Πράγματι! Οἱ ἄρρωστοι δαιμονισμένοι, ποὺ τὸν προϋπάντησαν ἐκεῖ, «...ἔκραξαν λέγοντες· Τί ἡμῖν καὶ σοί, ᾿Ιησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ;» (Ματθ., η’ 29). Ἂν καὶ υἱοὶ τοῦ σκότους οἱ δαίμονες, ἐν τούτοις ἀναγνωρίζουν τὸν Υἱὸ τοῦ φωτός, τὸν Χριστό. Γνωρίζουν, μάλιστα, αὐτὰ τὰ φοβερὰ καὶ τρομερὰ δαιμόνια, ποὺ βασάνιζαν τοὺς ἀνθρώπους, ὅτι θὰ ἔρθη καὶ ἡ δική των ὥρα νὰ βασανιστοῦν ἀπὸ τὸν Κύριο, «ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ (πρὶν ἀπὸ τὴν ὥρα μας) βασανῖσαι ἡμᾶς;» (Ματθ., η’ 29).
Ἐπειδή, ὅμως, δὲν θέλουν -ἀκόμη- νὰ ὑποστοῦν αὐτὸ τὸ μαρτύριο, γι’ αὐτὸ Τὸν ἐκλιπαροῦν, «λέγοντες· εἰ ἐκβάλλεις ἡμᾶς, ἐπίτρεψον ἡμῖν ἀπελθεῖν εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων.» (ὅ. π., 31). Τοῦ ζητοῦν τὴν ἄδεια («ἐπίτρεψον ἡμῖν»!) νὰ πᾶνε, ἀκάθαρτα αὐτά, στὸν φυσικό των χῶρο, στοὺς ἀκαθάρτους χοίρους, ἐὰν δὲν ἔχουν ἄλλη ἐπιλογή («εἰ ἐκβάλλεις ἡμᾶς»).
Φοβερό, πράγματι, πάθος ἡ δαιμονοπληξία! Οἱ δαίμονες καταλαμβάνουν, κυριολεκτικά, τὸ σῶμα καὶ τὸ πνεῦμα τῶν δυστυχισμένων θυμάτων των καί, ὅπως λέμε, τοὺς ὁρίζουν, τοὺς ἄγουν καὶ τοὺς φέρουν. Τοὺς καθιστοῦν φοβεροὺς καὶ τρομεροὺς στὴν ὄψη («χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης», Ματθ., η’ 28), τοὺς κυριεύουν τὸ σῶμα μὲ τέτοια δύναμη, ποὺ οὔτε καὶ οἱ ἁλυσίδες δὲν μποροῦν νὰ τοὺς κρατήσουν (Μάρκ., ε’ 3), τοὺς καταλαμβάνουν τὸ πνεῦμα, ὥστε νὰ κάνουν ἢ νὰ λένε ἀκατανόητα πράγματα. Κι ὅμως! Ἂν καὶ φαίνεται ὅτι τοὺς ὁρίζουν οἱ δαίμονες, στὴν πραγματικότητα Ἄλλος ὁρίζει καὶ Ἄλλος ἀποφασίζει. Ἐὰν Ἐκεῖνος θέλῃ -καὶ ἀσφαλῶς τὸ θέλει γιὰ τὴν δική μας σωτηρία-, μπορεῖ νὰ σώσῃ τὸ ἀπολωλός.
Οἱ δαιμονισμένοι, βεβαίως, ὅπως καὶ οἱ συγκεκριμένοι τοῦ Εὐαγγελίου, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἔχουν καταληφθῆ ἀπὸ «ξένο σῶμα», τὸν διάβολο, δὲν μποροῦν, ὅπως εἴπαμε, νὰ ἔχουν δικό των θέλημα. Δὲν μποροῦν, δηλαδή, νὰ ζητήσουν τὴν θεραπεία των, διότι δὲν τοὺς ἀφήνει τὸ ξένο σῶμα ποὺ ἐνεργεῖ μέσα των. Ἐπειδή, ὅμως, ὁ Σωτήρας Χριστὸς βλέπει τὸ βάσανό των καὶ τοὺς συμπονεῖ γιὰ τὸ πάθημά των, θέλει νὰ τοὺς βοηθήσῃ, νὰ τούς «καθαρίσῃ» ἀπὸ τὴν ἀκαθαρσία ποὺ εἰσχώρησε μέσα των, εἴτε γιατί δὲν πρόσεξαν οἱ ἴδιοι, εἴτε γιὰ νὰ φανερωθῇ ἡ δόξα Του, ὅπως ἔγινε μὲ τὸν ἐκ γενετῆς τυφλὸ τοῦ Εὐαγγελίου (Ἰωάν., θ’ 3).
Ἔτσι, ὁ Κύριος, γιὰ νὰ σώσῃ τοὺς δαιμονισμένους, ἐπέτρεψε στὰ δαιμόνια ποὺ ἔβγαλε ἀπὸ μέσα των νὰ εἰσέλθουν στὴν ἀγέλη τῶν χοίρων, ὄχι ἀσφαλῶς, γιὰ νὰ κάνῃ τὸ χατήρι τοῦ διαβόλου ἢ γιὰ νὰ καταστρέψῃ τὰ καημένα τὰ ζῶα, ἀλλά, ὅπως ἑρμηνεύουν οἱ Πατέρες, γιὰ νὰ δείξῃ σὲ ὅλους ἐμᾶς, τοὺς ἀπίστους, πόσο μεγάλο κακὸ μπορεῖ νὰ κάνῃ ὁ διάβολος στὸν ἄνθρωπο, ἐὰν ὁ τελευταῖος τό «ἐπιτρέψῃ». Φανταστῆτε πόση δύναμη ἀσκοῦσαν πάνω στοὺς δύο δαιμονόπληκτους τὰ φοβερὰ αὐτὰ δαιμόνια, ὥστε νὰ καταπνίξουν δύο χιλιάδες χοίρους (Μάρκ., ε’ 13)! Θὰ μποροῦσαν, δηλαδή, οἱ δυστυχισμένοι αὐτοὶ ἄνθρωποι νὰ πέσουν στὸν γκρεμό, στὴν φωτιά, ἀκόμη καὶ νὰ αὐτοκτονήσουν, κυριευμένοι ἀπὸ τὸ πάθος των. Ἀντί, λοιπόν, νὰ ἐπικρίνουμε τοὺς πονεμένους αὐτοὺς ἀδελφούς μας, οἱ ὁποῖοι, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ διαβόλου, προβαίνουν σὲ τέτοιου εἴδους ἀπονενοημένα διαβήματα, προτιμώτερο εἶναι νὰ προσευχώμαστε στὸν Κύριο τῆς ἀγάπης νὰ τοὺς ἀναλάβῃ καὶ νὰ τοὺς λυτρώσῃ ἀπὸ τὸ πάθος των.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἔχει ἐνδιαφέρον νὰ δοῦμε ποιά στάση κράτησαν τελικὰ οἱ ὑπόλοιποι Γεργεσηνοί (ἢ Γαδαρηνοί) ἀπέναντι σ’ αὐτὸ τὸ μεγάλο θαῦμα τοῦ Κυρίου. Ὅταν οἱ χοιροβοσκοὶ ἐπέστρεψαν στὴν πόλη καὶ τοὺς ἀνήγγειλαν τὰ γεγονότα καὶ τὴν σωτηρία τῶν δαιμονισμένων, «πᾶσα ἡ πόλις ἐξῆλθεν εἰς συνάντησιν τῷ ᾿Ιησοῦ, καὶ ἰδόντες αὐτὸν παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν.» (Ματθ., η’ 34).
Φοβερό, ἀλήθεια, τὸ πάθημα τῶν «ὑγιῶν»! Ἀντὶ νὰ χαροῦν γιὰ τὴν θεραπεία τῶν «ἀρρώστων» ἀδελφῶν των καὶ νὰ εὐχαριστήσουν τὸν Κύριο ποὺ τοὺς λύτρωσε καὶ τοὺς ἴδιους ἀπὸ τὸ οἰκτρὸ θέαμά των (Μάρκ., ε’ 3-5), ἐκεῖνοι θρηνοῦν, ὡς φαίνεται, γιὰ τὴν ἀπώλεια τῶν γουρουνιῶν των -νὰ σημειωθῇ ὅτι οἱ εἰδωλολάτρες Γεργεσηνοὶ ἀσκοῦσαν παρανόμως ἐμπόριο χοίρων, ἀφοῦ ἡ κατανάλωση τοῦ χοιρινοῦ, ὡς ἀκαθάρτου, ἀπαγορευόταν ἀπὸ τὸν ἰουδαϊκὸ νόμο.
«Καὶ ἐφοβήθησαν», λέει πάλι ὁ Μᾶρκος (ὅ. π., 13). Ἀλλὰ ἀπὸ τί φοβήθηκαν; Φοβήθηκαν μήπως χάσουν τὰ παράνομα κέρδη των, καὶ δὲν φοβήθηκαν, ὥστε νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ σταματήσουν τὴν παρανομία. Τελικά, ποιός ἦταν περισσότερο κατειλημμένος ἀπὸ δαιμόνια; Οἱ δύστυχοι πρώην δαιμονόπληκτοι ἢ μήπως οἱ δαιμονολάγνοι συγχωριανοί των Γεργεσηνοί, ποὺ εἶχαν καταληφθῆ ἀπὸ τὸ ἀθεράπευτο πάθος τῆς φιλαργυρίας καὶ δὲν θέλησαν νὰ θεραπευτοῦν, ἐνῷ τοὺς δόθηκε ἡ εὐκαιρία ἀπὸ τὸν μόνον «ἰατρὸ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων» Κύριο;
Νὰ προσέξωμε, λοιπόν, καὶ μεῖς οἱ ὑπόλοιποι μήπως, ἀγκυλωμένοι ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὶς κακές μας ἐπιθυμίες, ἀντὶ νὰ ἐπιζητοῦμε τὴν λύτρωσή μας, φοβώμαστε μήπως χάσωμε τὰ δαιμόνιά μας (!), τὰ περιττὰ χρήματα, τὰ παράνομα κέρδη, τὴν περίοπτη κοινωνική μας θέση, τὰ φιλήδονα πάθη μας. Τὸ χειρότερο δέ, ὅταν βλέπωμε ἄλλους δυστυχεῖς ἀδελφούς μας νὰ ἀπαλλάσσωνται ἀπὸ τὰ δικά των πάθη - δαιμόνια, νὰ μὴν χαιρώμαστε, ἀλλὰ νὰ φοβώμαστε μήπως πάθωμε καὶ ἐμεῖς τὸ ἴδιο, μήπως λυτρωθοῦμε δηλαδὴ ἀπὸ τὰ σατανικά μας πάθη! Φοβερώτερο, τελικά, καὶ ἀπὸ τὴν δαιμονοπληξία εἶναι ἡ δαιμονολαγνεία, ἡ λατρεία τῶν παθῶν μας καὶ ἡ ἀποφυγὴ τῆς σωτηρίας μας.
Ἐάν, ὅμως, ἐμπιστευτοῦμε τὸν Κύριο καὶ τὸν ἀφήσουμε νὰ μᾶς θεραπεύση ἀπ’ ὅ τι ἁμαρτωλὸ μᾶς κυριεύει, τότε θὰ νοιώσουμε καὶ ἐμεῖς ἀληθινὰ ξαλαφρωμένοι, σὰν τόν «σωφρονοῦντα καὶ ἱματισμένο» πρώην δαιμονισμένο, καὶ θὰ Τὸν παρακαλοῦμε καὶ ἐμεῖς νὰ μείνωμε κοντά Του (Μάρκ., ε’ 15-18), ὥστε νὰ εὕρωμε, μὲ τὴν χάρη Του, καὶ τὴν αἰωνία λύτρωση καὶ σωτηρία. Ἀμήν! Γένοιτο!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου