ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ
Θεολόγου – Καθηγητοῦ
Τὴν Πέμπτη τῆς Ε΄ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν ψάλλεται στὴν Ἐκκλησία μας ὁ Μέγας Κανόνας, τὸ ἔξοχο ποίημα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα Κρήτης, ἑνὸς ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους ποιητὲς καὶ ρήτορες τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας γεννήθηκε στὴ Δαμασκὸ τῆς Συρίας τὸ ἔτος 660 ἀπὸ εὐσεβεῖς Ἕλληνες γονεῖς, τὸν Γεώργιο καὶ τὴν Γρηγορία. Λόγῳ ὅτι μέχρι τὴν ἡλικία τῶν ὀκτὼ ἐτῶν ἦταν ἄλαλος, τὸν ἀφιέρωσαν στὴν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας, ὡς πράξη εὐγνωμοσύνης στὸ Θεό. Μαζὶ μὲ τὴν εὐσέβεια τοῦ ἔδωσαν καὶ σοβαρὴ μόρφωση. Σὲ ἡλικία δεκαπέντε ἐτῶν πῆγε μὲ τοὺς γονεῖς του στὴν Ἱερουσαλήμ, ὅπου ὁ Πατριάρχης Θεόδωρος τὸν ἔθεσε ὑπὸ τὴν προστασία του. Τὸ 678 ἐκάρη μοναχός, στὴ συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος καὶ προήχθη σὲ ἀξιωματοῦχος τῆς πατριαρχικῆς αὐλῆς (νοτάριος). Ἀπὸ νωρὶς ἔδειξε ἀσυνήθιστη δράση, κυρίως στὸν τομέα τῆς φιλανθρωπίας. Ἐπέδειξε, παρ’ ὅλο τὸ νεαρὸ τῆς ἡλικίας του ἀσυνήθιστη πνευματικὴ ὡριμότητα, ὥστε κατέκτησε τὴν ἀγάπη καὶ τὸ θαυμασμὸ τῶν ἁγιοταφητῶν πατέρων. Μάλιστα ἐκτιμήθηκαν οἱ ἱκανότητές του ὥστε ἀναφέρεται πὼς ἔλαβε μέρος στὴν ΣΤ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Θεοδώρου Ἱεροσολύμων στὴν Κωνσταντινούπολη. Κάποιοι ἀμφισβητοῦν τὴ συμμετοχή του αὐτή, ἀλλὰ ἐπιβεβαιώνεται ἡ ἀποστολή του τὸ 685 στὴν Κωνσταντινούπολη, προκείμενου νὰ ἐπιδώσει τὴ γραπτὴ ὁμολογία πίστεως στὶς ἀποφάσεις τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τοῦ Πατριαρχείου τῶν Ἱεροσολύμων. Θὰ παραμείνῃ στὴ Βασιλεύουσα, διότι ἡ Ἱερουσαλὴμ εἶχε κατακτηθεῖ ἀπὸ τοὺς Ἄραβες. Ἐκεῖ προήχθη περὶ τὸ 695 σὲ διάκονος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἀνατέθηκε τὸ φιλανθρωπικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ διεύθυνση ὀρφανοτροφείου «Ἅγιος Παῦλος» καὶ ἑνὸς πτωχοκομείου. Μὲ τὸ ζῆλο του καὶ τὰ φυσικά του προσόντα ἀναδείχτηκε σημαίνων κληρικὸς τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Ἐκεῖ ἔδειξε τὶς σπάνιες ρητορικὲς καὶ ποιητικές του ἱκανότητες.
Περὶ τὸ 700 μὲ 710 ἐξελέγη μητροπολίτης Γόρτυνος Κρήτης, ὅπου προήδρευε δωδεκαμελοῦς ἱεραρχίας. Ἡ δράση του ὑπῆρξε θαυμαστῆ. Κήρυττε ἀνελλιπῶς, ἔκτισε ναούς, ὀργάνωσε φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα, ἄσκησε μέριμνα σὲ περιόδους ἐπιδημιῶν, λιμῶν καὶ ληστρικῶν ἐπιδρομῶν ἀπὸ τοὺς Σαρακηνούς. Τὸ 712 ἐξαναγκάστηκε ἀπὸ τὸν Φιλιππικὸ Βαρδάνη νὰ συμμετάσχῃ σὲ ψευδοσύνοδο, ἡ ὁποία ἀποκατέστησε τὴν αἵρεση τοῦ Μονοθελητισμοῦ καὶ εἶχε καταδικάσει τὴν ΣΤ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ἀλλὰ ἀμέσως μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Φιλιππικοῦ ἀνακάλεσε τὴν ὑπογραφή του. Φυσικὰ δὲν ὑπάρχει ἴχνος στὰ συγγράμματά του αἱρετικῆς ἀπόκλισης.
Τὸ 740 ταξίδεψε καὶ πάλι γιὰ ἐκκλησιαστικὲς ὑποθέσεις. Γυρίζοντας ὅμως στάθμευσε στὴ Λέσβο, στὸ λιμάνι της Ἐρεσσοῦ, ἀπεβίωσε καὶ τὸ σῶμα του θάφτηκε στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας. Ἔλαβε τὴν προσωνυμία Ἱεροσολυμίτης, διότι εἶχε λάβει τὴν μοναχική του κουρὰ στὴν Ἁγία Γῆ. Ἀνακηρύχτηκε ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στὶς 4 Ἰουλίου.
Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας συγκαταλέγεται στὶς μεγάλες ποιητικὲς μορφὲς τῆς Ἐκκλησίας μας. Ταυτόχρονα ὑπῆρξε ἀπαράμιλλος ρήτορας, ἀνώτερος καὶ αὐτοῦ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Μᾶς ἄφησε ἕνα σημαντικὸ συγγραφικὸ ἔργο, τὸ ὁποῖο διακρίνεται σὲ ρητορικοὺς λόγους καὶ ἐκκλησιαστικοὺς ὕμνους. Μᾶς ἔχουν διασωθεῖ σαράντα ἐννέα πανηγυρικοὶ καὶ ἐγκωμιαστικοὶ λόγοι του, σὲ διάφορες ἑορτὲς τοῦ ἐνιαυτοῦ. Δὲν τονίζονται ἰδιαίτερα τὰ δόγματα στὰ ἔργα του, διότι στὴν ἐποχή του εἶχαν λυθεῖ. Ὅμως ἀξιοθαύμαστο εἶναι τὸ ποιητικό – ὑμνογραφικὸ ἔργο του. Ὑπῆρξε ταυτόχρονα ποιητὴς καὶ ὑμνωδός. Δὲν εἶναι λίγοι οἱ ἐν χρήσει ὕμνοι τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν γραφεῖ καὶ μελοποιηθεῖ ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἀνδρέα καὶ διακρίνονται σὲ ἰδιόμελα καὶ κανόνες. Ἔγραψε περισσότερους ἀπὸ ἑκατὸ κανόνες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους μᾶς ἔχουν διασωθεῖ πενῆντα ὀκτώ, σὲ διάφορες ἑορτὲς καὶ ἑξακόσιοι ἐνενῆντα εἱρμοί.
Θεωρεῖται ὁ πρῶτος εἰσηγητὴς τοῦ ὑμνολογικοῦ εἴδους τῶν κανόνων, τὸ ὁποῖο παραμέρισε τὰ κοντάκια καὶ παγίωσε μιὰ νέα ἐποχὴ γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ὑμνογραφία, ὡς τὰ σήμερα.
Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας συνδέεται μὲ τὸν περίφημο Μεγάλο Κανόνα, ὁ ὁποῖος, ὅπως προαναφέραμε, ψάλλεται στὴν Ἐκκλησία μας κατὰ τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Εἶναι ὁ πλέον μακρόσυρτος κανόνας, ἀποτελούμενος ἀπὸ 261 τροπάρια καὶ γι’ αὐτὸ ὀνομάζεται Μεγάλος. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 9 ὠδές, περιέχοντας καὶ τὴ 2η ὠδή, ἡ ὁποία παραλείπεται ἀπὸ τοὺς ἄλλους κανόνες, λόγῳ τοῦ ἐλεγκτικοῦ της περιεχομένου. Τὸ περιεχόμενό του ἔχει χαρακτῆρα συναίσθησης τῆς ἀμαρτωλότητας καὶ ἔκφραση τῆς μετάνοιας. Ἀναφέρεται στὰ κυριότερα γεγονότα τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴ δημιουργία καὶ τὴν πτώση τῶν πρωτοπλάστων καὶ καταλήγει στὴν ἐν Χριστῷ σωτηρίᾳ. Ἡ καλλιέπειά του εἶναι θαυμαστή. Ὁ ἱερὸς ποιητὴς συνδύασε τὴν ρητορική του δεινότητα καὶ τὴν ποιητική του ἱκανότητα, ὥστε συνέθεσε ἕνα ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα ποιήματα τῆς παγκόσμιας λογοτεχνίας. Χρησιμοποιεῖ συχνὴ ὁμοιοκαταληξία, γεγονὸς σπάνιο στὴν ἐκκλησιαστικὴ ὑμνογραφία, καθὼς καὶ ἄφθονες παρομοιώσεις. Τὰ κοσμητικὰ ἐπίθετα εἶναι ὄντως ἐντυπωσιακὰ καὶ συνθέτουν μιὰ ὑπέροχη λογοτεχνικὴ πανδαισία. Ἡ δὲ γλῶσσα τοῦ ὕμνου εἶναι ἡ λόγια τῆς ἐποχῆς, ὅμως ἀρκετὰ κατανοητὴ ἀπὸ τοὺς πιστούς.
Σπουδαῖοι μελετητὲς τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ποιήσεως ἀποφάνθηκαν πὼς ὁ Μέγας Κανόνας εἶναι μιὰ μεγάλη θρηνητικὴ ἐλεγεία, ἡ ὁποία θρηνεῖ τὸν πεσόντα στὴν ἁμαρτία ἄνθρωπο. Διεισδύει ὁ ἱερὸς ποιητὴς στὰ κατάβαθα τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς καὶ ὡς ἄριστος γνώστης της, ζητᾶ νὰ ἀναζωπυρώσῃ τοὺς κρυμμένους σπινθῆρες τῆς μετάνοιας. Νὰ ξυπνήσῃ τὸν ἁμαρτωλὸ ἀπὸ τὴ θανατερὴ νωθρότητα καὶ τὴν ἀφασία τῆς ἁμαρτίας, καὶ νὰ τὸν φέρῃ «εἰς ἑαυτόν», ὅπως τὸν ἄσωτο υἱὸ τῆς γνωστῆς παραβολῆς (Λουκ. 15, 13-32). Νὰ τοῦ δώσῃ τὸ σωτήριο ἔναυσμα γιὰ μετάνοια καὶ συντριβή, ἡ ὁποία θὰ τὸν ὁδηγῇ στὴν ἐν Χριστῷ ἀπολύτρωση.
__________________________________
Πολυτονισμὸς ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου