Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Σοφία Μπεκρῆ: Ἡ σωστὴ προτεραιότητα

 
 
Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος-θεολόγος

Τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Γ’ Κυριακῆς Ματθαίου (στ’ 22 - 33) ἀποτελεῖ μέρος τῆς ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλίας τοῦ Κυρίου, στὴν ὁποία ἐξαγγέλονται οἱ βασικὲς ἀρχὲς τῆς διδασκαλίας Του. Πράγματι, μετὰ ἀπὸ τὴν κλήση τῶν πρώτων μαθητῶν, ὁ Κύριος ξεκινάει νὰ διδάσκῃ καὶ κηρύσσει «τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας» σὲ ὅσους τὸν ἀκολουθοῦν.

Ἡ ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλία τοῦ Κυρίου (Ματθ. ε’ - ζ’) εἶναι ἕνα ὁλοκληρωμένο κείμενο διδασκαλίας τῆς ὀρθῆς πίστεως, ζωῆς καὶ πολιτείας. Ἐξ ἄλλου, ἡ βίωση τῶν ἀρχῶν τῆς πολιτείας ποὺ ἵδρυσε ὁ Χριστὸς στὴν γῆ ἀποτελεῖ τὸ κλειδὶ γιὰ τὴν εἴσοδο στὴν οὐράνια βασιλεία. Ὁ Ἴδιος διευκρινίζει: «οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι, Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.» (ὅ. π., ζ’ 21). Καὶ ἀκόμη πιὸ χαρακτηριστικά: «ὃς ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (ὅ. π., στ’ 19). Συνεπῶς, γιὰ τὴν ἀπόκτηση τοῦ μεγάλου αὐτοῦ δώρου δὲν ἀρκεῖ ἁπλῶς ἡ ὀρθὴ πίστη, ἀλλὰ χρειάζεται ἡ ἐπισφράγισή της μὲ τὴν συνεπῆ ζωὴ καὶ τὴν δίκαιη καὶ ἀγαπητικὴ πολιτεία μας.

Συγκεκριμένα, ὁ Κύριος στὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλία τονίζει ὅτι ὁ καινὸς νόμος Του δὲν ἦλθε νὰ καταργήσῃ ἀλλὰ νὰ συμπληρώσῃ τὸν παλαιὸ νόμο. Γι’ αὐτό, ἀναφερόμενος στὶς παλαιὲς ἐντολές, τὶς ἀνανοηματοδοτεῖ, στεκόμενος ὄχι στὸ γράμμα ἀλλὰ ἐμβαθύνοντας στὸ πνεῦμα τοῦ νόμου. Ἀναφέρεται, παράλληλα, στὸ νόημα τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης καὶ ἐλεημοσύνης, στὸν ὀρθὸ τρόπο νηστείας καὶ προσευχῆς καὶ στόν «χρυσὸ κανόνα», ποὺ χρειάζεται νὰ διέπῃ τὶς σχέσεις μας μὲ τὸν συνάνθρωπο.

Στὸ εὐαγγελικὸ ἀπόσπασμα τῆς ἡμέρας (ὅ. π., στ’ 22 – 33), ὁ Κύριος συνδέει τὴν λειτουργία τοῦ φωτὸς μὲ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ λόγου Του. Λέει χαρακτηριστικά: « (ὅ. π., 23). Αὐτὸ τὸ ἐσωτερικὸ φῶς -ἢ σκοτάδι- ἀντανακλᾶται στὸν ἔξω ἄνθρωπο, στὸ παρουσιαστικὸ καὶ μάλιστα στὰ μάτια του. Τὰ μάτια εἶναι ὁ καθρέπτης τῆς ψυχῆς καὶ ἐὰν θέλουμε νὰ καταλάβουμε πῶς σκέπτεται ἢ πῶς αἰσθάνεται κάποιος, τὸν κοιτᾶμε κατάματα, διότι «ἀπὸ τὰ μάτια φαίνεται ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου», ἀλλοιῶς «ὁ λύχνος τοῦ σώματος ἐστὶ ὁ ὀφθαλμός.» Ἐὰν ὁ ὀφθαλμὸς εἶναι καθαρός («ἁπλοῦς»), τότε ὅλο τὸ σῶμα θὰ εἶναι φωτεινό. Τοὐναντίον· ἐὰν ὁ ὀφθαλμὸς εἶναι σκοτεινός («πονηρός»), τότε ὅλο τὸ σῶμα θὰ εἶναι σκοτεινό (ὅ. π.).

Σκεφθῆτε τὸ φῶς ποὺ ἀντανακλᾶ ἡ ὄψη ἁγιασμένων μορφῶν, ὥστε νὰ ἕλκουν ἄλλους ἀνθρώπους νὰ τοὺς πλησιάζουν, γιὰ νὰ γίνωνται καὶ αὐτοὶ φῶς! Ὁ στόχος, ἑπομένως, τοῦ χριστιανοῦ, εἶναι ἀκριβῶς αὐτός, νὰ ἀποκτήσῃ καθαρὴ ψυχὴ καὶ νὰ λάμπῃ διὰ τῶν φωτεινῶν του ἔργων: «οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ἡμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς.» (ὅ. π., ε’ 16)

Ἡ συνέχεια τοῦ ἀναγνώσματος σχετίζεται μὲ τὴν προηγούμενη ἀναφορὰ στὴν καθαρότητα καὶ φωτεινότητα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Ὁ Κύριος γίνεται κατηγορηματικός: «οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν.» Καὶ πιὸ συγκεκριμένα: «οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ.» (ὅ. π., 24). Ὁ ἀληθινὰ φωτεινὸς ἄνθρωπος ἀντλεῖ τὴν φωτεινότητά του ἀπὸ τὴν πηγὴ τοῦ φωτὸς καὶ πράττει τὰ ἔργα τοῦ φωτός. Τὰ ἔργα τοῦ φωτὸς δὲν συμβιβάζονται μὲ τὰ ἔργα τοῦ σκότους, ποὺ πράττει ὁ σκοτεινὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἐπικοινωνία μὲ τὸ φῶς.

Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος τονίζει ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπηρετῇ κάποιος συγχρόνως δύο θεούς, τὸν φωτεινὸ Θεὸ τοῦ δικαίου καὶ τὸν σκοτεινὸ μαμωνᾶ τῆς ἀδικίας. Ἀναφέρεται, μάλιστα, στὸν μαμωνᾶ, τὸν θεὸ τοῦ κέρδους, διότι, κατὰ τὸν λόγο Του, «ὅπου ἐστὶν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν.» (ὅ. π., 21).  Ἐξαρτᾶται ποῦ ἔχει ἐναποθέσει ὁ ἐπίγειος ἄνθρωπος τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά του: στοὺς ἐπιγείους ἢ στοὺς οὐρανίους θησαυρούς. Οἱ πρῶτοι, οἱ ἐπίγειοι, ἀπειλοῦνται εἴτε ἀπὸ τὴν κλοπὴ εἴτε ἀπὸ τὴν σαπίλα, ἐὰν παραμένουν ἀδιάθετοι. Οἱ δεύτεροι εἶναι ἀπολύτως ἀσφαλισμένοι καὶ μαζὶ ἐξασφαλίζουν καὶ τὸν κάτοχό τους, γιὰ τὴν ἀκρίβεια, τοῦ διασφαλίζουν τὴν οὐράνια βασιλεία!

Μὲ αὐτὸ συνδέεται καὶ τὸ τρίτο θέμα τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς. Δὲν χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος νὰ μεριμνᾷ γιὰ τὰ ἐπίγεια ἀγαθά, πρωτίστως, ἀλλὰ γιὰ τὴν ψυχή του. Ἀξίζει νὰ σημειωθῇ ὅτι ὁ Κύριος δὲν λέει «μὴν ἐνδιαφέρεστε», ἀλλά «μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν», δηλαδὴ μὴν σᾶς ἀπορροφοῦν οἱ καθημερινὲς φροντίδες, μὴν δίνετε τὴν ψυχή σας σὲ αὐτές, «τί φάγητε, τί πίητε, τί ἐνδύσησθε.» (ὅ. π., 25).

Γιὰ νὰ κάνη, μάλιστα, ἀντιληπτὴ τὴν ἀξία τῆς προτεραιότητας στὴν τακτοποίηση τῆς ψυχῆς ἔναντι τοῦ σώματος, φέρνει τὸ παράδειγμα ἀπὸ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, τὰ ὁποῖα «οὐ σπείρουσιν, οὐδὲ θερίζουσιν, οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας.» Ἐὰν γιὰ αὐτὰ φροντίζῃ «ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος», δὲν θὰ φροντίση γιὰ σᾶς, ποὺ ἔχετε μεγαλύτερη ἀξία («μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν»); Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ντύνει ἀκόμη καὶ τὸ ταπεινὸ χορτάρι τοῦ ἀγροῦ δὲν θὰ ἐπιμεληθῇ ἐσᾶς, τὸ πολύτιμο δημιούργημά Του, «ὀλιγόπιστοι;» (ὅ. π., 26-30).

Στὸ σημεῖο αὐτό, ὁ Κύριος ἐπισημαίνει τὴν αἰτία τῆς μέριμνάς μας, τῆς περισσῆς ἀγωνίας μας γιὰ τὰ ἀνθρώπινα. Εἶναι ἡ ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης στὸν Θεὸ Πατέρα Του. Ἐκεῖνος γνωρίζει ὅτι «χρήζετε τούτων ἁπάντων», μᾶς διαβεβαιώνει, καὶ τὰ παρέχει ὅλα ἀναλόγως ἀνάγκης ἀλλὰ καὶ συμφέροντος γιὰ τὴν ψυχή σας. «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Ἐὰν αὐτὴ εἶναι ἡ πρωταρχική σας μέριμνα, τότε «ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (ὅ. π., 33). Θὰ λάβετε, ὡς πρόσθετο δῶρο, καὶ τὰ ἀγαθὰ τῆς βασιλείας Του, τὰ ὁποῖα, ἄλλωστε, γιὰ ἐσᾶς δημιούργησε ὁ ἀγαθὸς Θεός.

Ἀφοῦ, λοιπόν, ἔχουμε τέτοιον ἄρχοντα Θεὸ ἀγάπης καὶ δικαιοσύνης, τότε, ἀλήθεια, γιατί μεριμνοῦμε; Γιατί σκοτιζόμαστε καὶ ἀγχωνόμαστε; Γιατί θλιβόμαστε καὶ καταθλιβόμαστε; Μήπως γιατὶ ἔχουμε περισσότερη ἐμπιστοσύνη στὸν ἑαυτό μας καὶ στὶς δυνάμεις μας ἀπ’ ὅ τι στὸν Θεό; Μήπως γιατί, στὴν πραγματικότητα, ἐπιθυμοῦμε περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ χρειαζόμαστε; Ἀκόμη χειρότερα· Μήπως γιατὶ ἀποκτοῦμε αὐτὰ ποὺ ἐπιθυμοῦμε γρηγορότερα, μὲ τὴν ἀπάτη καὶ τὴν ἀδικία, ἀπ’ ὅ τι θὰ τὰ ἀποκτούσαμε ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ καλοῦ Θεοῦ;

Ὅπως καὶ νά ‘χη, ἡ ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης στὸν Θεὸ τῆς ἀγάπης μᾶς ὁδηγεῖ σὲ ἄλλες ἀγάπες, στὴν φιλοχρηματία, στὴν φιληδονία, στὴν φιλοδοξία, γιὰ τὶς ὁποῖες εἰσπράττουμε διαρκῆ μέριμνα καὶ ἀγωνία. Στὸ τέλος, ἀπογοητευόμαστε καὶ ἀρρωσταίνουμε ἀπὸ τὴν ἀνικανότητα νὰ ἱκανοποιήσουμε τὴν ματαιοδοξία μας. Συμβαίνει, μάλιστα, νὰ γινώμαστε καὶ ὑποκριτές, μὲ τὸ στόμα μας νὰ ὁμολογοῦμε τὸν Θεό, ἀλλὰ μὲ τὰ ἔργα μας νὰ ὑπηρετοῦμε τοὺς μαμωνάδες τοῦ κόσμου τούτου, στοὺς ὁποίους ἔχουμε δώσει τὴν ψυχή μας.

Καταληκτικά, στὸ παραπάνω ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους διδασκαλία Του, ὁ Κύριος μᾶς συμβουλεύει νὰ θέτουμε τὶς σωστὲς προτεραιότητες καὶ νὰ ἐνεργοῦμε μὲ γνώμονα ὄχι τὴν ἀτομική μας ἱκανοποίηση ἀλλὰ τὴν προσωπική μας ὠφέλεια. Ὅπως τὸ ὄφελος τοῦ ἡλιάνθου εἶναι νὰ προσβλέπῃ πρὸς τὸν ἥλιο, γιὰ νὰ ἀντλῇ τὸ ὑλικὸ φῶς καὶ νὰ αὐξάνεται, ἔτσι καὶ τὸ ὄφελος τοῦ προσώπου εἶναι νὰ προσβλέπῃ πρὸς τὰ ἄνω καὶ νὰ ἀντλῇ φῶς ἀπὸ τὴν πηγὴ τοῦ πνευματικοῦ φωτός, ὥστε καὶ ὁ ἴδιος νὰ θερμαίνεται καὶ τοὺς ἄλλους νὰ θερμαίνῃ. 

 
         Ἂς ἐπιζητοῦμε ἀπὸ Ἐκεῖνον, ποὺ εἶναι «τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, τὸ φωτίζον πάντα ἄνθρωπον», νὰ μᾶς φωτίζῃ νὰ ἐνεργοῦμε πάντοτε γιὰ τὴν ζήτησή Του, πρὸς δόξα Θεοῦ Πατρὸς καὶ γιὰ τὴν δική μας ὠφέλεια, «νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τὸν ἅπαντα αἰῶνα.» Ἀμήν! Γένοιτο!  
«Πᾶνος» 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου