Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Σοφία Μπεκρῆ: Νὰ γίνουμε φωτεινοί

Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος-θεολόγος 

Μὲ τὴν μνήμη τῶν Πατέρων τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ αὔριο τιμάει ἡ Ἐκκλησία μας, συνδέεται τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς αὐτῆς, ποὺ εἶναι ἡ Ζ’, κατὰ σειρά, Κυριακὴ τοῦ Ματθαίου. Τὸ ἀνάγνωσμα αὐτὸ ἀποτελεῖ μέρος τῆς ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλίας τοῦ Κυρίου μας (κεφάλαια ε’ – ζ’), ὅπου περιέχονται οἱ βασικὲς ἀρχὲς τῆς διδασκαλίας Του.

Στὴν ἀρχὴ τῆς ὁμιλίας, ὁ Κύριος μακαρίζει ὅλους ἐκείνους ποὺ συνήθως ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι οἰκτείρουμε, τούς «πτωχοὺς τῷ πνεύματι», τούς «πενθοῦντες», τοὺς «πραεῖς», τοὺς «ἐλεήμονες», τοὺς «καθαροὺς τῇ καρδίᾳ», τούς «εἰρηνοποιούς», τοὺς «δικαίους» καὶ «δεδιωγμένους ἕνεκεν δικαιοσύνης», τοὺς «ὀνειδιζομένους», οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὸν λόγο Του, θὰ κερδίσουν τὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν! (Ματθ., ε’ 1-12)

Στὴν συνέχεια, ὁ Κύριος προχωρεῖ σὲ μιὰ παρομοίωση. Παρομοιάζει τοὺς μαθητὲς Του μέ «ἅλας τῆς γῆς» καί «φῶς τοῦ κόσμου». Τί, ἀκριβῶς, ἐννοεῖ; Τὸ ἅλας καὶ τὸ φῶς ἔχουν μιὰ λειτουργία, πού, ἐὰν δὲν τὴν ἐπιτελοῦν, δὲν ἔχουν λόγο ὕπαρξης. «Ἐὰν τὸ ἅλας μωρανθῇ», δηλαδὴ πάψη νὰ εἶναι ἁλμυρό, καὶ ἐὰν τὸ φῶς δὲν φωτίζη πλέον, τότε ποιός ὁ σκοπός τους; «εἰς οὐδέν» ἰσχύουν. Εἰδικά, στὴν παρομοίωση τοῦ φωτὸς ὁ Κύριος στέκεται περισσότερο καὶ φέρνει δύο παραδείγματα. Ἡ «πόλις ἡ ἐπάνω ὅρους κειμένη» δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτῇ καὶ ὁ λύχνος ποὺ ἀνάβει στὸ σπίτι τίθεται στὴν λυχνία, γιὰ νὰ φωτίση ὅλη τὴν οἰκία. Ἔτσι καὶ σεῖς, λέει ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητές Του καὶ στοὺς ὑπολοίπους ποὺ τὸν ἀκοῦν, χρειάζεται νὰ λάμπετε, μὲ τὰ καλά σας ἔργα, «ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων», γιὰ νὰ γνωρίσουν καὶ νὰ δοξάσουν καὶ ἐκεῖνοι τὸν Θεό. (ὅ. π., 13-16)

Πολὺ οὐσιαστικὴ ἡ προτροπὴ τοῦ Κυρίου καὶ πολὺ μεγάλη ἡ εὐθύνη ἡμῶν τῶν μαθητῶν Του, κάθε ἐποχῆς. Χρειάζεται νὰ γινώμαστε φῶτα, μικρὰ ἢ μεγάλα, δὲν ἔχει σημασία, γιὰ νὰ φωτίζουμε, λίγο ἕως πολύ, τὸν κόσμο γύρω μας. Ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνη κάποιος φῶς, χρειάζεται νὰ εἶναι συνδεδεμένος μὲ τὴν πηγὴ τοῦ φωτός, τὸ αὐτόφως, τὸν Χριστό μας.

Αὐτὸ ἀκριβῶς ἔκαναν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀντλοῦσαν φῶς ἀπὸ τὸ φῶς Του, φωτίζονταν οἱ ἴδιοι καί, στὴν συνέχεια, φώτιζαν μὲ τὴν σειρά τους τοὺς ἄλλους. Γι’ αὐτό, ὅλες οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ξεκινοῦσαν μὲ τὴν φράση: «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν», γιὰ νὰ τονιστῇ ὅτι αὐτὲς λαμβάνονταν μὲ κριτήριο τὴν φώτισή τους ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἡ συνέχεια τοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος σχετίζεται μὲ τὴν συνέπεια στὴν τήρηση τοῦ νόμου, τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου. Τὸ ἴδιο ἀνάγνωσμα, ἐξ ἄλλου, διαβάζεται καὶ κατὰ τὸν ἑορτασμὸ τῶν Πατέρων τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «ἕως ἂν παρέλθη ὁ οὐρανὸς ἢ ἡ γῆ, ἰῶτα ἐν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθη...» (ὅ. π., 18). Πράγματι, αὐτὸ τὸ ἕνα γιῶτα ἔκανε τὴν διαφορὰ στὸ δόγμα: «ὁμοούσιος», ἀπὸ τὴν ἴδια οὐσία μὲ τὸν Πατέρα, εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός, ὅπως ὀρθῶς δογμάτισαν οἱ Πατέρες της Νικαίας, καὶ ὄχι «ὁμοιούσιος», ἀπὸ παρόμοια οὐσία, ὅπως ἰσχυρίζονταν οἱ αἱρετικοὶ ἀρειανόφρονες.

Ἐδῶ, ἀκριβῶς, ἔγκειται ἡ διαφορὰ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ τὴν αἵρεση. Ἡ ὀρθοδοξία (ὀρθὴ δόξα), ὡς ὀρθὴ φανέρωση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, φωτίζει, φανερώνει ὅλη τὴν ἀλήθεια, ἐνῷ ἡ αἵρεση (<αἱροῦμαι = προτιμῶ, ἐπιλέγω), ὡς ἐπιλογὴ μέρους τῆς ἀληθείας, σκοτίζει, συγχέει, διχάζει καὶ τελικὰ καταστρέφει τὴν ἑνότητα τῆς ἀληθείας.

Νά, γιατί ὁ Κύριος, στὸ τέλος τοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος τῆς Κυριακῆς τῶν Πατέρων τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐφιστᾶ τὴν προσοχὴ ὄχι μόνον στὴν μὴ κατάλυση τῶν ἐντολῶν Του ἀλλὰ πολὺ περισσότερο στὴν ἐφαρμογή τους καὶ στὴν διαφώτιση ἄλλων ἀνθρώπων. Μόνον ὅποιος «ποιήση καὶ διδάξη, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (ὅ. π., 19). Αὐτὸ ἀκριβῶς ἔκαναν οἱ Πατέρες αὐτοί. Ἔγιναν δηλαδὴ φῶς, ὅπως ὁ Χριστός, καὶ φώτισαν, μὲ τὴν ἀκτινοβολία τους, καὶ τοὺς μακρὰν τοῦ φωτός, ὥστε νὰ γνωρίσουν καὶ ἐκεῖνοι τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ φωτιστοῦν.

Ἐν ὀλίγοις, οἱ Πατέρες τῆς Δ’ ἐν Χαλκηδόνι Οἰκουμενικῆς Συνόδου (451) ξεκαθάρισαν ὅτι τὸ ἕνα πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ εἶναι μαζὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, τὸ ὁποῖο ἔχει μεγάλη σημασία γιὰ τὴν σωτηρία μας, διότι ἡ ἕνωση τοῦ θνητοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν ἀθάνατο Θεὸ συνιστᾶ τὴν ὑπέρβαση τοῦ θανάτου καί, ἔτσι, ἡ ζωή του ἀποκτᾶ νόημα.

Ἂς ἐξετάσουμε, λοιπόν: Κατὰ πόσο ἐναρμονίζουμε τὴν ζωή μας μὲ τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ «οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι, Κύριε, Κύριε, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ Πατρός μου» (Ματθ., ζ’ 21); Κατὰ πόσο ζοῦμε ὡς ἀληθινοὶ χριστιανοί, φωτεινοί, «ἅλατι ἠρτυμένοι», ζωντανοὶ στὴν πίστη καὶ στὰ ἔργα; Κατὰ πόσο εἴμαστε καθολικοί, κατέχουμε δηλαδὴ ὁλόκληρη τὴν ἀλήθεια καὶ διαφωτίζουμε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους νὰ πορευτοῦν στὸ φῶς τῆς ἀληθείας καὶ ὄχι στὸ σκότος τῶν αἱρέσεων;

Ἐὰν κάνουμε ὅλα τὰ παραπάνω, τότε ἀκολουθοῦμε πραγματικὰ τὰ βήματα τῶν Πατέρων μας, γινόμαστε φωτεινοὶ καὶ καθιστοῦμε καὶ ἄλλους φωτεινούς. Ἀμήν! Γένοιτο!

«Πᾶνος»
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου