Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Λάμπρος Σκόντζος: Ἅγιος Ὁσιομάρτυς Γεράσιμος ὁ Μεγαλοχωρίτης

 
 
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητοῦ  
 
Τὰ Ἄγραφα ἔγιναν στὰ χρόνια τῆς τουρκοκρατίας κοιτίδα καλλιέργειας τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς χριστιανικῆς πίστεως, λόγῳ τῆς ἰδιομορφίας τοῦ ἐδάφους. Στὴν εὐρύτερη περιοχὴ ἀναδείχτηκαν πολλοὶ ἅγιοι καὶ Νεομάρτυρες. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ὑπῆρξε ὁ ἅγιος ὁσιομάρτυρας Γεράσιμος ὁ Εὐρυτάνας
 
Γεννήθηκε στὰ τέλη τοῦ 18ου αἰῶνα στὸ Μεγάλο Χωριό τῆς Εὐρυτανίας ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς καὶ τὸ βαπτιστικό του ὄνομα ἦταν Γεώργιος. Λόγῳ τῆς φτώχειας τὸν πῆρε ὁ ἀδελφός του Ἀθανάσιος, ὅταν ἦταν 11 ἐτῶν, στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὸν ἔβαλε ὑπάλληλο σὲ παντοπωλεῖο κάποιου συντοπίτη του. Κάποια μέρα τὸ ἀφεντικό του τὸν ἔστειλε νὰ πουλήσῃ γιαούρτια σὲ πήλινα δοχεῖα, τὰ ὁποῖα εἶχε βάλλει σὲ ἕνα ταψί. Ὅμως, ἀπὸ συνεργία τοῦ πονηροῦ, ὅπως περπατοῦσε καὶ διαλαλοῦσε τὴν πραμάτεια του, σκόνταψε σὲ μιὰ πέτρα, τοῦ ἔπεσε τὸ ταψί, ἔσπασαν ὅλα τὰ πήλινα δοχεῖα καὶ χύθηκε τὸ γιαούρτι. Ὁ μικρὸς Γεώργιος κάθισε σὲ μιὰ ἄκρη καὶ ἔκλαιε γοερά, φοβούμενος τὶς συνέπειες ἀπὸ τὸ δύστροπο ἀφεντικό του. Ἀπὸ ἕνα ἀντικρυνὸ παράθυρο τὸν εἶδε μιὰ τουρκάλα, σύζυγος ὀνομαστοῦ ἀγᾶ, ἡ ὁποία τὸν μάζεψε στὸ σπίτι της, τὸν παρηγόρησε καὶ τοῦ ὑποσχέθηκε πὼς ἂν ἤθελε θὰ τὸν ἔκανε σὰν ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιά της. 
 
Στὸ τουρκικὸ σπίτι ὁ Γεώργιος ἐντυπωσιάστηκε ἀπὸ τὴν πολυτέλεια καὶ τὶς ἀνέσεις καὶ μετὰ ἀπὸ δύο μῆνες δέχτηκε νὰ τοῦ κάμουν περιτομή, ποὺ σημαίνει ὅτι ἐξισλαμίστηκε. Ζοῦσε πλέον ὡς μουσουλμᾶνος καὶ ἀπολάμβανε τὶς ἀνέσεις τοῦ πλουσιόσπιτου. Μάλιστα εἶχε ἀποκτήσει τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εὔνοια τοῦ ἀγᾶ, ὁ ὁποῖος, ὕστερα ἀπὸ δύο χρόνια τὸν παρέδωσε σὲ ἄλλον ἀνώτατο ἀξιωματοῦχο, ὁ ὁποῖος, λόγῳ τῆς ὑπηρεσίας του, ταξίδευε σὲ ὅλα τὰ Βαλκάνια, ἔχοντα μαζί του ὡς πιστὸ βοηθό του τὸν Γεώργιο. 
 
Μετὰ ἀπὸ μιὰ μεγάλη περιοδεία γύρισαν στὴν Πόλη καὶ κάποια στιγμή, κατὰ θαυμαστὸ τρόπο, συναισθάνθηκε τὸ μεγάλο λάθος του νὰ ἀρνηθῇ τὴν πίστη του στὸ Χριστὸ καὶ νὰ ἀσπασθῇ τὴ θρησκεία τῶν κατακτητῶν. Γι’ αὐτὸ ἀποφάσισε νὰ φύγῃ κρυφὰ γιὰ τὴν πατρίδα του, ὅπου μὲ συντριβὴ καὶ μετάνοια, ἐξομολογήθηκε στὸν ἱερέα τοῦ χωριοῦ του καὶ ἐπανῆλθε στὴν Ἐκκλησία. Σύχναζε σὲ ἕνα ἐρειπωμένο ἐξωκκλήσι, τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, μισὴ ὥρα ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό, ὅπου προσευχόταν μὲ τὶς ὧρες καὶ ἔκλαιε ἀσταμάτητα. Πολλὲς νύχτες τὶς περνοῦσε προσευχόμενος καὶ ὀδυρόμενος στὸ ἐξωκκλήσι. 
 
Ἀφοῦ πέρασαν τρία χρόνια ἀπόλυτης συντριβῆς καὶ μετάνοιας, ἀποφάσισε νὰ πάῃ στὸ Ἅγιον Ὅρος, στὴ Σκήτη τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος καὶ ὑποτάχτηκε σὲ κάποιο ἐνάρετο γέροντα, τὸν Κύριλλο, ὁ ὁποῖος τὸν συμβούλευε καὶ τὸν παρηγοροῦσε. Τοῦ ἔμαθε καὶ λίγα γράμματα γιὰ νὰ διαβάζῃ ψυχωφελῆ ἀναγνώσματα. Τὸν συνάρπαζε ἰδίως τὸ «Νέον Μαρτυρολόγιον», ὅπου περιέχονταν τὰ ἡρωικὰ μαρτύρια τῶν Νεομαρτύρων. Μετὰ ἀπὸ ἕνα χρόνο, ζήτησε ἀπὸ τὸν Κύριλλο νὰ καρῇ μοναχός. Ὁ γέροντας εἶχε τοὺς ἐνδοιασμούς του διότι ἦταν σύντομος ὁ χρόνος δοκιμασίας. Τρεῖς μῆνες τὸν παρακαλοῦσε μὲ δάκρυα. Τελικὰ τοῦ ἐπέτρεψε καὶ ἔλαβε τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ τὸ ὄνομα Γεράσιμος
 
Μετὰ ἀπὸ τρεῖς μῆνες γνωστοποίησε στὸ γέροντα τὴν ἀπόφασή του νὰ πάῃ νὰ μαρτυρήσῃ, γιὰ νὰ ξεπλύνῃ τὸ μεγάλο ἁμάρτημά του. Ὁ γέροντας φοβήθηκε ὅτι ἦταν δαιμονικὸς πειρασμὸς καὶ τὸν ἀποθάρρυνε, παρουσιάζοντάς του τὶς δυσκολίες τοῦ μαρτυρίου καὶ τὸ φόβο ἑνὸς νέου ἐξισλαμισμοῦ. Τὸ ἴδιο τὸν ἀποθάρρυναν καὶ οἱ ἄλλοι πατέρες τῆς Σκήτης. Ὁ Γεράσιμος ἐπανερχόταν κατὰ καιρούς, ἀλλὰ ἔπαιρνε ἀρνητικὴ ἀπάντηση. Αὐτὸ κράτησε τρία χρόνια. Κάποια μέρα ὁ Γεράσιμος ζήτησε τὴν εὐχή τους νὰ πάῃ στὴν πατρίδα του. Αὐτοὶ κατάλαβαν ὅτι ζητοῦσε νὰ πάῃ στήν 
ἰδιαίτερη πατρίδα του, ἀλλὰ αὐτὸς ἐννοοῦσε τὴν Ἄνω Ἱερουσαλήμ. Ἔτσι τοῦ ἔδωσαν τὴν εὐχή τους. 
 
Βάδισε ὁλοταχῶς γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ πῆγε στὸ σπίτι τοῦ ἀγᾶ, ὅπου στάθηκε μπροστά του καὶ ὁμολόγησε ὅτι ἦταν παιδικὸ λάθος του ποὺ ἐξισλαμίστηκε καὶ πὼς τώρα ποὺ μεγάλωσε μεταστράφηκε ξανὰ στὴν πίστη στὸ Χριστό, στὸν ἀληθινὸ Θεό. Ὅτι ἄφησε τὸ σκοτάδι καὶ βρῆκε τὸ φῶς. Ὁ ἀγᾶς σαστισμένος, ἄρχισε νὰ τὸν συμβουλεύῃ ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνο γι’ αὐτή του τὴν πράξη καὶ πὼς ἂν γινόταν ξανὰ μουσουλμᾶνος τὸν περίμεναν τιμές, ἀξιώματα καὶ πλούτη. Τρεῖς ἡμέρες προσπαθοῦσε ὁ ἀγᾶς νὰ τὸν μεταπείσῃ. Ὅμως μάταια, ὁ Γεράσιμος εἶχε πάρει τὴν ἀπόφασή του, νὰ χύσῃ τὸ αἷμα του γιὰ τὸ Χριστό. Ὁ ἀγᾶς, ἀγαθῶν διαθέσεων ἄνθρωπος καὶ ἐπειδὴ τὸν ἀγαποῦσε, τὸν συμβούλεψε νὰ φύγῃ κρυφὰ σὲ ξένον τόπο καὶ νὰ σωθῇ. Ἀλλὰ ὁ Γεράσιμος ἔμεινε ἀμετάπειστος. Τότε ὁ ἀγᾶς τὸν παρέδωσε σὲ σεΐχη νὰ τὸν ἀναλάβῃ ἐκεῖνος νὰ τὸν πείσῃ. Ὅμως καὶ πάλι ὁ Γεράσιμος ἔμενε σταθερὸς στὴ γνώμη του καὶ γι’ αὐτὸ τὸν παρέδωσε στὸν τοῦρκο δικαστή, στὸν ὁποῖο ὁμολόγησε καὶ πάλι τὴν πίστη του στὸ Χριστό. 
 
Οἱ παριστάμενοι ὅρμισαν σὰν αἱμοβόρα θηρία καὶ τὸν ξυλοκόπησαν ἄγρια. Κατόπιν τὸν ἔκλεισαν σὲ φυλακὴ καὶ τοῦ ἔθεσαν στὸ στῆθος ἕναν βράχο. Ἔμεινε ἐκεῖ δέκα ἡμέρες, χωρὶς νὰ πάθῃ τίποτα! Κατόπιν τὸν ἀνέκριναν γιὰ δεύτερη φορά, ἀλλὰ ὁ Γεράσιμος δήλωσε φωναχτά, μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς φωνῆς του, ὅτι «Τὸν δὲ γλυκύτατό μου Ἰησοῦ Χριστὸ οὐδέποτε Τὸν ἀρνοῦμαι, ἀκόμα κι ἂν μὲ καταδικάσεις σὲ χιλιάδες θανάτους»! Ὁ δικαστὴς ὀργισμένος ἔβγαλε τὴν ἀπόφαση: θάνατος διὰ ἀποκεφαλισμοῦ! 
 
Τὸν παρέλαβαν οἱ δήμιοι καὶ τὸν ὁδηγοῦσαν στὸ Μπαμπᾶ Χουμπάϊ, κοντὰ στὴν Ἀγιὰ Σοφιά. Στὸ δρόμο τὸν παρακινοῦσαν νὰ ἐξισλαμισθῇ γιὰ νὰ σωθῇ, ἀλλὰ ὁ ἅγιος δὲν τοὺς ἔδινε σημασία. Ζητοῦσε συγχώρηση ἀπὸ τοὺς περαστικοὺς Χριστιανούς. Τὴ στιγμὴ τῆς ἐκτέλεσης τοῦ ζητήθηκε νὰ γονατίσει. Ὁ Μάρτυρας ἀναφώνησε: «Μνήσθητί μου, Κύριε» καὶ ὁ δήμιος τοῦ ἔκοψε τὸ κεφάλι, τὸ ὁποῖο ἔμεινε γιὰ μιὰ ὥρα γελαστό, ἐνῷ τὸ σῶμα του γιὰ ἕνα τέταρτο γονατιστό! Ἕνα οὐράνιο φῶς ἔλαμψε πάνω ἀπὸ τὸ ἱερὸ λείψανο! Ἦταν 3 Ἰουλίου 1815. Ἐκεῖνος μόλις 25 ἐτῶν. Τὸ σῶμα του τὸ ἀγόρασαν οἱ Χριστιανοὶ καὶ τὸ ἔθαψαν μὲ τιμές. Λίγο καιρὸ μετὰ τὸ μετέφερε ὁ εὐρυτάνας λόγιος κληρικὸς Κύριλλος Καστανοφύλλης στὴν Ἱερὰ Μονὴ Προυσοῦ. Ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 3 Ἰουλίου

__________________________________
Πολυτονισμὸς ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου