Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Ἅγιος Παΐσιος: Τὸ ἄγχος εἶναι τοῦ διαβόλου

 

– Γέροντα, λαϊκοί ποὺ ζοῦν πνευματικά, ὅταν γυρίζουν τὸ βράδυ ἀπὸ τὴν δουλειά κουρασμένοι, δυσκολεύονται νὰ κάνουν τὸ Ἀπόδειπνο καὶ στενοχωροῦνται.

– Ὅταν ἐπιστρέφουν ἀργά τὸ βράδυ ἀπὸ τὴν δουλειά καὶ εἶναι κουρασμένοι, ποτέ νὰ μήν στριμώχνουν μὲ ἄγχος τὸν ἑαυτό τους, ἀλλὰ πάντα μὲ φιλότιμο νὰ λένε στὸν ἑαυτό τους: «Ἐὰν δὲν μπορῆς νὰ διαβάσης ὁλόκληρο τὸ Ἀπόδειπνο, διάβασε τὸ μισό ἤ τὸ ἕνα τρίτο» καὶ νὰ προσπαθοῦν ἄλλη φορὰ νὰ μήν κουράζωνται πολύ τὴν ἡμέρα. Νὰ ἀγωνίζωνται, ὅσο μποροῦν, μὲ φιλότιμο καὶ νὰ τὰ ἐμπιστεύωνται ὅλα στὸν Θεό, καὶ ὁ Θεὸς θὰ ἐνεργήση. Ὁ νοῦς πάντα νὰ βρίσκεται κοντά στὸν Θεό. Αὐτή εἶναι ἡ καλύτερη μελέτη.

– Μία ὑπέρμετρη ἄσκηση, Γέροντα, πῶς εἶναι μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ;

– Ἄν γίνεται ἀπὸ φιλότιμο, χαίρεται καὶ ὁ ἄνθρωπος, χαίρεται καὶ ὁ Θεὸς γιὰ τὸ φιλό­τιμο παιδί Του. Ἄν σφίγγεται ἀπὸ ἀγάπη, στὰζει μέλι στὴν καρδιά του. Ἐνῶ, ἄν σφίγ­γεται ἀπὸ ἐγωισμό, βασανίζεται. Κάποιος ποὺ ἀγωνιζόταν ἐγωιστικά καὶ σφιγγόταν μὲ ἄγχος, εἶπε: «Ὤ Χριστέ μου, πολύ στενή τὴν ἔκανες τὴν πύλη! Δὲν χωράω!». Ἐνῶ, ἄν ἀγωνιζόταν ταπεινά, θὰ χωροῦσε. Ὅσοι ἀγωνίζονται ἐγωιστικά μὲ νηστεῖες, ἀγρυπνίες κ.λπ., ταλαιπωροῦνται χωρίς πνευματική ὠφέλεια, γιατί δέρουν ἀέρα καὶ ὄχι δαίμονες. Ἀντί νὰ διώξουν πειρασμούς, δέχονται περισσότερους, καὶ ἑπόμενο εἶναι νὰ συναντοῦν πολλή δυσκολία στὸν ἀγώνα τους, νὰ νιώθουν πνίξιμο ἀπὸ ἄγχος. Ἐνῶ ἐκεῖνοι ποὺ ἀγωνίζονται πολύ μὲ πολλή ταπείνωση καὶ μὲ πολλή ἐλπίδα στὸν Θεό, ἡ καρδιά τούς χαίρεται καὶ ἡ ψυχή τούς φτερουγίζει.

Στὴν πνευματική ζωή θέλει προσοχή. Ὅταν οἱ πνευματικοί ἄνθρωποι κινοῦνται ἀπὸ κενοδοξία, μένουν μὲ ἕνα κενό στὴν ψυχή τους. Δὲν ὑπάρχει τὸ πλήρωμα, τὸ φτερούγισμα τῆς καρδιᾶς καὶ, ὅσο μεγαλώνουν τὴν κενοδοξία τους, μεγαλώνει καὶ τὸ κενό μέσα τους καὶ περισσότερο ὑποφέρουν. Ὅπου ἄγχος καὶ ἀπελπισία, ἐκεῖ ταγκαλί­στικη πνευματική ζωή. Γιὰ τίποτε νὰ μήν ἔχετε ἄγχος. Τὸ ἄγχος εἶναι τοῦ διαβόλου. Ὅταν βλέπετε ἄγχος, νὰ ξέρετε ὅτι ἐκεῖ ἔχει βάλει τὴν οὐρά τοῦ τὸ ταγκα­λάκι. Ὁ διάβολος δὲν πηγαίνει κόντρα. Ἄν ὑπάρχη μία τάση, σπρώχνει καὶ αὐτός, γιὰ νὰ ταλαιπωρήση καὶ νὰ πλανήση τὸν ἄνθρωπο. Τὸν εὐαίσθητο λ.χ. τὸν κάνει ὑπερ­ευ­αίσθητο. Ὅταν ἔχης διάθεση νὰ κάνης μετάνοιες, σπρώχνει καὶ ὁ διάβολος νὰ κάνης περισσότερες ἀπὸ τὴν ἀντοχή σου καὶ, ἄν οἱ δυνάμεις σου εἶναι περιορισμένες, δημιουρ­γεῖται μία νευρικότητα, γιατί δὲν τὰ βγάζεις πέρα, καὶ στὴν συνέχειά σου δημιουργεῖ ἄγχος μὲ ἐλαφρά ἀπελπισία κατ' ἀρχάς καὶ μετά συνεχίζει... Θυμᾶμαι, ὅταν ἤμουν ἀρ­χάριος μοναχός, ἕνα διάστημα, μόλις ἔπεφτα νὰ κοιμηθῶ, μοῦ ἔλεγε ὁ πειρα­σμός: «Κοι­μᾶσαι; Σήκω! Τόσοι ἄνθρωποι ὑποφέρουν, τόσοι ἔχουν ἀνάγκη...». Σηκωνό­μουν καὶ ἔκανα μετάνοιες, ὅ,τι μποροῦσα. Μόλις ἔπεφτα νὰ κοιμηθῶ, ἄρχιζε ξανά: «Οἱ ἄλλοι ὑποφέρουν κι ἐσύ κοιμᾶσαι; Σήκω!». Σηκωνόμουν πάλι. Μέχρι ποὺ ἔφθασα νὰ πῶ: «Ἄχ, νὰ μοῦ κόβονταν τὰ πόδια, τί καλά! Θὰ ἤμουν τότε δικαιολο­γημένος, ἀφοῦ δὲν θὰ μποροῦσα νὰ κάνω μετανοιες». Μία Μεγάλη Σαρακοστή τὴν ἔβγαλα μὲ τὸ ζόρι, γιατί πήγαινα νὰ στριμώξω τὸν ἑαυτό μου περισσότερο ἀπὸ τὴν ἀντοχή μου.

Ὅταν νιώθουμε στὸν ἀγώνα μᾶς ἄγχος, νὰ ξέρουμε ὅτι δὲν κινούμαστε στὸν χῶ­ρο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι τύραννος νὰ μᾶς πνίγη. Καθένας νὰ ἀγωνίζεται μὲ φιλό­τιμο, ἀνάλογα μὲ τὶς δυνάμεις του, καὶ νὰ καλλιεργῆ τὸ φιλότιμο, γιὰ νὰ ἀναπτυχθῆ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό. Τότε θὰ πιέζεται ἀπὸ τὸ φιλότιμο, καὶ ὁ ἀγώνας του, δηλαδή οἱ πολλές μετάνοιες, οἱ πολλές νηστεῖες κ.λπ., δὲν θὰ εἶναι τίποτε ἄλλο παρά τὰ ξεσπάσματα τῆς ἀγάπης του, καὶ θὰ προχωρῆ μὲ πνευματική λεβεντιά.

Δὲν πρέπει, δηλαδή, νὰ ἀγωνίζεται κανεὶς μὲ ἀρρωστημένη σχολαστικότητα καὶ νὰ πνίγεται μετά ἀπὸ ἄγχος, παλεύοντας μὲ τούς λογισμούς, ἀλλὰ νὰ ἁπλοποιήση τὸν ἀγώνα του καὶ νὰ ἐλπίζη στὸν Χριστό καὶ ὄχι στὸν ἑαυτό του. Ὁ Χριστός ὅλο ἀγάπη, καλωσύνη καὶ παρηγοριά εἶναι καὶ ποτέ δὲν πνίγει, ἀλλὰ ἔχει ἄφθονο πνευματικό ὀξυγόνο, θεία παρηγοριά. Ἄλλο εἶναι ἐργασία πνευματική λεπτή, καὶ ἄλλο εἶναι ἀρρω­στημένη σχολαστικότητα, ἡ ὁποία πνίγει μὲ τὸ ἐσωτερικό ἄγχος, ἀπὸ τὸ ἐξωτερι­κό ἀδιάκριτο ζόρισμα, ποὺ σπάει καὶ τὸ κεφάλι μὲ πονοκέφαλο.

– Γέροντα, ἕνας ποὺ ἀπὸ τὴν φύση τοῦ σκέφτεται πολύ καὶ ζορίζεται τὸ κεφάλι του, πῶς πρέπει νὰ ἀντιμετωπίση τὰ πράγματα, γιὰ νὰ μήν κουράζεται;

– Ἄν κινῆται κανεὶς ἁπλά, δὲν κουράζεται. Ὅταν ὅμως μπή ἔστω καὶ λίγο ὁ ἐγωισμός, σφίγγεται, γιὰ νὰ μήν κάνη κανένα λάθος, καὶ κουράζεται. Δὲν πειράζει, ἄς κάνη καὶ κανένα λάθος καὶ ἄς τὸν μαλώσουν καὶ λίγο. Αὐτὸ ποὺ λές, μπορεῖ νὰ δικαιολογηθῆ λ.χ. σὲ ἕναν δικαστικό, ποὺ συνέχεια ἔχει νὰ ἀντιμετωπίση δύσκολες ὑποθέσεις καὶ φοβᾶται μήπως κρίνη ἄδικα καὶ γίνη αὐτός αἰτία νὰ τιμωρηθοῦν ἀθῶες ψυχές. Πονο­κέφαλος στὴν πνευματική ζωή παρουσιάζεται, ὅταν κανεὶς φέρνη εὐθύνη καὶ βρίσκε­ται σὲ ἀδιέξοδο, γιατί πρέπει νὰ πάρη μία ἀπόφαση, ἡ ὁποία θὰ εἶναι εἰς βάρος κάποιων καί, ἄν δὲν τὴν πάρη, ἀδικοῦνται ἄλλοι. Ὅταν δηλαδή στριμώχνεται συνέχεια ἡ συνεί­δηση. Ἐσύ, ἀδελφή, νὰ προσέξης νὰ μήν κάνης πνευματική δουλειά μὲ τὸ μυαλό ἀλλὰ μὲ τὴν καρδιά. Καὶ νὰ μήν κάνης καὶ δουλειά, χωρίς νὰ ἐμπιστεύεσαι στὸν θεό ταπεινά, γιατί ἀλλιῶς θὰ ἀγωνιᾶς, θὰ κουράζης καὶ τὸ μυαλό καὶ θὰ νιώθης ἄσχημα ψυχικά. Μέσα στὴν ἀγωνία συνήθως εἶναι κρυμμένη ἡ ἀπιστία. Ἀλλά καὶ ἀπὸ ὑπερηφάνεια μπορεῖ νὰ ἔχη κανεὶς ἀγωνία.

«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου