ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ
Θεολόγου – Καθηγητοῦ
Ἡ Χίος ἀνάδειξε μιὰ πλειάδα ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Τὸ πανέμορφο καὶ μυροβόλο αὐτὸ νησὶ τοῦ Αἰγαίου τὸ στολίζουν πολλὰ ἀπὸ τὰ νοητὰ καὶ μυρίπνοα ἄνθη τῆς εὐλάβειας. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ εἶναι καὶ ἡ ἔνδοξη Παρθενομάρτυς Μαρκέλλα, ἡ ὁποία προτίμησε τὸ θάνατο ἀπὸ τὴν ἀτίμωση.
Γεννήθηκε στὸ ἱστορικὸ χωριὸ Βολυσσός, τῆς βορειοδυτικῆς Χίου. Ὡς πρὸς τὸ χρόνο ποὺ ἔζησε ὑπάρχει σύγχυση. Ὁ βιογράφος της ἅγιος Νικηφόρος ὁ Χίος ἀναφέρει ὅτι ἔζησε περὶ τὸ 1500 μ. Χ. Ὅμως τὰ γεγονότα καὶ τὰ πρόσωπα, ποὺ ἀναφέρονται στὸ ἱερό της συναξάρι παραπέμπουν σαφῶς στοὺς πρωτοχριστιανικοὺς αἰῶνες. Τὸ πιὸ πιθανὸ εἶναι νὰ ἔζησε τὸν 3ο ἢ τὸν 4ο μ. Χ. αἰῶνα. Τότε ποὺ ἔσβηνε ἡ εἰδωλολατρία καὶ γινόταν, σὰν τὸ πληγωμένο θηρίο, ἐπικίνδυνη γιὰ τοὺς πιστοὺς τοῦ Χριστοῦ. Τότε ποὺ οἱ εἰδωλολάτρες, πλημμυρισμένοι ἀπὸ δαιμονικὴ ἐνέργεια, ἤθελαν νὰ ἀφανίσουν τοὺς Χριστιανούς, μὴ λογαριάζοντας ἂν αὐτοὶ εἶναι συγγενικά τους πρόσωπα, ἀκόμα καὶ παιδιά τους.
Οἱ πατέρας τῆς Μαρκέλλας ἦταν ἕνας φανατικὸς εἰδωλολάτρης καὶ ἀνήθικος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶχε καταρρίψει κάθε ἴχνος ἠθικῆς ἀναστολῆς ἀπὸ πάνω του. Ἀντίθετα ἡ μητέρα της ἦταν πιστὴ Χριστιανὴ καὶ μεγάλωσε τὴν ἀγαπημένη της κορούλα μὲ τὴν πίστη στὸν ἀληθινὸ Τριαδικὸ Θεό. Στάλαξε στὴν παιδική της ψυχὴ τὴν εὐλάβεια καὶ τὴν ἀρετή, ἡ ὁποία ἀπουσίαζε ἀπὸ τὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο. Τῆς δίδαξε τὴ σεμνότητα καὶ τὴν αἰδῶ, ὡς τὰ πιὸ σημαντικὰ προσόντα τῆς γυναικείας φύσης. Ἡ Μαρκέλλα μεγάλωνε καὶ διακρινόταν γιὰ τὴν εὐγένεια τῆς ψυχῆς της, τὴν καλοσύνη της, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν σπάνια σωματικὴ ὀμορφιά της. Παράλληλα τὴ διέκρινε μιὰ πρωτοφανὴς πνευματικὴ ὡριμότητα.
Ὅταν ἔγινε δεκαοκτὼ χρονῶν ἡ μητέρα της ἀρρώστησε ξαφνικὰ καὶ πέθανε, ἀφήνοντας τὴν Μαρκέλλα μόνη της μὲ τὸν εἰδωλολάτρη πατέρα της. Τότε ὁ πλάνος καὶ μισάνθρωπος διάβολος βρῆκε τὴν εὐκαιρία νὰ πλήξῃ καίρια τὴ σεμνὴ καὶ πιστὴ στὸ Χριστὸ κόρη. Προκάλεσε σφοδρὸ αἰσχρὸ ἔρωτα τοῦ πατέρα της πρὸς αὐτήν. Ἂς σημειωθεῖ πὼς τέτοια εἴδους ἐκφυλιστικὰ καὶ ἀνατριχιαστικὰ φαινόμενα ἦταν συνηθισμένα στοὺς εἰδωλολάτρες. Δὲν εἶναι τυχαῖο πὼς οἱ διάφοροι πολυπληθεῖς «θεοί» τους πιστεύονταν ὅτι εἶχαν αἱμομικτικὲς σχέσεις μεταξύ τους καὶ ἄρα ἔδιναν τὸ δικαίωμα καὶ στοὺς λατρευτές τους νὰ τοὺς μιμοῦνται στὰ δαιμονικὰ τους πάθη. Ὅλα τὰ ἁμαρτωλὰ τους πάθη τὰ ἀνήγαγαν στοὺς «θεούς» τους καὶ μάλιστα τὰ θεωροῦσαν ὡς ἀπόδοση τιμῆς καὶ λατρείας πρὸς ἐκείνους, ὅπως λ.χ. ἡ «Ἱερὴ Πορνεία», θεωροῦνταν ἀπόδοση λατρείας πρὸς τὴν ἀκόλαστη «θεὰ» Ἀφροδίτη, ἢ ἡ κραιπάλη καὶ ἡ μέθη πρὸς τὸν Διόνυσο.
Ὁ πατέρας της λοιπὸν καταλήφτηκε ἀπὸ δαιμονικὸ μανιακὸ ἔρωτα πρὸς τὴν κόρη του Μαρκέλλα καὶ προσπαθοῦσε νὰ τὴν πείσῃ νὰ ἐνδώσει στὴν αἰσχρὴ αἱμομικτική του ἐπιθυμία. Ἡ Μαρκέλλα διαπίστωσε μὲ βδελυγμία τὴν ἐρωτικὴ ὁρμὴ τοῦ πατέρα της καὶ ἀντιστάθηκε μὲ σθένος. Ὅταν εἶδε ὅτι δὲ θὰ ξέφευγε ἀπὸ τὰ χέρια του ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ ἄρχισε νὰ περιπλανιέται στὰ βουνὰ τοῦ νησιοῦ. Ἀλλὰ ὁ σαρκολάτρης πατέρας της, φλεγόμενος ἀπὸ τὶς κτηνώδεις ὀρέξεις του, τὴν ἔψαχνε παντοῦ. Κινούμενος ἀπὸ ἀπερίγραπτη μανία, τὴν ἀναζητοῦσε μέρα καὶ νύχτα, ὥσπου τὴν ἐντόπισε σὲ κάποιο βουνό.
Ἡ Μαρκέλλα ὅταν τὸν εἶδε, ἄρχισε νὰ τρέχῃ, γιὰ νὰ προστατέψει τὴν τιμή της καὶ τὸν ἴδιο τόν πατέρα της ἀπὸ τὴν ἄτιμη καὶ αἰσχρὴ πράξη, ποὺ ἦταν διατεθειμένος νὰ διαπράξῃ. Βρέθηκε μπροστὰ σὲ μιὰ πυκνὴ βάτο, γεμάτη ἀγκάθια. Χωρὶς νὰ λογαριάσῃ τὶς πληγὲς καὶ τὸ μαρτύριο τῶν ἀγκαθιῶν, χώθηκε σὲ αὐτὴ καὶ παρέμεινε μέχρι νὰ φύγῃ ὁ μανιακὸς πατέρας της.
Ἀλλὰ δυστυχῶς ἔτυχε νὰ τὴ δῇ κάποιος βοσκὸς τῆς περιοχῆς, ὁ ὁποῖος τὴν κατήγγειλε στὸν πατέρα της, ὑποδεικνύοντας τὴν βάτο ποὺ ἦταν κρυμμένη. Προσπάθησε νὰ μπεῖ στὴ βάτο, ἀλλὰ δὲν τὸ κατάφερε καὶ γιὰ νὰ τὴν ἀναγκάσει νὰ βγῇ, ἔβαλε φωτιὰ στὸ θάμνο. Ὅμως ἡ Μαρκέλλα, καταματωμένη ἀπὸ τὰ ἀγκάθια, πρόλαβε καὶ βγῆκε ἀπὸ ἄλλο σημεῖο καὶ ἔτρεξε νὰ κρυφτῇ. Ἔτρεχε ἀνάμεσα στὶς τραχιὲς πέτρες καὶ τὰ κοφτερὰ βράχια νὰ μὴν τὴν προλάβῃ ὁ ἀδίστακτος, ἀνελέητος καὶ ἔκφυλος πατέρας της. Ἐκεῖνος τὴν ἀκολουθοῦσε, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε νὰ τὴ φτάσh. Τότε ἔβγαλε ἕνα βέλος ἀπὸ τὸ θηκάρι του καὶ τὸ ἔριξε ἐναντίον της. Καρφώθηκε στὸ νεανικὸ καὶ παρθενικό της κορμὶ καὶ τὸ ἁγνό της αἷμα πότισε τὴν χιακὴ γῆ καὶ ἔβαψε τὰ βράχια. Ἐκείνη ὅμως βρῆκε τὴ δύναμη νὰ συνεχίσῃ νὰ τρέχει γιὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν αἰσχρὴ αἱμομικτικὴ ἀτίμωση.
Ὅμως οἱ σωματικές της δυνάμεις σύντομα τὴν ἐγκατέλειψαν. Δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ τρέξῃ καὶ ἔπεσε στὸ ἔδαφος αἱμόφυρτη καὶ ἡμιθανής. Δὲν τῆς ἔμεινε ἄλλη ἐλπίδα ἀπὸ τὸ Χριστό. Σήκωσε τὰ μάτια της στὸν οὐρανὸ καὶ παρεκάλεσε τὸν Νυμφίο τῆς ψυχῆς της νὰ προστατέψῃ τὴν τιμή της καὶ τὸν πατέρα της ἀπὸ μιὰ τέτοια ἀποτρόπαια πράξη. Ἡ ἁγνὴ καὶ ἄδολη προσευχή της εἰσακούστηκε καὶ ἔγινε τὸ θαῦμα. Ὁ βράχος, ποὺ ἦταν ἀκουμπισμένο τὸ πληγωμένο σῶμα της ἄνοιξε καὶ τὸ κατάπιε, ὡς τὸ στῆθος. Ὁ μανιακὸς πατέρας της φτάνοντας, ὀργίστηκε περισσότερο καὶ προσπάθησε νὰ τὴν ἀνασύρῃ ἀπὸ τὴ σχισμὴ τοῦ βράχου. Ὅταν δὲν τὰ κατάφερε ἄρχισε νὰ τὴ διαμελίζῃ. Πρῶτα ἔκοψε τοὺς μαστούς της καὶ τοὺς πέταξε στὸ βουνό. Κατόπιν τῆς ἔκοψε τὸ κεφάλι καὶ τὸ πέταξε στὴ θάλασσα.
Μιὰ οὐράνια λάμψη ἔλουσε τὸ βράχο, δεῖγμα ὅτι ὁ Χριστὸς πῆρε κοντά του τὴν ἁγνὴ καὶ ἄδολη Παρθενομάρτυρα. Οἱ Χριστιανοὶ περιμάζεψαν τὸ ὑπόλοιπο ἱερὸ σκήνωμα καὶ τὸ ἔθαψαν μὲ τιμές, ποὺ ἁρμόζουν στοὺς ἀθλητὲς τοῦ Χριστοῦ. Τὸ δὲ σημεῖο τοῦ μαρτυρίου της ἔγινε τόπος προσκυνήματος στοὺς αἰῶνες ποὺ ἀκολούθησαν. Μέχρι σήμερα οἱ πιστοὶ μεταβαίνουν ἐκεῖ γιὰ νὰ πάρουν τὴν εὐλογία της καὶ νὰ τύχουν τῶν προσευχῶν της στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι λίγοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πηγαίνουν μὲ πίστη, καὶ βλέπουν τὸ βράχο νὰ ἀχνίζει καὶ νὰ χρωματίζεται κόκκινος, ὅπως εἶχε βαφτεῖ ἀπὸ τὸ αἷμα τῆς ἁγίας. Δὲν εἶναι λίγα τὰ θαύματα ποὺ ἔχουν γίνει στὸν ἁγιασμένο ἐκεῖνον τόπο καὶ συνεχίζουν νὰ γίνονται.
Ἡ μνήμη της ἑορτάζεται στὶς 22 Ἰουλίου. Κέντρο τοῦ ἑορτασμοῦ της ἡ Χίος, ὅπου ἔχει κτιστεῖ μεγαλοπρεπὴς ναὸς στὸν ὅρμο της Βολυσσοῦ. Ἀλλὰ τιμᾶται καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Στὴν Ἀθήνα ὑπάρχει ναός της, στὴν περιοχὴ τοῦ Βοτανικοῦ. Ἐπίσης καὶ στὴ Κηφισιά. Παρεκκλήσια της ἔχουν χτιστεῖ στὶς Σπέτσες, τὴν Ἄνδρο, τὴ Μῆλο, τὴ Σαντορίνη καὶ τὴ Σάμο. Τεμάχιο τοῦ ἱεροῦ της λειψάνου βρίσκεται στὴν Ἱερὰ Μονὴ Νταοῦ Πεντέλης.
__________________________________
Πολυτονισμὸς ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου