ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ
Θεολόγου – Καθηγητοῦ
Ἀνάμεσα στοὺς πιστοὺς μαθητές, συνοδοὺς καὶ συνεργάτες τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἦταν καὶ ὁ ἀπόστολος Τίτος, ὁ πρῶτος Ἐπίσκοπος Κρήτης.
Δυστυχῶς δὲν γνωρίζουμε πολλὰ γιὰ τὴ ζωή του. Τὰ περισσότερα τὰ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη. Ἦταν ἑλληνικῆς καταγωγῆς καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια. Σύμφωνα μὲ μεταγενέστερη τοπικὴ παράδοση τῆς Κρήτης, ὁ Τίτος ἦταν Κρητικός, ἀπὸ γένος ἐπισημότατο, ποὺ ἀνῆγε τὴν ἀρχή του στὸ μυθικὸ βασιλιᾶ τῆς Κνωσοῦ, τὸ Μίνωα καὶ ἀναφέρεται ὡς συγγενὴς τοῦ Ρωμαίου ἀνθυπάτου τῆς νήσου Ρουστίλλου (Ρουστούλου).
Γεννήθηκε περὶ τὸ 20 μ. Χ. ἀπὸ εὐκατάστατη οἰκογένεια, γιὰ τὴν ὁποία δὲν γνωρίζουμε τίποτε καὶ ἡ ὁποία ἔχοντας τὴν οἰκονομικὴ δυνατότητα τοῦ ἔδωσε σοβαρὴ παιδεία. Καταγόταν ἀπὸ εἰδωλολάτρες γονεῖς καὶ ὁ ἴδιος ἦταν συνεπὴς λάτρης τῆς θρησκείας τῶν γονέων του. Σπούδασε τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ τὴν ποίηση.
Ἔφηβος βρέθηκε, γιὰ ἄγνωστο λόγο, στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ἔγινε αὐτόπτης μάρτυρας τῶν Παθῶν καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, τὰ ὁποῖα τὸν συγκλόνισαν καὶ γι’ αὐτὸ ζητοῦσε νὰ μάθῃ γιὰ τὴ νέα πίστη. Προφανῶς γνωρίστηκε μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, στὸν ὁποῖο ἄσκησε μεγάλη ἐπιρροὴ ἡ προσωπικότητα τοῦ μεγάλου ἀποστόλου καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖο κατηχήθηκε καὶ βαπτίστηκε. Ἔκτοτε προσκολλήθηκε σὲ αὐτὸν καὶ τὸν ὑπηρέτησε πιστὰ ὡς γραμματέας καὶ διερμηνέας του καὶ γενικὰ ὡς ὑποστηρικτὴς τοῦ ἱεραποστολικοῦ του ἔργου
Γιὰ πρώτη φορὰ ἀναφέρεται στὴν Καινὴ Διαθήκη, ἀκολουθῶντας τὸν Παῦλο καὶ τὸν Βαρνάβα στὴν Ἀποστολικὴ Σύνοδο τῶν Ἱεροσολύμων, ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε τὸ 49 μ. Χ. καὶ εἶχε ὡς θέμα τὴν εἰσδοχὴ τῶν ἐθνικῶν (εἰδωλολατρῶν μὴ Ἰουδαίων) στὴν Ἐκκλησία, κατὰ τὴν ὁποία ἐπικράτησε ἡ θέση τοῦ Παύλου, ὅτι δὲν χρειαζόταν νὰ γίνῃ κάποιος εἰδωλολάτρης πρῶτα ἰουδαῖος, δηλαδὴ νὰ περιτμηθῇ καὶ κατόπιν νὰ βαπτιστῇ.
Κατόπιν τὸν βλέπουμε νὰ ἀκολουθῆ πιστὰ καὶ ἀφοσιωμένα τὸν Παῦλο στὶς μεγάλες ἀποστολικές του περιοδεῖες, στὴ Μικρὰ Ἀσία, τὴν Μακεδονία, τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴ Ρώμη. Φαίνεται πὼς ὁ σύνδεσμος τῶν δύο ἀνδρῶν ἦταν στενὸς καὶ γι’ αὐτὸ ὁ Παῦλος τοῦ ἀνέθετε ἐμπιστευτικὲς ἀποστολὲς καὶ ὑπηρεσίες. Πρὸς τὸ τέλος τοῦ ἔτους 56 μ. Χ. ὁ Παῦλος, καθὼς ὁ ἴδιος ἀναχώρησε ἀπὸ τὴν Ἀσία, ἔστειλε τὸν Τίτο ἀπὸ τὴν Ἔφεσο στὴν Κόρινθο, κομίζοντας ἐπιστολὴ καὶ προφορικὲς ἐντολές του γιὰ τὴ διευθέτηση προβλημάτων στὴ τοπικὴ Ἐκκλησία καὶ γιὰ νὰ συγκεντρώσῃ χρήματα γιὰ τοὺς φτωχοὺς τῆς Ἱερουσαλήμ.
Ἀρχαία παράδοση ἀναφέρει πὼς ὁ Παῦλος μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του στὴ Ρώμη, περὶ τὸ 62-63 μ. Χ., πέρασε ἀπὸ τὴν Κρήτη καὶ στάθηκε στὸ νησί, γιὰ νὰ κηρύξῃ τὸ Εὐαγγέλιο. Εἶχε μιὰ σύντομη παραμονὴ καὶ συνάντησε πολλὲς δυσχέρειες, διότι οἱ Κρῆτες εἶχαν ἀποδειχτεῖ ἐν πολλοῖς ἀμετάπειστοι. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἄφησε τὸν Τίτο στὸ νησὶ γιὰ νὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργο του. Μάλιστα τοῦ ἔστειλε καὶ μιὰ σημαντικὴ ποιμαντικὴ ἐπιστολή, στὴν ὁποία τόνισε: «τούτου χάριν κατέλιπόν σε ἐν Κρήτῃ, ἵνα τὰ λείποντα ἐπιδιορθώση, καὶ καταστήσης κατὰ πόλιν πρεσβυτέρους, ὡς ἐγώ σοι διεταξάμην» (Τίτ. 1,5). Εἶχε μάλιστα ὡς πολύτιμους συνεργάτες τὸν νομικὸ Ζηνᾶ καὶ τὸν περίφημο Ἀπολλὼ τὸν φιλόσοφο. Στὴν Ἐπιστολή του ζητᾶ ὁ Παῦλος νὰ μεταβῇ στὴν Νικόπολη (πιθανότατα τῆς Ἠπείρου), γιὰ νὰ τὸν συναντήσῃ, ὅπου σκόπευε νὰ ξεχειμωνιάσh ὁ Παῦλος. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ὁ Τίτος συνέχισε τὸ ταξίδι του στὴ Δαλματία, ὅπου κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ κατόπιν ἐπέστρεψε στὴν ἐπισκοπή του στὴν Γόρτυνα τῆς Κρήτης.
Ἡ δράση τοῦ Τίτου, ὡς Ἐπισκόπου, στὴν Κρήτη δὲν μᾶς εἶναι ἀρκετὰ γνωστή, διότι δὲν μᾶς διασώθηκαν οἱ καταγραμμένες πληροφορίες γιὰ τὴν πρώιμη περίοδο τῆς Ἐκκλησίας στὴ μεγαλόνησο. Ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς πρὸς Τίτον Ἐπιστολῆς συμπεραίνουμε ὅτι ὁ ἔνθερμος μαθητὴς τοῦ Παύλου Τίτος ἐργάστηκε δραστήρια καὶ ἑδραίωσε τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στὴ νῆσο.
Σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Παύλου, γύριζε στὶς πόλεις καὶ τὰ χωριά, ὅπου κήρυττε καὶ ἵδρυε χριστιανικὲς κοινότητες, στὶς ὁποῖες χειροτονοῦσε καὶ καθιστοῦσε πρεσβυτέρους. Ἡ παράδοση ἀναφέρει πὼς ἵδρυσε ἐννέα ἐπισκοπὲς στὸ νησί, στὴν Κνωσό, τὴν Ἰεράπυτνα, τὴν Κυδωνία, τὴ Χερσόνησο, τὴν Ἐλεύθερνα, τὴ Λάμπη, τὴν Κίσαμο, τὴν Κάντανο, καὶ τὴ Γόρτυνα. Φαίνεται ὅτι ὅρισε ὡς κέντρο τῆς ποιμαντικῆς καὶ ἱεραποστολικῆς του δράσεως τὴ Γόρτυνα, ἡ ὁποία εἶχε ἐξελιχθεῖ σὲ σημαντικὸ ἐκκλησιαστικὸ κέντρο στὸ νησί. Μάλιστα ἐκεῖ ἀργότερα, ἀνεγέρθηκε μεγαλοπρεπὴς ναός, ρυθμοῦ βασιλικῆς, πρὸς τιμὴν τοῦ ἁγίου ἀποστόλου.
Κατόρθωσε, μὲ τὴ βοήθεια τῶν φιλοσοφικῶν του γνώσεων καὶ τὴ γνώση τῆς ἀρχαιοελληνικῆς γραμματείας, νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὶς ἀντιρρήσεις τῶν μορφωμένων εἰδωλολατρῶν τοῦ νησιοῦ, καταρρίπτοντας τὶς ἀνόητες σοφιστεῖες τους, γιὰ τὴν δῆθεν σύνδεση τῆς φιλοσοφίας καὶ τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ πολιτισμοῦ μὲ τὴν εἰδωλολατρικὴ θρησκεία. Τοὺς ἀπέδειξε ὅτι ἡ ἀληθινὴ σοφία προέρχεται ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ πὼς ἡ κατὰ κόσμον σοφία ἔχει σχετικὴ ἀξία, διότι εἶναι προϊὸν τοῦ νοῦ, τοῦ πεπερασμένου ἀνθρώπου.
Δὲν γνωρίζουμε γιὰ τὸ τέλος του. Πιθανὸν νὰ βρῆκε μαρτυρικὸ θάνατο, περὶ τὸ τέλος τοῦ 1ου μ. Χ. αἰῶνα. Σύμφωνα μὲ ἄλλη ἀρχαία παράδοση ὁ Τίτος κοιμήθηκε εἰρηνικὰ σὲ ἡλικία 94 ἐτῶν περὶ τὸ 105 μ. Χ.
Τὰ λείψανά του φυλάσσονταν στὸν περικαλλῆ αὐτὸν ναὸ στὴ Γόρτυνα καὶ εἶχε γίνει, μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου, παγκρήτιο κέντρο προσκυνήσεως. Γιὰ τοὺς μετέπειτα χρόνους, ἰδιαίτερα τὴν ἀραβοκρατία, δὲν ἔχουμε πληροφορίες γιὰ τὴν Ἐκκλησία στὴν Κρήτη. Γνωρίζουμε ὅμως πὼς μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ νησιοῦ ἀπὸ τὸν Νικηφόρο Φωκᾶ στὰ 961, τὸ πολιτικὸ καὶ θρησκευτικὸ κέντρο τῆς Κρήτης μεταφέρθηκε στὸν Χάνδακα, τὸ σημερινὸ Ἡράκλειο, ὅπου καὶ κτίστηκε μεγαλοπρεπὴς ναὸς πρὸς τιμήν του. Στὰ χρόνια τῆς φραγκοκρατίας τὰ ἱερά του λείψανα μεταφέρθηκαν στὴ Βενετία, στὴ βασιλικὴ τοῦ Ἁγίου Μάρκου. Τὸ 1966 μεταφέρθηκαν στὸ Ἡράκλειο τῆς Κρήτης, ὅπου φυλάσσονται καὶ θαυματουργοῦν στὸν περικαλλῆ ναὸ τοῦ Ἁγίου Τίτου.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 25 Αὐγούστου.
Ὅπως προαναφέραμε, ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔγραψε καὶ μιὰ σύντομη, ἀλλὰ περιεκτικὴ σὲ νοήματα καὶ ποιμαντικὴ ἀξία ἐπιστολὴ πρὸς τὸν ἅγιο Τίτο. Περιέχει τρία κεφάλαια, στὰ ὁποῖα ὁ μεγάλος ἀπόστολος δίνει πολύτιμες συμβουλὲς στὸν ἀγαπημένο μαθητή του, πὼς νὰ ἀσκήσῃ τὸ ποιμαντικό του ἔργο στὴν Κρήτη, ὅπου ἡ εἰδωλολατρία εἶχε ἀκόμη ἰσχυρὲς ρίζες καὶ κανόνιζε τὴν καθημερινὴ ζωή τῶν Κρητῶν. Τοῦ παραγγέλλει νὰ χειροτονῇ καὶ νὰ ἐγκαθιστᾷ Πρεσβυτέρους καὶ Ἐπισκόπους στὸ νησί, ὁρίζοντας τὶς προϋποθέσεις τῶν προσώπων αὐτῶν. Ἐπίσης τὸν συμβουλεύει πὼς θὰ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς ψευδοδιδασκάλους οἱ ὁποῖοι χαρακτηρίζονται ὡς «ἀνυπότακτοι, ματαιολόγοι καὶ φρεναπάται, μάλιστα οἱ ἐκ περιτομῆς, οὓς δεῖ ἐπιστομίζειν, οἵτινες ὅλους οἴκους ἀνατρέπουσι δὶδάσκοντες ἃ μὴ δεῖ αἰσχροῦ κέρδους χάριν» (Τίτ, 1,10-11). Προτρέπει τοὺς χριστιανοὺς τῆς Κρήτης «μὴ προσέχοντες ᾿Ιουδαϊκοῖς μύθοις καὶ ἐντολαῖς ἀνθρώπων ἀποστρεφομένων τὴν ἀλήθειαν» (Τίτ. 1,14). Ἀκολούθως ὁρίζει τὴν χριστιανικὴ ζωή, πῶς νὰ ζοῦν καὶ νὰ πολιτεύονται κατὰ Χριστόν, οἱ πιστοί. Τονίζει ἐπίσης τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο ἔφερε μιὰ νέα ἐποχὴ γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα, διότι «Ἐπεφάνη ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος πᾶσιν ἀνθρώποις» (Τίτ. 23,11). Τώρα μποροῦμε νά βιώνουμε «(τὰς) παλιγγενεσίας καὶ ἀνακαινώσεως Πνεύματος ῾Ἁγίου, οὗ ἐξέχεεν ἐφ᾿ ἡμᾶς πλουσίως διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν, ἵνα δικαιωθέντες τῇ ἐκείνου χάριτι κληρονόμοι γενώμεθα κατ᾿ ἐλπίδα ζωῆς αἰωνίου» (Τίτ. 3,5-7). Ἡ σημαντικὴ αὐτὴ ἐπιστολὴ συγκαταλέγεται στὶς λεγόμενες «Ποιμαντικὲς Ἐπιστολὲς» καὶ εἶναι ἐνταγμένη στὸν κανόνα τῆς Καινῆς Διαθήκης.
__________________________________
Πολυτονισμὸς ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ
«Πᾶνος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου