Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος-θεολόγος
Στὶς 29 Αὐγούστου ἡ Ἐκκλησία μας τιμάει τὴν Ἀποτομὴ τῆς κεφαλῆς τοῦ Προδρόμου. Μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτήν, νὰ θυμίσουμε τὴν πολύπλευρη ἀποστολὴ τοῦ Ἰωάννου, ποὺ ἐκτὸς ἀπὸ Πρόδρομος τοῦ Κυρίου, ὑπῆρξε Προφήτης καὶ μάλιστα «τῶν προφητῶν σεβασμιώτερος», Βαπτιστὴς τοῦ Κυρίου, Κήρυκας τῆς ἀληθείας καὶ στοὺς ἐπὶ γῆς καί «τοῖς ἐν ἅδῃ», ὅπου «χαίρων» εὐαγγελίστηκε «Θεὸν φανερωθέντα ἐν σαρκί, τὸν αἴροντα τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου καὶ παρέχοντα ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος», ὅπως ψάλλουμε στό Ἀπολυτίκιό του. Κοινῶς, ὁ Ἰωάννης προηγήθηκε τοῦ Χριστοῦ καὶ στὴν κάθοδο στὸν Ἅδη, ὅπου σκόρπισε τὴν ἐλπίδα στοὺς δεσμῶτες του, κηρύττοντάς τους τὸν μέλλοντα Σωτῆρα καὶ Λυτρωτή τους.
Σ αὐτήν του τὴν ἰδιότητα ὡς κήρυκος τῆς ἀληθείας, -τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ-, θὰ σταθοῦμε ἰδιαίτερα σ’ αὐτὸ τὸ ἄρθρο. Πράγματι, τὸ κήρυγμα τοῦ Ἰωάννου δὲν ἦταν αὐστηρῶς θρησκευτικό﮲ ἦταν ἕνα εὐρύτερο κοινωνικὸ κήρυγμα μετανοίας, ποὺ ἀποσκοποῦσε στὴν ἀλλαγὴ τοῦ ὅλου ἀνθρώπου καὶ τοῦ ἀνθρωπίνου βίου. Ἔτσι φαίνεται ἀπὸ τὶς ἀπαντήσεις ποὺ δίνει ὁ Ἰωάννης στὰ πλήθη ποὺ προσέρχονταν νὰ βαπτιστοῦν καὶ τὸν ῥωτοῦσαν: «τί οὖν ποιήσωμεν;» Τοὺς συμβουλεύει ἁπλᾶ καὶ πρακτικὰ νὰ μοιράζωνται τὶς τροφὲς καὶ τὰ ἐνδύματά των μὲ τοὺς ἐνδεεῖς, καὶ σ’ ὅσους εἶχαν ἀξιώματα τοὺς προτρέπει νὰ μὴν κάνουν ὑπέρβαση τῶν καθηκόντων των, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἠθικοὶ καὶ δίκαιοι: «μηδὲν παρὰ τὸ διατεταγμένον ὑμῖν πράσσετε … μηδένα διασείσητε (=ἐκβιάσετε), μηδὲ συκοφαντήσητε καὶ ἀρκεῖσθε τοῖς ὀψωνίοις (=μισθό) ὑμῶν» (Λουκ., γ’ 10-14).
Βεβαίως, ὁ Ἰωάννης, λόγῳ τοῦ ἀσκητικοῦ του βίου, ἦταν ἀγαπητὸς στοὺς Ἰσραηλίτες καὶ θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ ἐκμεταλλευτῇ αὐτήν του τὴν ἐπιρροὴ πρὸς αὔξηση τῆς δόξας του: «Ἐξεπορεύοντο πρὸς αὐτὸν Ἱεροσόλυμα καὶ πᾶσα ἡ Ἰουδαία καὶ πᾶσα ἡ περίχωρος τοῦ Ἰορδάνου, καὶ ἐβαπτίζοντο ἐν τῷ Ἰορδάνῃ ὑπὸ αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν.» (Ματθ., γ’ 6). Ἀκόμη και οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ Σαδδουκαῖοι ἔρχονταν «ἐπὶ τὸ βάπτισμα αὐτοῦ» (ὅ. π.) καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἡρώδης κατὰ βάθος τὸν ἀνεγνώριζε ὡς «ἄνδρα δίκαιον καὶ ἅγιον, καὶ συνετήρει αὐτόν (=τὸν προστάτευε), καὶ ἀκούσας αὐτοῦ πολλὰ ἐποίει καὶ ἡδέως (=μὲ εὐχαρίστηση) αὐτοῦ ἤκουε.» (Μάρκ., στ’ 20). Στὴν πραγματικότητα, ὅμως, ἀπ’ ὅ τι φάνηκε, οὔτε ὁ Ἡρώδης, ποὺ τὸν ἀπεκεφάλισε τελικά, οὔτε οἱ ὑπόλοιποι ἄρχοντες τοῦ λαοῦ, θρησκευτικοὶ καὶ πολιτικοί, εἶχαν διάθεση γιὰ ἀληθινὴ μετάνοια, ὅπως κήρυττε ὁ Ἰωάννης.
Ἔτσι, γίνεται ἀντιληπτὸ γιατὶ δολοφονήθηκε τελικά· διότι τὸ κήρυγμά του αὐτὸ δὲν ἄρεσε σὲ ὅσους ἀπὸ τὸν λαὸ καὶ κυρίως ἀπὸ τὸ θρησκευτικὸ καὶ πολιτικὸ κατεστημένο εἶχαν βαθιὰ διαβρωθῆ. Ὁ Ἰωάννης, ὅμως, δὲν ἐνδιαφερόταν νὰ ἀρέσῃ στὴν ἐξουσία, γι’ αὐτὸ ἐπέκρινε σκληρὰ καὶ τοὺς μέν, γιὰ τὴν ὑποκρισία των («γεννήματα ἐχιδνῶν …», Ματθ., γ’ 7-10), καὶ τὸν Ἡρώδη, γιὰ τὴν ἀνηθικότητά του, γεγονὸς ποὺ τοῦ στοίχισε τελικὰ τὴν ζωή του.
Οὔτε, ὅμως, στὸν λαὸ ἐνδιαφερόταν νὰ αὐξήσῃ τὴν ἐπιρροή του ὁ Ἰωάννης, διότι ἦταν ἀπολύτως προσηλωμένος στὴν ἀποστολή του καὶ δὲν ἔτρεφε καμμία προσωπικὴ ἢ ἄλλη φιλοδοξία. Ἔτσι, ὅταν οἱ μαθητές του τοῦ λένε ὅτι «οὗτος (ὁ Χριστός) βαπτίζει καὶ πάντες ἔρχονται πρὸς αὐτόν» (Ἰωάν., γ’ 26), δὲν ταράσσεται, οὔτε ἐκφράζεται μὲ φθόνο, ἀλλὰ τοὺς ὑπενθυμίζει ὅτι τοὺς εἶχε ξαναπεῖ ὅτι ὁ ἴδιος δὲν εἶναι ὁ Χριστὸς ἀλλά «ὁ ἀπεσταλμένος ἔμπροσθεν ἐκείνου.» (ὅ. π., 29). Συμπληρώνει, μάλιστα, ὅτι ἡ χαρὰ ἡ δική του ἔχει πλέον «πληρωθῆ», καθὼς ἐκεῖνος, ὁ Χριστός, «δεῖ αὐξάνειν», ὁ ἴδιος δέ «ἐλαττοῦσθαι.» (ὅ. π., 30).
Γι’ αὐτό, ὁ Ἰωάννης, παρὰ τὴν ἀρχική του ἀντίρρηση, ὑποχώρησε τελικὰ στὸ αἴτημα τοῦ Κυρίου νὰ τὸν βαπτίσῃ, «ἵνα πληρώσῃ πᾶσαν δικαιοσύνην» (Ματθ., γ’ 15), γιὰ νὰ πληρωθῇ δηλαδὴ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι, καὶ ὁ Θεὸς Πατήρ «τοῦ ἔκανε τὴν χάρη» –τὸ ὄνομα «Ἰωάννης» σημαίνει «χαριτωμένος»-, νὰ τοῦ φανερώσῃ διὰ τῆς φωνῆς Του ἐξ οὐρανοῦ καὶ διὰ τῆς ἐπικαθήσεως τῆς περιστερᾶς ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ Κυρίου ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός Του ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησε (ὅ. π., 17).
Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ μεγαλύτερη τιμὴ γιὰ τὸν Ἰωάννη, νὰ τοῦ ἀποκαλυφθῇ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ὁ Τριαδικὸς Θεός. Ἄλλωστε, καί τὸ ἐν ὕδατι βάπτισμα μετανοίας τοῦ Ἰωάννου εἶναι ἡ ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὸ ἐν Πνεύματι βάπτισμα τοῦ Κυρίου. Χωρὶς τό «ξέπλυμα» τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τὴν ἀληθινὴ συντριβὴ καὶ ἐξομολόγηση («τὸ ἐν ὕδατι βάπτισμα»), δὲν ὑφίσταται πνευματικὴ ἀναγέννηση («τὸ ἐν Πνεύματι βάπτισμα») καὶ καθολική, ὁλοκληρωτική, μετάνοια. Δὲν εἶναι τυχαῖο, ἄλλωστε, ὅτι ὁ Κύριος ξεκίνησε τὸ ἐπὶ γῆς κήρυγμά του μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἰωάννου, «Μετανοεῖτε. ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ., γ’ 2), γιὰ νὰ καταδειχθῇ ἡ συνέχεια τῆς ἀποστολῆς Του.
Μὲ τὴν πεποίθηση, λοιπόν, ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι «ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή», καὶ ὁ Ἰωάννης εἶναι ὁ πρόδρομός Του καὶ κήρυκας τῆς ἀληθείας, ἂς εὐθυγραμμίζουμε καὶ μεῖς τὴν ζωή μας «πρὸς τὰς ὁδοὺς τοῦ Κυρίου», «ἵνα σωφρόνως, δικαίως καὶ εὐσεβῶς ζήσωμεν ἐν τῷ νῦν αἰῶνι» (Τίτ., β’ 11-12), ὅπως ὁ Ἰωάννης, μὲ πίστη στὸν Τριαδικὸ Θεό, μὲ ἠθικὸ κι ἀνεπίληπτο βίο, μὲ δίκαιη καὶ ἀγαπητικὴ καὶ μάλιστα συνεργατικὴ πολιτεία, ὥστε νὰ ἀπολαύσουμε τὴν δόξα Του καὶ στὸν μέλλοντα αἰῶνα. Ἀμήν! Γένοιτο!
_001.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου