν τὰ τραγικὰ γεγονότα τῆς σύλληψης, τῆς δίκης καὶ τῆς σταύρωσής Του. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση τὶς θέλει νὰ συγκαταλέγονται στὶς ἅγιες Μυροφόρες, μὲ τὴν φράση τοῦ εὐαγγελιστῆ Ματθαίου «ἐν αἰς» (Ματθ. 27, 56), γενόμενες μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως.
Μετὰ τὸν λιθοβολισμὸ τοῦ ἁγίου Στεφάνου οἱ Ἰουδαῖοι ἄρχισαν σφοδρὸ διωγμὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν. Μεταξὺ τῶν ἄλλων συνελήφθησαν καὶ οἱ ἅγιες Μάρθα καὶ Μαρία, οἱ ὁποῖες διώχτηκαν στὴν ἐξορία. Τὸ πλοῖο ποὺ μετέφερε τὴν Μάρθα προσάραξε στὴν Προβηγκία, στὴ νότια Γαλλία. Ἡ ἁγία ἐγκαταστάθηκε ἐκεῖ καὶ ἄρχισε τὸν εὐαγγελισμὸ στὶς πόλεις Ἀβινιὸν καὶ Ταρασκόν, κηρύσσοντας μὲ θέρμη τὸν ἀναστημένο Χριστὸ καὶ μεταστρέφοντας πολλούς. Δημιούργησε ἕνα εὐλογημένο
κοινόβιο μὲ ἄλλες ἐνάρετες γυναῖκες, ἀφιερωμένες στὴν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἐνδεῶν.
Κοιμήθηκε σὲ προχωρημένη ἡλικία καὶ ἐτάφη μὲ τιμὲς ἀπὸ τὴν ἀδελφότητα. Σώζεται ὁ τάφος της καὶ εἶναι ὡς τὰ σήμερα ἡ προστάτης τῆς Προβηγκίας. Σώζεται ἐπίσης ἡ τιμία κάρα της καὶ ἡ δεξιά της χεῖρα, τὰ ὁποῖα λιτανεύονται κατὰ τὶς ἑορτὲς τοῦ ναοῦ.
Τὸ πλοῖο μὲ τὴν ἁγία Μαρία καὶ τοὺς λοιποὺς χριστιανοὺς ἔφτασε στὴν Γαλλία καὶ ἐκείνη ἐγκαταστάθηκε στὶς πόλεις Αἴκς καὶ Μασσαλία. Ἀργότερα ἀποσύρθηκε σὲ ἐρημικὴ περιοχή τῆς Προβηγκίας, στὸ Saint Baume (=Ἅγιον Ὅρος), ὅπου ἀσκήτεψε γιὰ χρόνια σὲ σπήλαιο, διάγοντας ἐνάρετη ζωὴ καὶ τρέφονταν ἀπὸ ἕναν ἄγγελο.
Κοιμήθηκε εἰρηνικὰ καὶ ἐτάφη ἀπὸ τὸν ἅγιο Μαξιμίνο, τὸν πρῶτο Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως Αἴκς. Σήμερα σώζεται ἡ σαρκοφάγος τοῦ ἱεροῦ σκηνώματός της, στὴν πόλη «Ἅγιος Μαξιμίνος», κατασκευασμένη ἀπὸ ἀλάβαστρο, σὲ ἀνάμνηση τοῦ ἀλαβάστρινου δοχείου ποὺ περιεῖχε τὸ μύρο, μὲ τὸ ὁποῖο μύρωσε τὸ Χριστό. Σώζεται ἐπίσης πολύτιμη λειψανοθήκη, μὲ τὴν εὐωδιάζουσα τίμια κάρα της. Τέλος στὴν πόλη Βεζελαὶ σώζονται τὰ μαλλιά της, μὲ τὰ ὁποῖα σκούπισε τὰ πόδια τοῦ Κυρίου.
Ἡ μνήμη τῶν ἁγίων Μάρθας καὶ Μαρίας τιμᾶται στὶς 4 Ἰουνίου.
__________________________________
Πολυτονισμὸς ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου